Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Θυμάσαι?


30 Απριλίου 2014   


Θυμάσαι εκείνα τα απογεύματα στην Αθήνα που ήμασταν μόνοι στο σπίτι και κουλουριαζόσουν ολόκληρος γύρω από το πόδι μου, μην τυχόν και πάω σε κάποιο άλλο δωμάτιο και χάσεις την οπτική επαφή μαζί μου? Είχα μάθει να περπατάω με το δεξί μου πόδι να σε κουβαλάει ολόκληρο, γαντζωμένο επάνω μου… Ήθελα να κλαίω συνέχεια, αλλά δεν το έκανα..
Θυμάσαι εκείνο το απόγευμα στην Αθήνα που αμέσως μετά τον παιδικό ήθελες να πάμε σε παιδότοπο και εγώ δεν είχα ούτε διάθεση ούτε λεφτά και εσύ γκρίνιαζες και μου ήρθε απελπισία? Ήθελα να βάλω τα κλάματα, αλλά δεν το έκανα…
Και θυμάσαι εκείνο το απόγευμα στην Αθήνα, που ήμασταν μόνοι στο σπίτι, μετά από μία πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά μου και μία δύσκολη δική σου στον παιδικό, και δεν μπορούσα καθόλου να παίξουμε μαζί, και έβλεπες όλο το απόγευμα dvd με τη Dora & τον Diego? Γυρνούσες μόνο συνέχεια το κεφάλι, να επιβεβαιώσεις ότι κάθομαι ακόμα από πίσω σου, στον υπολογιστή μου… Μόλις επέστρεφες το κεφάλι, ήθελα να βάλω τα κλάματα, μα δεν το έκανα…
Θυμάσαι εκείνο το διήμερο που είχαμε και οι δύο υψηλό πυρετό και ήσουν συνέχεια γκρινιάρης και έκαιγες ολόκληρος, κι εγώ ήμουν αδύναμος και άυπνος? Νόμιζα πως θα τα παρατούσα, αλλά δεν το έκανα…
Και θυμάσαι εκείνες τις μέρες στην Αθήνα που δεν είχα το κουράγιο ούτε να μαγειρέψω αλλά ούτε και να παραγγείλω κάτι, και τρώγαμε ετοιματζίδικους κατεψυγμένους λαχανοντολμάδες ζεσταμένους στον φούρνο μικροκυμάτων? Νόμιζα πως θα γκρίνιαζες, αλλά δεν το έκανες…
Και θυμάσαι εκείνο το Σάββατο στην Αθήνα, που πήγαμε στο ανοιχτό Εμπορικό Κέντρο στα Σπάτα για να κάνουμε βόλτα ενώ ήξερα πως θα βρέξει και έβρεξε? Ήθελα να σε πάρω αγκαλιά και να κρυφτούμε μαζί κάτω από τια μαύρα σύννεφα και να κλάψω άνετα, για να νομίζεις πως είναι βροχή… Αλλά δεν το έκανα…
Θυμάσαι μια μέρα στην Αθήνα που είχα αργήσει να φύγω από τη δουλειά και σχεδόν θα έκλεινε ο παιδικός σταθμός και κόντεψα να τρακάρω στο δρόμο και τελικά μόλις έφτασα ήσουν ένα από τα 2-3 τελευταία παιδάκια που είχαν μείνει ένα τέταρτο μετά την ώρα κλεισίματος του παιδικού, και έκλαιγες και φώναζες «μπαμπά!!». Πίστεψα πως τα όρια μου είχαν εξαντληθεί και θα εγκαταλείψω… Αλλά δεν το έκανα..
Θυμάσαι και μια νύχτα στην Αθήνα, που ήταν ήδη πολύ αργά, και ήμουν εξαντλημένος από όλη την ημέρα κι εσύ δεν ήθελες να κοιμηθείς και ήμασταν ξαπλωμένοι στο χαλί στο δωμάτιό σου και προσπαθούσα να παίξουμε ενώ εσύ γκρίνιαζες συνέχεια γιατί ήθελες να είμαι πιο «δραστήριος» στο παιχνίδι και τελικά δεν άντεξα κι έβαλα τα κλάματα? Νόμιζα πως η γκρίνια σου θα γινόταν κλάμα, όμως ήρθες, με αγκάλιασες, κάθισες στην αγκαλιά μου, άρχισες να γελάς και μου είπες «μπαμπά μην κλαις»!
Υπάρχουν τόσα πράγματα που θυμάμαι και μάλλον δεν θυμάσαι.. Υπάρχουν τόσα πράγματα που πίστευα πως έπρεπε να φανώ δυνατός και σκληρός μπροστά σου, ώστε να μπορέσεις να τα αντιμετωπίσεις, τόσα δάκρυα που έπνιξα και κόντεψα να πνιγώ, τόση μοναξιά που «στόλισα» και άδειαζα κι άλλο μέσα μου, τόση σκληρή και άδικη πραγματικότητα που έπρεπε να διαχειριστώ… κι εσύ… εσύ, με έβλεπες βαθιά μέσα στα μάτια, με βλέμματα που έξυναν τις πιο βαθιές σκέψεις μου και μου έγνεψες συγκαταβατικά… Ναι, να φύγουμε.
Και φύγαμε. Θυμάσαι?

