Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Παιχνίδια ημερολογίου

27 Δεκεμβρίου 2014


Είναι περίεργο πώς το ημερολόγιο μπορεί να παίζει τόσα παιχνίδια μέσα μας. Βλέπεις τις μέρες να πλησιάζουν με πάθος να φιλήσουν στο στόμα την αγαπημένη τους 31-12 του έτους, λες και την περίμεναν από καιρό κρυμμένες στη γωνία, στέλνοντάς της ερωτικές επιστολές καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς… Όλες οι μέρες της χρονιάς, έστηναν μικρά καθημερινά πανηγύρια, από τα οποία μπορεί να έπαιρναν χαρές ή απογοητεύσεις, με μοναδικό σκοπό να πλησιάσουν κάποτε από κοντά, την αιώνια αγαπημένη, την 31-12 και να δουν το πρόσωπό της να φωτίζεται με ένα χαμόγελο ικανοποίησης για όλα όσα της προσφέρονται στα πόδια της. Είναι η μέρα που συμβολίζει την τελευταία επιθυμία, είναι η μέρα που το πανανθρώπινο γένος περιμένει για να κάνει flash back στη ζωή του, και το συναισθηματικό αποτέλεσμα αυτής της αναδρομής εκδηλώνεται στο κοριτσίστικο πρόσωπο αυτής της μέρας.
Η μέρα αυτή είναι η ζωντανή απόδειξη της ρήσης «κάθε τέλος είναι μια νέα αρχή». Έντονα φορτισμένη από εσωτερικές διεργασίες, απολογισμούς για τα χρόνια που φεύγουν, για την ωριμότητα που πλησιάζουμε και ποτέ δε φτάνουμε, για τα γεράματα που θα είναι πάντα 15 χρόνια αργότερα – όποια ηλικία κι αν έχεις -, για φίλους που χάθηκαν ή για άλλους που προστέθηκαν, για έρωτες που έσβησαν ή για άλλους που ανέτειλαν και ίσως.. για ανθρώπους μας που δεν έφτασαν τελικά ποτέ να τη γνωρίσουν από κοντά αυτή την 31-12 παρόλο που η περυσινή τους είχε ευχηθεί «χρόνια πολλά» ή για άλλους ανθρώπους που δεν είχαν γνωρίσει από κοντά την περυσινή 31-12 κι όμως έσκασαν μύτη «από το πουθενά» να προσφέρουν ήδη κάποιες ελάχιστες ίσως αναμνήσεις, και να τις προσφέρουν σαν θυσία στο βωμό αυτής της 31-12 που ήδη ράβεται για να κάνει την μοναδική και πάντα αποχαιρετιστήρια εμφάνισή της όπου να ‘ναι…
Η μέρα αυτή μας τρέφει με την πιο μεγάλη ψευδαίσθηση αλλά ξέρει να το κάνει τόσο πειστικά που η χαρά πηγάζει από μέσα σου ασυναίσθητα. Είναι ντυμένη σχεδόν πάντα με ρούχα ρετρό, για να βοηθάει το μυαλό να γυρνάει πίσω. Κι όμως.. Χαίρεσαι για αυτό το τέλος. Μαθαίνεις πως κάποιες φορές γεμίζεις ελπίδα μόνο αν έρθει ένα τέτοιο τέλος, οριστικό, και διαγραφεί από τα ημερολόγια της ζωής σου κάτι… Ίσως και να μην ξέρεις ακριβώς τι. Αλλά κάτι. Που μπορεί και να σε πνίγει χωρίς να σε πιάνει από το λαιμό. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχες τίποτα να της προσάψεις της χρονιάς που φεύγει, ακόμα κι αν όλα πήγαν καλά, και πάλι χαίρεσαι που φεύγει. Γιατί αναμένεις τα καλύτερα. Και θέλεις να τα σκίσεις τα ρούχα τα ρετρό, που μπορεί να είναι και της μόδας και του γούστου σου, και να είσαι έτοιμος να ντύσεις την κόρη της, την 1-1 με άλλα ρούχα. Καινούρια. Ίσως και παράταιρα ή ασυνδύαστα. Όπως αρμόζει σε κάθε αμήχανη αρχή…