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Save the last dance for me….


29 Απριλίου 2014


Σήμερα είναι παγκόσμια ημέρα χορού. Και είμαστε χορού...μενοι. Παιδοτοπινγκ αγκαιν. Και ο μικρος χορο-πηδαει στα φουσκωτά, χορο-στατεί στις ζαβολιές, και μου κλείνει το μάτι από το δίχτυ... Εγώ, ο μπαμπάς δηλαδή, δέχομαι να με χορέψει στο ταψί ο μικρός καβαλιέρος μου. Αυτός δίνει το βήμα, αυτός με ζαλίζει στις στροφές, σε αυτόν αφήνομαι.. και παραδίνομαι στον ρυθμό του που καίει ακόμα... και θα καίει για όσο αυτή η Φλόγα δέχεται να μείνει ντάμα μας. Σιγά σιγά προσπαθώ να προετοιμαστώ για τη στιγμή που θα φουσκώσει τα πνευμόνια του και θα έρθει αποφασιστικά να σβήσει τη φωτιά αυτού του ρυθμού, για να ανάψει αλλού τις δικές του φλόγες. Μήπως πρέπει να αρχίσω κι εγώ να προβάρω τα χορευτικά μου παπούτσια και για άλλους ρυθμούς? Πώς θα ξαναβρώ τη φόρμα μου που μου έχει ξεχειλώσει από τα τόσα πολλά "αγκαλιάαααα μπαμπάαααα"? .... παιδοτοπινγκ θοτς... όπως έλεγε και μία παλιά διαφήμιση "μεγαλώσαμε.. και οι επιθυμίες μας έγιναν ανάγκες". Του μποθ οφ ας.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Παρα-μύθοι (τα βασικά)

25 Απριλίου 2014 


Κάποτε ήμασταν παιδιά και τα πιο τυχερά από εμάς, μεγάλωσαν με παραμύθια από τη γιαγιά, για να έχουμε όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα..
            Μεγαλώσαμε λίγο, ερωτευτήκαμε, και κατάπιαμε αμάσητα πολλά παραμύθια, άλλοι τα αγόρασαν κιόλας, από κάποιους που τα πουλούσαν σωρηδόν… και καταφέραμε να εξακολουθήσουμε  να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου, με όνειρα γλυκά και ίσως λίγο πιο σκανταλιάρικα..
            Κατόπιν, γίναμε γονείς… κι εκπαιδευτήκαμε να διαβάζουμε παραμύθια στα παιδιά μας, για να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους να τρέξει και να έχουν όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα… Κι έτσι, να μάθουν αργότερα να κατεβάζουν αμάσητα τα παραμύθια που πωλούνται στα νυφοπάζαρα και τα ηλεκτρονικά ή μη συνοικέσια…
            Ας μπει λοιπόν ένα τέλος… Κάποτε ας πούμε στα παιδιά μας την αλήθεια… Όχι άλλο, παραμύθι! Ή μάλλον εναλλακτικά.. ας πούμε… παρα-μύθοι….
            Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώστης κλώτσο να γυρίσει τους παρα-μύθους να αρχινίσει….
            Παρα-μύθος 1. «Οι καλοί πάντα νικάνε στο τέλος».
Ναι, όπως στις αμερικάνικες ταινίες. Πάντα πρέπει να βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα από τις αμερικανάδες. Κι όπως βλέπεις τη «Συμμορία των 19» (κάπου εκεί πρέπει να είναι τώρα), μέσα στους «κακοποιούς» θα είναι κι ένας καλός, ο οποίος θα είναι και πολύ ευαίσθητος και ή που θα κλέβει για τη φουκαριάρα τη μάνα του που έχει καταρράκτη και ανεμοβλογιά στα 69 της ή που θα έχει από 2 εξώγαμα σε κάθε χώρα του πλανήτη που το όνομά της αρχίζει από Ι. Και αυτός, ο πονόψυχος «καλός» κακοποιός, στο τέλος θα κοροϊδέψει όλους τους συνεργούς του της Μεγάλης Ληστείας και θα τα πάρει όλα τα λεφτά, γιατί είναι για καλό σκοπό. Και αφού εγχειρίσει τη μάνα του και βάλει όλα τα εξώγαμα εσώκλειστα στο Ταμτιριρί Ιδιωτικό Κολλέγιο που έχει ένα όνομα που αρχίζει από C και που υπάρχει σε όλες τις χώρες που αρχίζουν από Ι, τα υπόλοιπα θα τα δωρίσει σε σεμνή τελετή με live web streaming σε ιδρύματα και συλλόγους που στηρίζουν τους φυλακισμένους σε όλες τις χώρες, ανεξάρτητα από το τι γράμμα αρχίζει το όνομά τους. Έτσι, πλαγίως, έχει βοηθήσει και τους συνεργούς του, που τους έκλεισε στη μπουζού καταδίνοντάς τους..
Ε, λοιπόν, Όχι παιδί μου. Οι καλοί δε νικάνε πάντα. Η ζωή δεν είναι δίκαιη. Και ποτέ εγώ προσωπικά δεν σου υποσχέθηκα ότι η ζωή θα είναι δίκαιη, οπότε μη μου ζητάς τα ρέστα. Άλλωστε δεν τα έχω. Μου τα έκλεψε ο κακός της αμερικάνικης ταινίας… Και για να τα λέμε όλα, η ταινία πάντα τελειώνει χωρίς η ιστορία πραγματικά να έχει τελειώσει. Ρουφιάνος δεν είμαι, αλλά πέντε πράγματα που είναι να πω, θα στα πω έξω από τα δόντια…
Μόλις τελειώσει η ταινία, οι κακοί δραπετεύουν από τη φυλακή, λαδώνοντας έναν φρουρό από τα χρήματα που δώρισε στη φυλακή τους ο καλός κακοποιός και πάνε και τον βρίσκουν στην έπαυλή του, στα εξωτικά νησιά που το όνομά τους δεν αρχίζει από γράμμα, γιατί ακόμα δεν έχουν ανακαλυφθεί τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο, και τον αρχίζουν στα «γαλλικά» ανεξάρτητα από το τι γλώσσα θα μιλάνε σε αυτά τα εξωτικά νησιά που ακόμα δεν έχουν ανακαλυφτεί, στατιστικά πάντως, ισπανικά θα μιλάνε… Και αυτός θίγεται από τα γαλλικά τους, και ξεκινάει ένας τσαμπουκάς και γίνεται Ανάστα ο Κύριος, για να είμαστε κι επίκαιροι… Και έτσι οι κακοί συνεργοί καταλαμβάνουν και την έπαυλη, και τα γιωτ, και τα ελικόπτερα και τρώνε και όλο το σούσι που είχε παραγγείλει. Τηλεφωνεί που λες αυτός στη μάνα του να του ετοιμάσει μπριάμ γιατί με το σαματά και τη ληστρική επιδρομή στο σπίτι του γουργουρίζει και το στομάχι του, και μαθαίνει η μάνα του τα νέα και κλωτσάει τον καταρράκτη… τον διακοσμητικό που της πήρε δώρο για τα γενέθλιά της των 70 ετών, και σπάει τη λεκάνη της, γιατί γλίστρησε στα νερά… Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, του τηλεφωνούν και από δύο Ιδιωτικά Κολλέγια που αρχίζουν από C και είναι σε χώρες που αρχίζουν από Ι, και τον ενημερώνουν ότι τα παιδιά του το βράδυ πήδηξαν το φράχτη (με μικρό φ, δεν είναι επίθετο, για το τι έπαθε ο Φράχτης ο συμμαθητής τους, θα στα πω όταν μεγαλώσεις λίγο), και γυρνάνε σαν τους αρματωλούς στα βουνά με κάτι νεροπίστολα και τρώνε μόνο βελανίδια.
            Όχι αγόρι μου, όχι.. ο καλός δεν θα δει χαΐρι και προκοπή στη ζωή του. Βέβαια, κάποτε θα πρέπει να ορίσουμε ξανά την έννοια του να είσαι «καλός», αλλά με την «κοινή λογική», που απέχει παρασάγγας από τη δική μου, θα ήθελα να σε ενημερώσω πως ο «καλός» όλο μπελάδες έχει. Αυτήν την κουβέντα κράτα τη από μένα, βάλτην στην τσεπούλα σου, εκεί που μαζεύεις τα φιλάκια από τους ανθρώπους που σε αγαπάνε και προχώρα στη ζωή σου.
Εγώ ας πούμε θα προτιμούσα να είσαι δίκαιος, μπορεί η ζωή να μην είναι δίκαιη, αλλά ο δίκαιος άνθρωπος κοιμάται με ήσυχη τη συνείδησή του νομίζω. Και ο καλός κοιμάται με ήσυχη συνείδηση, αλλά τον ξυπνάνε οι κρίσεις πανικού, για τις οποίες θα σου μιλήσω μια άλλη φορά….
            Είναι πολλοί οι παρα-μύθοι αγόρι μου.. Επιφυλάσσομαι για τη συνέχεια…  