Μου αρέσει πολύ αυτή η μέρα που την ονομάζουμε «Παραμονή». Θα της πήγαινε και το «Αναμονή», που άνετα της το έκανες και ονοματεπώνυμο «Άννα Μονή». Έχει μια περίεργη ικανότητα αυτή η μέρα. Νομίζω πως έχει σπουδάζει ψυχολογία σε πανεπιστήμια που δεν υπάρχουν πια κι έχει διδαχτεί αυτήν την ικανότητα να ρουφάει από πάνω σου σαν ηλεκτρική σκούπα όλα τα πιθανά βάρη που δημιουργήθηκαν όσο το ημερολόγιο έμενε κολλημένο στην ίδια χρονιά και να σου δωρίζει νέες αλκαλικές μπαταρίες ελπίδας για αυτά που έρχονται. Κάποιοι τυχεροί, παίρνουν από τα χέρια της τις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες που είναι ικανές να σου βγάλουν όλη τη νέα χρονιά με ένα χαμόγελο διαρκείας, έχεις ή δεν έχεις προφανείς λόγους. Σου δίνουν την ώθηση να τους δημιουργείς. Σε όσους από εσάς δεν τύχουν οι επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, έχω να σας πω ένα μυστικό… Συνδεθείτε με τον κόσμο γύρω σας και ακόμα καλύτερα με τον κόσμο μέσα σας. Ενώστε τις μπαταρίες σας σε συσκευασία δώρου και ανοίξτε τες και πορευτείτε μαζί. Διαρκούν περισσότερο. Και ίσως τελικά οδηγούν σε επόμενες 31-12 μέρες, σε επόμενες «Παραμονές» που θα φαίνονται στα μάτια σας σαν φοιτήτριες που μόλις το έσκασαν από το σπίτι τους, γεμάτες όρεξη για τις νέες εμπειρίες που ο κόσμος απλώνει απλόχερα μπροστά στα μάτια και τα πόδια τους για να τις ζήσουν, ακόμα κι αν είναι μόνες σε άγνωστα και αχαρτογράφητα μέρη. 

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Ψίθυροι στον Αι Βασίλη

22 Δεκεμβρίου 2014


Άγιε μου Βασίλη, είμαι κι εγώ εδώ... Μπορεί να μη με βλέπεις, αλλά υπάρχω. Ο μπαμπάς σίγουρα σου έχει μιλήσει για το παιδί του αλλά αμφιβάλλω αν ποτέ σου ζήτησε κάποιο δώρο για το παιδί που κρύβει μέσα του. Ε λοιπόν, εγώ είμαι αυτό το παιδί και προσπαθώ να ψιθυρίσω μέσα από τα έγκατα της ψυχής του, μήπως και με ακούσεις…
Άγιε μου Βασίλη, θα ήθελα να μου φέρεις ένα ψυχικό gps, από αυτά που σου δείχνουν το δρόμο, το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσεις ώστε να βγεις ξανά στο φως, στον προορισμό σου. Νομίζω πως με έχει ξεχάσει εδώ μέσα ο μπαμπάς κι ασχολείται μόνο με το παιδάκι του. Αλλά έχω κι εγώ ψυχούλα. Και μπούκωσε. Δεν θέλω να μου φέρεις παιχνίδια ή λεφτά. Θέλω να με κάνεις να βλέπω τον κόσμο όπως πριν. Θα ήθελα να με πάρεις από το χέρι και να ανέβουμε μαζί το έλκηθρό σου, πάνω στα σύννεφα και να εμφανιζόμαστε για να μοιράσουμε χαρά στον κόσμο, γιατί θυμάμαι πως παλιά μπορούσα να το κάνω. Θέλω να μου ανοίξεις τα μάτια για να ξαναβρώ το δρόμο και τον τρόπο.

Άγιε μου Βασίλη, δεν μπορώ να περιμένω κι άλλη χρονιά, φοβάμαι πως ο χρόνος θα αρχίσει να με κοροϊδεύει πια όταν αυτό-αποκαλούμαι το «παιδί» που κρύβεται μέσα στο μπαμπά. Δείξε μου πού κρύβονται οι άνθρωποι – παιδιά, που κρατάνε την ψυχή στο χέρι τους και την καρδιά στην κωλότσεπη για να ανέβουμε μαζί στο καρουζέλ αυτές τις γιορτές. Βοήθησε τον ψίθυρό μου να ξαναγίνει δυνατή χαρούμενη φωνή και δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Το υπόσχομαι.  