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Της καληνύχτας… το φιλί της ζωής

23 Απριλίου 2014   


Από μικρός άκουγα πάντα μουσική, έπαιζα με το ραδιόφωνο να ακούγεται από την κουζίνα που μαγείρευε η μαμά μου, αργότερα διάβαζα με μουσική από το στερεοφωνικό μου συγκρότημα (καλά, όχι και πολεοδομικό συγκρότημα, ούτε καν πολυκατοικία, μία παλιά μονοκατοικία, κι έτσι όπως κρεμόταν και κάποια καλώδια, ήταν σαν είχε και αυλή η μονοκατοικία…). Ακόμα πιο αργότερα, στο στρατό είχα το ραδιοφωνάκι μου, και στα ταξίδια μου πάντα άκουγα τη μουσική του τόπου που πήγαινα.
            Αυτό που πάντα πρόσεχα ήταν οι στίχοι. Στίχοι ντυμένοι με μία όμορφη μελωδία ήταν ικανά να με κάνουν να κολλήσω για ώρες στο replay
            Όπως φαντάζεστε άκουσα και έμαθα απ’ έξω κι ανακατωτά, πολλά ερωτικά τραγούδια σε «αρκετές» ευρωπαϊκές γλώσσες (εδώ, τώρα προσπαθώ να σας πω πλαγίως, πως μιλάω ξένες γλώσσες.. στον πληθυντικό… όχι μόνο μία ή δύο..).
            Όταν έγινα πατέρας, όταν δηλαδή ξαναγεννήθηκα, έτυχε να ακούσω τα ίδια τραγούδια με τα οποία για χρόνια ερωτευόμουν, πονούσα, έκλαιγα, χαιρόμουν ή απλά φαντασιωνόμουν…. Συνειδητοποίησα λοιπόν, πως οι στίχοι αυτών των τραγουδιών εξέφραζαν ακριβώς αυτό που ένοιωθα γι’ αυτό το μικρό πλάσμα που ανέπνεε ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι μας…
            Είτε οδηγούσα είτε ήμουν στη δουλειά είτε ήμουν σπίτι, όποτε ακουγόταν ερωτικό τραγούδι σκεφτόμουν παιχνιδιάρικα τους στίχους σα να αφορούν εμένα και τον μικρό μου, και όλα μου ταίριαζαν… ήταν από αστείο έως συγκινητικό….
            Και αργότερα ήρθε το διαζύγιο. Και η έλλειψη συντροφικότητας. Και η έλλειψη ερωτικού αντικειμένου για να αναφέρεται κάποιο από τα τραγούδια που με συντρόφευαν μια ζωή… Και ήρθε και η απογοήτευση, η απεριόριστη μοναξιά, η αίσθηση εγκατάλειψης, η απαξία, ή έλλειψη διάθεσης για ζωή και χαρά…, αλλά έπρεπε να κρατηθώ από όπου μπορούσα.. Γιατί ένα μικρό πλασματάκι, μία ψυχούλα, ένας ανθρωπάκος με κοιτούσε βαθιά μες στα μάτια να διακρίνει αν βουρκώνω, ή α χαμογελάω ή αν μου έρχεται να κουκουλωθώ στο κρεβάτι μου μαζί του και να κλειστούμε μέσα μας και μακριά από όλα όσα μας πλήγωσαν…
            Και εκεί, κουκουλωμένοι στο κρεβάτι μας, μια νύχτα που είχαμε και οι δύο 39 πυρετό, και πεινούσαμε και κρυώναμε.. και ο μικρός γκρίνιαζε φωναχτά ενώ εγώ γκρίνιαζα από μέσα μου… πήραμε τα depon μας και έπεσε λίγο ο πυρετός και αγκαλιαστήκαμε… ήθελε πάντα να τον έχω αγκαλιά όταν κοιμόταν, σε όλη εκείνη την μακρά πρώτη περίοδο αμέσως μετά το χωρισμό.. ήθελε να κοιμόμαστε μουσούδα με μουσούδα… ήταν έτοιμος να τον πάρει ο ύπνος και κολλούσε το μουτράκι του στο δικό μου, τα χείλη του στα βλέφαρά μου… και από μέσα μου, η ψυχή μου γρατζουνούσε στην κιθάρα των πατρικών ενστίκτων μου, κάποιους στίχους….
            Φωτιά θ’ανάψω κι εκεί θα κάψω
όσα παράπονα και πίκρες έχω ζήσει
δεν είχα άστρο στο μαύρο άσπρο
ώσπου η αγάπη ήρθε δίπλα να καθίσει

Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
και βάλε με βάλε με μες στην καρδιά σου
και δώσε μου δώσε μου το φιλί της ζωής

Άγγιξε άγγιξε τα όνειρά μου και
φίλα με φίλα με στα βλέφαρά μου
και δώσε μου δώσε μου το φιλί της ζωής

Ζωή χαμένη παραδομένη σε λάθος κόσμο
που μου έγινε συνήθεια
κι εκεί που όλα χαθήκαν όλα
τ’όνειρο ξύπνησε κι έγινε αλήθεια

Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
και βάλε με βάλε με μες στην καρδιά σου
και δώσε μου δώσε μου το φιλί της ζωής

Άγγιξε άγγιξε τα όνειρά μου και
φίλα με φίλα με στα βλέφαρά μου
και δώσε μου δώσε μου το φιλί της ζωής 

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ξυπόλυτοι (η συνέχεια) ή Τα δικά μας παπούτσια

21 Απριλίου 2014  


Θα ήθελα να σου μιλήσω γιε μου για το ταξίδι προς τον εαυτό μας. Είναι μακρύ, πολύ μακρύ, συνήθως χωρίς μεταφορικά μέσα για να κάνουν τη διαδρομή ευκολότερη. Με τα πόδια το κάνεις αυτό το ταξίδι. Και μπορεί στην αρχή να μην έχεις περιττά βάρη και αποσκευές, αλλά στην πορεία κουβαλάς και τη βαλιτσούλα σου, και 2-3 σακούλες με δώρα από αγαπημένους ανθρώπους και καμιά σακούλα από τα jumbo με τα αγαπημένα σου παιχνίδια που δεν θέλεις να τα αποχωριστείς ποτέ, και τα αγαπημένα σου ρούχα, και τα αγαπημένα σου παπούτσια, και το αγαπημένο σου αυτοκίνητο, και το αγαπημένο σου σπίτι, και τους αγαπημένους σου ανθρώπους που δεν «πρέπει» να πληγώσεις και σιγά σιγά τα πόδια σου τρέμουν κάτω από το βάρος των «αγαπημένων» που κουβαλάς και δύσκολα πια μπορείς να μετακινηθείς προς τον τελικό προορισμό σου…, που είσαι εσύ…
Μάλλον τελικά, με πόνο ψυχής, πρέπει να φυλάξεις όλα αυτά τα αγαπημένα σε μία σπηλιά που θα φτιάξεις ειδικά για όλα όσα αγαπάς, και να τα αποχαιρετίσεις. Γιατί αυτά δεν είναι ο προορισμός σου, αυτά τα μάζεψες στην πορεία. Και είναι γιε μου, πολύ σκληρό, να περπατάς με τα πόδια ξυπόλυτος και γυμνός για να ψάξεις να σε βρεις, αλλά να είσαι σίγουρος, πως αυτή η διαδρομή είναι ίσως η μόνη που θα σου αποκαλύψει τον εσωτερικό θησαυρό σου…
Θα υπάρξουν μέρες που θα φοβηθείς, μπροστά σε δύσκολες διαδρομές μέσα από τη ζούγκλα των ανθρώπων ή τα τροπικά δάση της ψυχής σου, και ο καιρός σου παίζει άσχημα παιχνίδια.. που τη μια στιγμή έχει ηλιοφάνεια και αμέσως μετά βρέχει καταρρακτωδώς… ίσως υπάρξουν πολλοί να σου απλώσουν το χέρι, κάποιοι για να σε βοηθήσουν να περάσεις απέναντι από έναν χείμαρρο, κάποιοι άλλοι για να σε σπρώξουν στη λάσπη ή ίσως απλά για να κρατηθούν εκείνοι που επίσης κινδυνεύουν από τις παλίρροιες των καιρών.