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα…

17 Δεκεμβρίου 2014


Και να που πέρασαν δυο χρόνια από τότε που μείναμε μόνοι. Πέρασε τόσος καιρός από το πρώτο κείμενό μου, με τίτλο «και να ‘μαι λοιπόν στη σκηνή, κι ο γιος μου δίπλα» που δήλωνε τη μετάβασή μας από τη φάση της πλήρους οικογένειας στη μονογονεϊκή φάση.
Κι έγινε ο μικρός σου ανθρωπάκος, πιτσιρίκος. Και μπορεί για κάποιους αυτά να είναι συνώνυμα, αλλά για κάποιους πιο ευαίσθητους σε λέξεις που ηχορραγούν, δεν είναι συνώνυμα. Η μικρή ανθρώπινη σκιά των 18 μηνών που γαντζωνότανε στο παντελόνι σου και πατούσε και με τα δύο του ποδαράκια πάνω στην πατούσα σου για να τον κουβαλάς πάντα μαζί σου μέσα στο σπίτι, ξεπετάχτηκε. Και δεν αγκαλιάζει ολόκληρο το πόδι σου όταν πλένεις πιάτα για να μη σε χάσει από τα μάτια του. Και δεν φοβάται μήπως η πόρτα της τουαλέτας είναι μία κρυφή είσοδος σε ένα άλλο σύμπαν για σένα, οπότε δεν σου ζητάει επιτακτικά να τον έχει αγκαλιά όταν κάθεσαι στο θρόνο που και ο Βασιλιάς πηγαίνει μόνος. Και κινείται πια ελεύθερα στο χώρο του σπιτιού, παίζει παιχνίδια με ιστορίες της φαντασίας του, κάνει διάλογο στο παιχνίδι και εναλλάσσει και τις δύο φωνές των πρωταγωνιστών που «μαλώνουν», σου λέει ψέματα και αμέσως μετά «πλάκα σε κάνω» (ναι, «ΣΕ κάνω», γιατί είναι και Θεσσαλονικιός, κι όσο κι αν προσπαθεί ο μπαμπάς να το διορθώσει, το αίμα νερό δε γίνεται κι είμαστε περιτριγυρισμένοι από παππουδογιαγιάδες που το δουλεύουν πολύ το «με» και το «σε» και ο γιος μου δεν θα ‘χει μούτρα να επιστρέψει ποτέ στον τόπο που γεννήθηκε.. στην πρωτεύουσα που του κέρασε ένα κομμάτι κόσμου, ένα απόγευμα Μαγιού, σε μια κλινική της Μεσογείων κάπου στη Μεσόγειο)..
Κι έλεγα λοιπόν, πως έφτασε ο ανθρωπάκος να γίνει πιτσιρίκος. Να έχει άποψη, εγωισμό, ευγένεια ή αγένεια (τα περισσότερα ένσημα τα κολλάμε προς το παρόν στη δούλεψη της αγένειας αλλά καλύπτουμε πολλά ρεπά κάποιου ντροπαλού υπαλλήλου της ευγένειας όταν έχουμε κέφι). Και ήρθε σιγά σιγά και η στιγμή, που αρχίζεις να εισπράττεις. Να εισπράττεις αποδοχή, αγάπη, χαμόγελα ή κατορθώματα. Όπως εισπράττεις και στενοχώριες από χτυπήματα, νεύρα, γκρίνια, αρρώστιες και αϋπνίες, αλλά αυτά τα είχες και τότε που ήταν ανθρωπάκος. Τώρα που έγινε πιτσιρίκος, η αλλαγή είναι εμφανής στο μέσα του. Σε κοιτάει με βλέμμα γεμάτο. Έχει νόημα το βλέμμα. Σε δικάζει αυτό το βλέμμα. Και άλλοτε σε απαλλάσσει των κατηγοριών άλλοτε συνηγορεί με τον εισαγγελέα των ενοχών σου και σε φορτώνει σιωπηλές ή γκρινιάρικες αποπνικτικές καταδίκες. Αρχίζει να γίνεται σαφές πως κάτω από τις φτερούγες σου, τόσο καιρό, μεγάλωνε ένας μικρός νεοσσός, που απλώνει τα μικρά του φτερά.
Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα.
Τα δικά μας μικρά φτερά νομίζω πως τα είδα να ανοίγουν μπροστά στα μάτια μου, κατά τη διάρκεια της χριστουγεννιάτικής μας γιορτής. Πολλοί μικροί νεοσσοί, πουλάκια έτοιμα να πετάξουν, άπλωσαν τα μικρά τους φτερά και μας άφησαν άφωνους σε μία θεατρική παράσταση στην οποία οι γονείς είχαν τη θέση που πραγματικά τους αξίζει. Ήταν απλά το κοινό στη ζωή τους παιδιού τους που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν, να στηρίξουν, να είναι με οποιονδήποτε τρόπο δίπλα του, πέρα από το να το κοιτάνε από τη θέση του θεατή και να ψιθυρίζουν «μπράβο». Κι εγώ ψιθύρισα πολλά μπράβο. Και βούρκωνα όταν το ψιθύριζα. Και δεν ντρεπόμουν που βούρκωνα. Ένα «μπράβο» που μόνο μερικώς απευθυνόταν ουσιαστικά στο παιδί… το υπόλοιπο «μερικώς» το είπα στον εαυτό μου για να το ακούσω κι εγώ. Γιατί προσπάθησα πολύ να χτίσω πούπουλο πούπουλο αυτά τα μικρά φτερά, ώστε να μπορέσω να τα δω να απλώνονται στον κόσμο. Όχι, μη φανταστείτε πως ο γιος μου ήταν πρωταγωνιστής σε μία πρόζα. Είχε ένα μικρό ποιηματάκι αλλά σε ένα μουσικο-τελετουργικό θεατρικό στο οποίο έπρεπε να θυμάται καλά τη θέση του, τις κινήσεις του, το πότε πρέπει να κάνει τι, και ταυτόχρονα είχε το άγχος να «στρώνει» τη στολή του αγιοβασίλη εάν του στράβωνε εξαιτίας της «σύνθετης κινησιολογίας» που του ανατέθηκε… Δηλαδή, δεν ήταν αντικειμενικά κάποιο «κατόρθωμα», δεν θα εκπλαγείτε αν δείτε τι έπρεπε να κάνει, δεν σας μιλάω για ένα παιδί – θαύμα… αλλά δεν καταλαβαίνετε?
 Ήταν το δικό μου παιδί. Το παιδί μου που «ξετσουτσούνισε». Το παιδί μου που σταμάτησε να γαντζώνεται από το παντελόνι μου κι έπαιζε σε μία παράσταση με εμένα θεατή. Όπως ακριβώς του αρμόζει. Το σκηνικό της ζωής θα είναι πλέον στημένο μπροστά του καλώντας τον να το γεμίσει με παραστάσεις που θα γεμίζουν την καρδούλα του κι εγώ απλά θα παραμένω θεατής. Ήρθε η ώρα που η απόστασή μου από τη σκηνή θα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ… αλλά πάντα θα κρυφοκοιτάω, όσο μακριά κι αν είναι η θέση μου!

Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Γιαλαντζί γονείς


20 Νοεμβρίου 2013 (ναι, γράφτηκε ένα χρόνο πριν σαν σήμερα, αλλά δεν είχε ανέβει στο blog μου)


Για τις κόρες τις ακαμάτρες ή έστω για όσους δεν έλκουν μια καταγωγή από την περήφανη και τιμημένη Μικρά Ασία, φοβάμαι πως θα πρέπει να εξηγήσω αρχικά τι σημαίνει «γιαλαντζί» κυριολεκτικά… Γιαλαντζί, λοιπόν, λέμε τα ντολμαδάκια που δεν έχουν κιμά, αλλά μόνο ρύζι, και ως εκ τούτου είναι νηστίσιμα μεν, δεν είναι ντολμαδάκια δε… Είναι «γιαλαντζί». Τάχα μου δήθεν. Ντε μεκ. Να ‘χαμε να λέγαμε. Η αυθεντική συνταγή θέλει όλα τα κομφόρ, και τους κιμάδες του και τα πάντα του.. Αρχίσαμε μετά να αφαιρούμε σιγά σιγά, φτάσαμε να αφαιρούμε και τα βασικά συστατικά (τον κιμά εν προκειμένω) και μας έμειναν τα ντολμαδάκια «γιαλαντζί». Τους λείπει δηλαδή η ουσία για να γίνουν πραγματικά ντολμαδάκια…
            Και όπως πολύ σωστά υποψιάζεστε, ΔΕΝ θέλω να σας μιλήσω για τις χαρές του ουρανίσκου, αλλά θα τις δανειστώ για να σας περιγράψω την εικόνα που αντικρίζω γύρω μου από διάφορων ειδών γονείς, εμού συμπεριλαμβανομένου, πρώτου και καλύτερου… Όχι, ούτε εδώ θα αφήσω την πρωτιά στα ξένα χέρια.. Τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια..
            Νομίζω πως δεν υπάρχει ορισμός που να περιγράφει τι σημαίνει το να είσαι γονιός.. Όμως, θυμάμαι καλά, πως όταν ήμασταν μικρά παιδιά, ήμασταν απόλυτα έτοιμα να απαντήσουμε στην ερώτηση «τι είναι γονιός» με περισσή σιγουριά και αυθεντία περί της κατανόησης της έννοιας της λέξης..
            Και πέρασαν τα χρόνια, και μας αξίωσε ο Θεός (ή για άλλους, όπως άκουσα, μας τιμώρησε επειδή κάναμε έρωτα χωρίς προφυλάξεις) να αποκτήσουμε κι εμείς ένα παιδί. Ορίτζιναλ. Κανονικό. Όπως όλα τα άλλα παιδάκια που βλέπαμε γύρω μας να τρέχουν, να γελάνε, να κλαίνε, να αρρωσταίνουν, να γκρινιάζουν, να μαλώνουν, να παίζουν, κι είχαμε πάντα γνώμη για τους γονείς τους και τη συμπεριφορά τους απέναντί τους.. Και ήρθε το δικό μας παιδάκι.. Ένα πραγματικό παιδί, της πραγματικής ζωής… Κι αν μας ρωτήσεις τώρα τι σημαίνει «το να είναι κανείς παιδί» έχουμε αμέσως να σου προσφέρουμε την απάντηση, γνωρίζουμε πολύ καλά τί σημαίνει, η έννοια της λέξης είναι μία και μοναδική.. Και δεν μου περνάει από το μυαλό κανένα «γιαλαντζί» παιδί…
Τελευταία όμως, σουλατσάρει στο μυαλό μου η φράση «γιαλαντζί» γονιός… Ένας γονιός, που του ‘πεσε λίγο βαρύς ο κιμάς, και προτίμησε να απαλλαχτεί από αυτόν, που μπορεί να φέρει και καούρες, και παχαίνει κιόλας, και δεν είναι και νηστίσιμος, και πρέπει να προσέξεις πολύ και από πού θα τον πάρεις, να ξέρεις το μοσχάρι, τη μάνα του, το Ε9 του, τη θεία του τη Γίτσα από το Γύθειο (που τραβιότανε μ’ έναν τράγο από το Δομοκό και μη του μετέφερε και τίποτα μεταδιδόμενα νοσήματα, γιατί είχανε στείλει και την κουνιάδα τους τη La vache qui rit στο Λονδίνο να σπουδάσει, και βρέθηκε η συγκάτοικός της να παραπατά και να ζαλίζεται και την έκλεισαν στο pet ψυχιατρείο και τη σφάξανε μετά από 2 μήνες… Ένα σωρό λεφτά πληρώσανε τότε η Γίτσα κι ο τράγος να την φέρουνε πίσω από τα Λονδίνα, τότε να φανταστείς, περίπου 45 μοσχάρια δώρο στείλανε.. Τότε!!! Εκείνα τα χρόνια!!), και σου λέει κι ο γιαλαντζί γονιός, να μείνω καλύτερα νηστίσιμος, απαλλαγμένος από τα πολλά πολλά, και στην τελική ποια η διαφορά? Πάλι γονιός είμαι!
Και γδύθηκε ο γονιός από τα βασικά συστατικά του.
Και «ξεμπέρδεψε με αυτά».
Και κάθε μέρα, σε διάφορα μέρη, από σημεία επαγγελματικά, φιλικά, κοινωνικά, στο δρόμο και αλλού, βλέπεις δίπλα σου πολλά παιδάκια, με τις ίδιες ή πολύ παρόμοιες ανάγκες… Και βλέπεις δίπλα σου πολλούς γονιούς με πολύ διαφορετικές ανάγκες ο καθένας.. Και για κάθε «θέλω» του παιδιού, μπορεί να δεις έναν γονιό να τρέχει να καλύψει την επιθυμία, έναν άλλο να κάνει πως δεν ακούει, έναν άλλο να μαλώνει το παιδάκι επειδή «θέλει», έναν άλλο να αντιτείνει άλλα τόσα δικά του «θέλω» στο «θέλω» του παιδιού του… Και μέχρι τώρα, έχουμε ασχοληθεί μόνο με τους γονιούς που ήταν μαζί με τα παιδιά τους εκείνη τη στιγμή που εκφράστηκε το «θέλω». Υπάρχουν και οι ρόλοι αυτών που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή εκεί… Μεγάλοι ρόλοι επίσης. Μπορεί να είναι και οι πρωταγωνιστικοί, εκείνοι οι αφανείς, ή απλά κομπάρσοι, ή απλά ανιματέρ για τα διαλλείματα, γονείς όμως επίσης.. 
Είμαι σίγουρος πως δεν σας λέω κάτι καινούριο…
«Λογιώ λογιώ είναι οι άνθρωποι παιδί μου», όπως λέει και η μάνα μου.. Εξακολουθεί όμως να υπάρχει κάτι που εμένα με εκπλήσσει πολύ… Το ότι πράγματα που πίστευα πως διατηρούνται «εις τους αιώνας των αιώνων», τελικά δεν είναι και πολύ έτσι.
Δεν ξέρω ποια αν υπάρχει ορισμός του «τι είναι γονιός». Σχεδόν άρχισα να πιστεύω πως και το «τι είναι παιδί» μπορεί να δεχτεί πολλούς διαφορετικούς ορισμούς.
Κρίμα όμως, γιατί ως γενιά, είχαμε στη διάθεσή μας πολλά μέσα (και μόνο το internet να σκεφτείς..) για να ενημερωθούμε, να ενδιαφερθούμε, να ασχοληθούμε… Αλλά μας πνίγουν πολλά φαίνεται… Και του σύγχρονου γονιού ο τράχηλος «τον ζυγό δεν τον αντέχει», μάλλον δεν μπορούμε να βάλουμε τον εαυτό μας σε δεύτερη μοίρα… Και γνωρίζουμε πολύ καλά και πώς να το απενοχοποιούμε μέσα μας… Ή μήπως μιλάει ο πιο ενοχικός μου εαυτός?
Είναι πολύ βαριά τα ντολμαδάκια τα αυθεντικά. Γιαλαντζί έχει άλλη χάρη. Και αφού είμαστε γιαλαντζί γονείς, δεν μπορεί παρά να είμαστε γιαλαντζί φίλοι, γιαλαντζί εραστές, γιαλαντζί επαγγελματίες, γιαλανζί πολίτες του κράτους, γιαλαντζί προσωπικότητες….
Μπήκε το lifestyle στη ζωή μας.. Για να βρει χώρο να μπει όμως, βγήκε όλη η ουσία της ζωής μας έξω…