Θα σε χλευάσουν που βγήκες γυμνός και ξυπόλυτος, θα με κατηγορήσουν κι εμένα, που «πατέρα δεν είχε και τον άφησε να κυκλοφορεί έτσι?»…. Εσύ όμως με τα μάτια και τα αυτιά αλλά κυρίως την καρδιά σου ανοιχτή, ξέρεις. Ξέρεις για πού τράβηξες. Κι είναι δύσκολο να κλείσεις τα αυτιά και τα μάτια σου, το γνωρίζω καλά, όμως η πορεία σου σε αυτό το δρόμο θα σε ντύνει με εμπειρίες, θα σου φορέσει τα παπούτσια της γνώσης που γνωρίζουν να διαλέξουν μονοπάτια ή να δημιουργούν τα δικά τους…. Και χαμογελάς, ή νοιώθεις θλίψη, αδιαφορείς ή πονάς, αλλά γνωρίζεις πως πρέπει να προσπεράσεις… Θα είσαι λίγος αν δειλιάσεις, αν διακόψεις τη διαδρομή σου για να αναμετρηθείς με «φωνές» που σε στοχοποιούν για να δικαιολογήσουν την εμμονική φοβία τους για το οποιοδήποτε βήμα της διαδρομής και να νοιώσουν ανακούφιση για την αβίωτη ζωή τους. 
Σύντομα δεν θα αισθάνεσαι γυμνός και απροστάτευτος, αλλά ντυμένος και δυνατός. Στα μάτια των άλλων ίσως εξακολουθείς να φαίνεσαι γυμνός και ταλαιπωρημένος. Αλλά γιε μου, τα μάτια των άλλων δεν έχουν δει το δικό σου μονοπάτι, δεν ξέρουν…. Μην τους κατηγορήσεις για την άγνοιά τους, αλλά ποτέ μα ποτέ μην πέσεις στην παγίδα να δικαιολογήσεις τον εαυτό σου. Εσύ ξέρεις. Το μονοπάτι σου το περπάτησες σχεδόν μέχρι τέλους…
Και κάπου εκεί, κάπου στο ξέφωτο, με έναν μαγικό τρόπο η σπηλιά που είχες κρύψει τα αγαπημένα πριν βγεις στο δρόμο, εμφανίζεται μπροστά σου. Κάποια ρούχα μπορεί να μη σου κάνουν πια, κάποια παιχνίδια να μη σε ικανοποιούν το ίδιο, το αυτοκίνητο να είναι πια εντελώς απαρχαιωμένο ή εντελώς εκτός του γούστου σου, το σπίτι μπορεί να έχει μουχλιάσει από τα χρόνια που έμεινε κλεισμένο στη σπηλιά.
Κατάλαβες λοιπόν, πως όλα αυτά δεν ήσουν απαραίτητα εσύ. Εσύ, το μόνο που θα ήθελες να κρατήσεις είναι τα αγαπημένα χέρια, όσα από αυτά παρέμειναν αγαπημένα, όσα από αυτά σε περίμεναν υπομονετικά να φτάσεις στο τέλος της προσωπικής σου διαδρομής και ειδικά όσα από αυτά δεν έκλεισαν ποτέ την αγκαλιά τους, ούτε όταν ήσουν στην αρχή του ταξιδιού, φοβισμένος αλλά αποφασισμένος, ούτε τώρα στο τέλος της, που έχεις αλλάξει τόσο πολύ ώστε τελικά μοιάζεις στον πραγματικό σου εαυτό..
Και θα συνειδητοποιήσεις πως έπρεπε τελικά να αλλάξεις πολύ για να γίνεις αυτός που πραγματικά είσαι. Και δεν θα πείσεις ποτέ πια τον εαυτό σου ότι είσαι κάτι άλλο. Και δεν θα προσπαθήσεις, γιατί απλά δεν σε νοιάζει, να πείσεις κανέναν ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι πιο «αποδεκτό» από τα κλειστά κουτάκια τους.
Θα ήθελα να σου μιλήσω γιε μου για αυτή τη διαδρομή, αλλά δεν μπορώ ακόμα να βρω τον τρόπο… ίσως επειδή εγώ ακόμα δεν έχω φτάσει στο τέλος της, αλλά σίγουρα, μαζί σου, ξεκίνησα γυμνός και ξυπόλυτος την πιο όμορφη περιπέτεια της ζωής μου. Και σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μου κάνεις.


Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ολονυχτία κρίσης πανικού

19 Απριλίου 2014  - Μεγ. Σάββατο


Ο μπαμπάς δεν κοιμήθηκε καθόλου όλη νύχτα... ολονύχτια κρίση πανικού με απίστευτο πόνο στο στήθος, ένα αόρατο πόδι μου πατούσε την καρδιά με μια αρβύλα με καρφιά όλη νύχτα.... ο μικρός δίπλα μου κοιμόταν σαν αγγελούδι... Ήμουν στο όριο να πιστέψω πραγματικά πως έχω πάθει έμφραγμα, αφού δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ στο ελάχιστο ούτε να αναπνεύσω κανονικά. Ευτυχώς γνωρίζω πια και ήμουν πολύ ψύχραιμος αν και μέσα μου έτρεμα... Αν πάθω κάτι και ο μικρός είναι δίπλα μου Πασχαλιάτικα? Μετά από 6ωρη ταλαιπωρία, αποφάσισα να σηκωθώ στις 6μιση να πάρω το ομοιοπαθητικό μου μίγμα για την κρίση πανικού και να επιστρέψω στο κρεβάτι μπας και προλάβω να κοιμηθώ λίγο... Μόλις επέστρεψα στο δωμάτιο, ο μικρός είχε ξυπνήσει και με έψαχνε και φώναζε "είναι μέρα, είναι μέρα, πάμε στο σαλόνι, θέλω να παίξουμε" και γκρίνιαζε γιατί με έβλεπε πως νύσταζα... Είναι 7 και 45 το πρωί Μεγάλου Σαββάτου, έχω ήδη πιει το πρώτο κακάο, ο μικρός δίπλα βλέπει Dora & Diego και ελπίζω να τον ξαναπάρει ο ύπνος... Καλή Ανάσταση να έχουμε!