Γιαλαντζί life, γιαλαντζί style

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Βροχερή Πέμπτη πρωί

13 Νοεμβρίου 2014


Πέμπτη πρωί. Βροχερό πρωί. Ετοιμαζόμαστε για το σχολείο. Κατεβαίνουμε στην πυλωτή της πολυκατοικίας για να μπούμε στο αυτοκίνητό μας. Ένα σκουληκάκι, έχει ανέβει στον τοίχο, έχει διπλωθεί σε ομόκεντρους κύκλους και «κουρνιάζει». Ο μικρός, θέλει να το πειράξει…
-          Μην το πειράζεις αγόρι μου το σκουληκάκι. Κι αυτό κρυώνει. Μπορεί να ψάχνει να βρει το δρόμο για το σπίτι του ή το σχολείο του.
-          Όχι μπαμπά, δεν θέλει να πάει πουθενά. Πολλές μέρες το βλέπω εδώ. Όλο κάθεται και μας παρατηρεί που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο.
-          Μήπως αγόρι μου περιμένει κι αυτό τον μπαμπά του με το αυτοκίνητό τους για να φύγουν από εκεί?
-          Άμα ο μπαμπάς του έχει αυτοκίνητο, τότε πρέπει να έχει διαλυμένες πόρτες.
-          Γιατί το λες αυτό παιδί μου?
-          Γιατί δεν έχουν χέρια τα σκουληκάκια, και δεν θα μπορούν να τις ανοίξουν…

…………………………………………………………………………………………..

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, βγαίνουμε από την πυλωτή, κατευθυνόμαστε προς το σχολείο. Βρέχει πολύ.
-          Είδες αγόρι μου, εμείς δεν βραχήκαμε καθόλου, μόνο το αυτοκίνητο βρέχεται.
-          Καλά να πάθει το αυτοκίνητό μας.
-          Γιατί βρε παιδί μου? Γιατί του λες καλά να πάθει? Νομίζω πως μας αγαπάει και μας προστατεύει. Νομίζω πως ταλαιπωρείται λίγο μέσα στη βροχή, επειδή δεν θέλει να βραχούμε εμείς.. Και άνοιξε την αγκαλιά του και μας έβαλε μέσα να κουρνιάσουμε, για να μην βρεχόμαστε…
-          Μπαμπά… όλο αυτό εδώ μέσα, η αγκαλιά του είναι?
-          Ναι αγόρι μου!
-          Και οι πόρτες είναι τα χέρια του?
-          Ναι παιδί μου!
-          Ναι αλλά έχουμε κάποιες κενές θέσεις, δίπλα σου και δίπλα μου, και τζάμπα κάνει αγκαλιά….

………………………………………………………………………………………

Μπαμπά, όταν είδαμε Καραγκιόζη στο σχολείο ήταν ένα παιδάκι του και τον έλεγε συνέχεια «μπαμπάκο». Χαχαχα… έτσι θα σε λέω «μπαμπάκο»! Κι εσύ θα με λες όπως λέγανε αυτό το παιδάκι του.. Κολλημβητήρι! (Κολλητήρι!)


………………………………………………………………………………………….

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Μύξες και βήχας

4 Νοεμβρίου 2014


Ο μικρός έχει μύξες που τον δυσκολεύουν στην αναπνοή και κατά τη διάρκεια του ύπνου τον πνίγουν στον λαιμό και βήχει. Πολύ. Κατά τη διάρκεια της ημέρας ευτυχώς φοράμε μακρυμάνικα μπλουζάκια οπότε οι μύξες έχουν πού να ξαποστάσουν, στο δεξί μανίκι από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό… αλλά τι γίνεται τη νύχτα οεο?
Þ    Κρεμμύδι κομμένο σε 8 κομμάτια σε ένα πιάτο κάτω από κρεβάτι του, check
Þ    Ευκάλυπτος που αχνίζει σε ένα κατσαρολάκι μέσα στο δωμάτιο, check
Þ    Ρύθμιση της ποιότητας του ύπνου μου στο scale 1, ώστε να μπορώ με κάθε στραβοπνίξιμο και γκουχ να ξυπνήσω, check (απαγορεύεται βαλεριάνα, πασιφλόρα, μαβένα σατίβα πριν την ξάπλα).
Þ    Πάνελ υπέρυθρης θέρμανσης στο δωμάτιο ρυθμισμένο στους 21 βαθμούς, check
Þ    Καλοριφέρ ανοιχτά στους 20 βαθμούς, check
Þ    Κουβέρτα χνουδωτή Mc Queen να τον αγκαλιάζει, check
Þ    Μοίρασμα με τον μπαμπά του πουπουλένιου παπλώματος, check
Þ    Ρύθμιση της απόστασης των μαξιλαριών μπαμπά – γιου στα 5 εκατοστά, ώστε αν το βράδυ ανέβει ανέλπιστος πυρετός να ζεσταθεί το ακρομαξιλάριο του μπαμπά και να χτυπήσει εσωτερικός συναγερμός, check
Και έρχεται η On line συμβουλή και μου λέει «να του δώσεις το σιροπάκι του Κορρέ για τον βήχα και να τον φιλάς στο μέτωπο να δεις αν ανεβάζει πυρετό».