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Φώτα πορείας

18 Απριλίου 2014 


 Θέλεις να φύγεις. Πάλι. Αλλά δεν ξέρεις από πού. Πρέπει να νοιώθεις πως ανήκεις κάπου για να μπορείς να φύγεις από αυτό. Δεν ανήκεις όμως. Δεν το νοιώθεις βαθιά μέσα σου πως ανήκεις. Δεν βρίσκεις τόπο να ανήκεις. Ούτε άνθρωπο. Ούτε χρόνο. Ούτε σε εσένα όμως ανήκεις. Σε αυτές τις προσωπικές στιγμές αναζήτησης, έρχεται το κράτος και η εκκλησία με τα έγγραφά τους (οικογενειακή μερίδα, γάμος, διαζύγιο, ληξιαρχείο, βάφτιση κτλ) να σου δηλώσουν γραπτά «ώπα φιλαράκι, εδώ το λέει ξεκάθαρα, ανήκεις στον τάδε Δήμο, στο τάδε μητρώο αρένων, είσαι του… και της… το γένος… και έχεις υπηκοότητα ελληνική και θρήσκευμα τάδε..». Ανήκεις επίσης στον ΟΤΕ και τη ΔΕΗ και τα κοινόχρηστα που ξεκάθαρα έρχονται στο όνομά σου, σε συνδυασμό με μία συγκεκριμένη διεύθυνση, που μάλλον αυτόματα πρέπει να θεωρείς σπίτι σου…
Και πόσα πραγματικά σου ανήκουν? Το σπίτι σου? Αν δεν είσαι νοικάρης – οπότε δεν σου ανήκει - τότε είσαι ιδιοκτήτης, οπότε πληρώνεις χαράτσι στο κράτος, άρα είσαι ιδιοκτήτης «υπό όρους». Αλλά και χωρίς χαράτσι, δεν νομίζω πως σου ανήκει τίποτα από όλα όσα θα εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα κι όταν εσύ δεν θα είσαι πια εδώ… Κινητά, αυτοκίνητα κι ακίνητα βρίσκονται απλά υπό το καθεστώς προσωρινής επιμέλειάς σου. Θα σου προσφέρουν ένα περιτύλιγμα για να κουκουλωθείς ακόμα πιο βαθιά μέσα σου.
Σήμερα λοιπόν φίλε μου, κοιτάξου στον καθρέφτη και δες τι πραγματικά σου ανήκει…
Τα μάτια σου έχουν μία περίεργη λάμψη, ίσως την ίδια ακριβώς, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν από την ημέρα που γεννήθηκες… Δίπλα τους όμως σχηματίζονται πια αυλακώσεις του χρόνου, του πόνου, του γέλιου, του κλάματος που σε συνόδευσαν σε μια πορεία ζωής που επίσης σου ανήκει…
Τα γένια σου, αν και ξανθός, ήταν πάντα σκούρα καστανά… Σχεδόν ξαφνικά, εδώ και κανα ζευγάρι χρόνια, κάποιος αόρατος ζωγράφος πήρε το λεπτό πινελάκι του blanco και άρχισε να τα αποχρωματίζει… επιλεκτικά.. και ενώ πριν από λίγα χρόνια μετρούσες τις άσπρες τρίχες με περιέργεια, τώρα ξαφνικά το μούσι αρχίζει να embrace diversity και κάθε μαύρη τρίχα έχει πάρει αγκαλιά και μία λευκή τρίχα, και είναι έτοιμες για την επόμενη φωτογράφηση της United colors of Benetton. Ε, λοιπόν και αυτός ο ζωγράφος με το πινελάκι του σου ανήκουν. Εσύ τον γέννησες και τον ανάθρεψες, εσύ του έδωσες και το πινελάκι… αυτός απλά σημειώνει με ένα tick πάνω στο πρόσωπό σου πως «πάει κι αυτή η μέρα, ο μήνας…».
Το σώμα σου αλλάζει. Όχι δεν ψηλώνει πια. Παχαίνει, αδυνατίζει… Το στομάχι σου στρογγυλεύει και ξανα-ισιώνει. Γιατί υπάρχουν περίοδοι που μαζεύει πολλά «που δεν μπορεί να καταπιεί». Άλλοτε πάλι, τα χωνεύει. Και πάλι απ’ την αρχή..
Τα πόδια σου αρχίζουν να κουράζονται. Έχουν περπατήσει πια πολλά χιλιόμετρα. Σε έχουν κουβαλήσει ολόκληρο σε μήκη και πλάτη της γης και των προσωπικών σου διαδρομών.
Τα χέρια σου. Έπαιξαν με πλαστελίνες, δημιούργησαν κατασκευές, έμαθαν να γράφουν εξετάσεις, να γυμνάζονται, να σε χτενίζουν, να σε ντύνουν, κι ακόμα στέκονται εκεί, στο προσκεφάλι σου,, έτοιμα να γράψουν για σένα όλα όσα το στόμα δεν σου πρόσφερε ποτέ τη δυνατότητα να εκφράσει… Και τα βλέπεις πολλές φορές πώς πετάγονται οι φλέβες τους… από την ένταση των όσων ζουν…
Το παιδί σου. Αυτό δε σου ανήκει. Ανήκει στον κόσμο μας, αλλά κυρίως στον δικό του κόσμο. Όμως το χαμόγελο που σου ρίχνει όταν κοιτάζεστε, ναι φίλε μου, αυτό σου ανήκει. Όπως και τα «σ’αγαπώ» που προφέρει το στόμα του, αυτά σου ανήκουν. Όπως και οι γκρίνιες του, και τα κλάματα και τα πολλά «γιατί», κι αυτά σου ανήκουν… Για όλα αυτά βγήκες στο δρόμο. Για όλα αυτά έφυγες. Για όλα αυτά ταξίδεψες το ταξίδι το έξω από σένα που σε οδήγησε πίσω στο κέντρο σου.
Και ολόκληρος εσύ, τα μάτια, τα χέρια, τα γένια, τα πόδια και κυρίως η καρδιά χτυπάνε στον παλμό ενός μικρού ανθρώπου, που ανέλαβε πια να κινεί τους δείκτες του ρολογιού της ζωής σου για σένα, γιατί μετρώντας τα δικά του χρόνια προσθέτεις ποιότητα ζωής στα δικά σου, που πια δεν έχει νόημα να μετριούνται.
Σύντομα όμως, θα πρέπει να φύγεις πάλι. Γιατί δεν ανήκεις στον γιο σου. Ούτε σου ανήκει. Είσαι η μεγάλη αγκαλιά του σύμπαντος γι’ αυτόν, και αυτός είναι για σένα η επιστροφή στη μάνα γη. Πρέπει να φύγεις για να του δώσεις το περιθώριο να …φύγει. Γιατί δεν θέλεις να ανήκει. Τα ποδαράκια, τα χεράκια και τα ματάκια έχουν να γράψουν πολλά χιλιόμετρα ακόμα. Στα πρώτα λίγα χιλιόμετρα, μπορείς να λειτουργήσεις ως φανάρι, δείχνοντας το πράσινο και το κόκκινο ή το πορτοκαλί, αργότερα ως οδική σήμανση, δείχνοντας τις επικίνδυνες στροφές, το ανώτατο όριο ταχύτητας, τα αδιέξοδα, και τα stop για έναν καλό έλεγχο της κατάστασης… όμως οι δρόμοι είναι ανοιχτοί μπροστά του. Εσύ, συνοδηγός στην αρχή, στο πίσω κάθισμα αργότερα και με άλλο μεταφορικό μέσο ακόμα πιο αργότερα..
Με τα ίδια σου τα πόδια να χαράξεις κι άλλο μονοπάτι. Και να τον μπερδέψεις. Να τον στείλεις από άλλο μονοπάτι. Δίχως χνάρια. Με ένα σακίδιο επιβίωσης στην πλάτη γεμάτο από την αγάπη σου.
Και φεύγεις…