Τι σου φταίω εγώ κούκλα μου αν είσαι εσύ υπερβολικιά σαν μάνα? 

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Ο φίλος μου ο Ουαγκαντούγκου

24 Οκτωβρίου 2014




            Όσοι έχετε ένα παιδάκι από 2 έως 4 ετών να σηκώσετε το χέρι. Οι υπόλοιποι ένα βήμα πίσω από τις οθόνες, μεταβολή και γρήγορα στο σαλόνι να βάλετε κανένα dvd να περάσει η ώρα σας ευχάριστα. Και για να μην ψάχνετε κανα 2ωρο στην κασετίνα με τα πολλά dvd που έχετε μαζέψει από κυριακάτικες εφημερίδες, θα σας βοηθήσω κι εσάς. Γιατί είμαι καλός άνθρωπος. Εξυπηρετικός. Το «αγάπη μου μεγέθυνα τα παιδιά» να δείτε. Να σας δω μετά πως θα τρέξετε με φόρα πίσω να διαβάσετε το κείμενό μου…
            Όσοι από την αρχή σηκώσατε χεράκι, έχετε ένα παιδάκι σε μια ηλικία «επικίνδυνη» και με μία συμπεριφορά ακόμα πιο επικίνδυνη, που πολλές φορές σας κάνει να αναρωτιέστε αν το DNA σας είχε επηρεαστεί άσχημα εκείνη τη νύχτα που συνδυάσατε red bull με αλκοόλ και είχε και καλό φεγγάρι και το σύμπαν είχε τα αυτιά του ανοιχτά και ήρθε το predictor με τα δώρα και το βλέπατε σαν terminator. Ναι, το παιδάκι σας (το δικό σας μόνο, όχι το δικό μου, το δικό σας που είναι ενοχλητικό και γκρινιάρικο, όχι το δικό μου, που είναι ένας άγγελος.. με κάποιες ανησυχίες και τσιριχτή φωνή..), το παιδάκι σας λοιπόν, έχει έρθει σε έναν κόσμο που είναι εντελώς εκτός της κουλτούρας του. Και πρέπει να το βοηθήσετε να προσαρμοστεί. Και θα μου πείτε, εσείς που έχετε απορίες, πώς θα μπορέσω να αντιμετωπίσω ένα παιδί που:
α) κάθε μέρα είναι σε μία διαρκή ένταση (ο δικός μου συνήθως έχει την ένταση στο 3, μερικές φορές στο 2, άμα πρέπει να ζητήσει συγνώμη ή να πει «σε παρακαλώ» την κατεβάζει στο 1 και το mute δεν το καταδέχεται ούτε στον ύπνο του),
β) ξεχειλίζει από ενέργεια (μπορεί ταυτόχρονα να τρώει, να παίζει, να κάνει τις φωνές ταυτόχρονα δύο χελωνονιντζακίων και να ζωγραφίζει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο και με μπουκωμένο στόμα να γκρινιάζει που χαμήλωσες το ραδιόφωνο που έπαιζε το αγαπημένο του τραγούδι «μπορεί να βγω, μπορεί να μπω, μπορεί να φύγω και να ξαναρθώ»
γ) του λείπει κάθε ίχνος τακτ στο πώς αντιμετωπίζει τους άλλους (ωχωχ, ΚΟΙΤΑ ΜΠΑΜΠΑ, ένας κύριος με τεράστια κοιλιά και φαλάκρα που μοιάζει τον Κύκλωπα που έχουμε στο παραμύθι με τον Οδυσσέα!, με παρατεταμένο το δάχτυλο δείχνοντας έναν κύριο που μόλις κατέβηκε από το αγροτικό αυτοκίνητό του..)
            Αυτός λοιπόν φίλοι μου, δεν είναι ο γιος σας.. είναι ξεκάθαρα ο φίλος σας ο Ουαγκαντούγκου, που τον είχατε γνωρίσει σε εκείνο το περιπετειώδες ταξίδι στον Αμαζόνιο και ζει στα σύνορα του καλυβιού του και του «πολιτισμένου» κόσμου.
            Πείτε λοιπόν πως ο φίλος σας ο Ουαγκαντούγκου, απηυδησμένος από την ανεργία στον Αμαζόνιο, αφού αποψιλώθηκαν τα δάση στα οποία κυνηγούσε τροφή και έφτιαχνε τη στέγη του, ήρθε να σας δει με τα μπαγκάζια του, εγκαταστάθηκε στο σπίτι σας και έτσι όπως το βλέπει… μάλλον θα μείνει για πάντα…
            Ο φίλος σας λοιπόν, δεν μπορεί με τίποτα να συνηθίσει το πότε είναι μέρα και πότε είναι νύχτα στα μέρη μας. Κοιμάται και ξυπνάει όπως τον βολέψει ο οργανισμός του. Θα προσπαθήσετε να του εξηγήσετε, θα προσπαθήσετε να τον βάλετε σε πρόγραμμα και ίσως με τον καιρό το συνηθίσει. Αν μέχρι τότε δεν έχει καταφέρει αυτός πρώτος να σας ξεμάθει τι είναι ήλιος και τι φεγγάρι.
            Τα φαγητά της περιοχής σας δεν τον πολυβολεύουν. Δεν τρελαίνεται κιόλας. Και δεν έχει ίχνος «ντροπής» να σας το πει. Ακόμα κι αν είστε καλεσμένοι μαζί σε τραπέζι στη θεία σας. «Χάλια είναι αυτό το φαγητό, μπλιαξξξξξ». Θα θέλατε να ανοίξει η γη να σας καταπιεί, όμως είναι ο αγαπημένος φίλος σας. Δεν μπορείτε να του φωνάζετε, ούτε να τον μαλώνετε, πρέπει να του χαμογελάσετε, και να του εξηγήσετε πως το φαγητό στα μέρη μας είναι κάπως έτσι. Και αυτό το συγκεκριμένο φαγητό της θείας Τούλας, είναι copy paste από τη Βέφα Αλεξιάδου και πως όλος ο κόσμος το ξέρει τι ωραία που μαγειρεύει η θεία Τούλα. Πως στην τελική, και σας δεν σας αρέσει καθόλου ο κολοκυθοκεφτές, αλλά πρέπει όλοι μαζί να εκτιμήσετε το γεγονός πως η θεία Τούλα ξύπνησε αχάραγα και γυρνούσε τουρλόκωλη τις λαϊκές της γειτονιάς να βρει τα καλύτερα κολοκύθια, τα πιο φρέσκα, αυτά που έχουν και τον κολοκυθανθό επάνω (κάνεις ωραία πίτσα με αυτόν, πληροφορίες εντός) κι έφαγε τη μέρα της μόνο και μόνο επειδή θα ερχόταν στο σπίτι της ο Ουαγκαντούγκου. Και μόνο για αυτό θα πρέπει να το εκτιμάμε. Ο Ουαγκαντούγκου θα σφίξει τα δόντια, θα σας κοιτάξει καλά στα μάτια, θα κατεβάσει το κεφάλι, θα φτύσει ότι έχει στο στόμα πίσω στο κεντρικό πιάτο με όλους τους κολοκυθοκεφτέδες και κατά πάσα πιθανότητα θα σας ζητήσει συγνώμη που είπε «μπλιαξ».
            Επιστρέφετε στο σπίτι. Εσείς θέλετε να δείτε το «μην αρχίζεις τη μουρμούρα» γιατί πολύ καλά περνάτε με αυτό, αυτός θέλει να δει ένα ντοκιμαντέρ στη ΝΕΡΙΤ για την οδοντοστοιχία των κροκοδείλων, γιατί περιμένει μήπως φανούν κάπου στο πλάνο οι δικοί του, να τους στείλει χαιρετίσματα… Το τηλεκοντρόλ πάει αυτόματα στη «μουρμούρα» και ο Ουαγκαντούγκου πέφτει στο πάτωμα, χτυπάει χέρια και πόδια ρυθμικά αλλά ασυντόνιστα σε ό,τι μικροέπιπλο βρεθεί μπροστά του, χτυπάει στο κεφάλι, κλαίει, νευριάζει, θυμώνει, χτυπάει με τα χέρια του το στήθος του. Αυτό το έθιμο συναντάται από τα χρόνια της Κιβωτού του Νώε, τότε που του Νώε του φάνηκε υπερβολή να φορτώσει ΚΑΙ μαϊμούδες ΚΑΙ πιθήκους on board, και είπε να αφήσει τις μαϊμούδες πίσω.. Εκείνες τότε, ακολούθησαν ακριβώς αυτό το έθιμο, με το πέσιμο στο πάτωμα και τα χτυπήματα τα ρυθμικά αλλά ασυντόνιστα (μόνο τα μικροέπιπλα προσπέρασαν, γιατί η Κιβωτός ήταν από τον Βαράγκη και δεν έλεγε με τίποτα να της ξεριζωθεί καμιά παρανυχίδα από την πρύμνη, ούτε οι ασφαλιστικές θα την αναλάμβαναν.. φήμες λένε πως ακόμα ο Νώε ξεπληρώνει εκείνο το διακοποδάνειο στην Kataklysmos Bank). Αυτό λοιπόν το αρχέγονο έθιμο, δηλώνει απλά διαφωνία με την επιλογή σας. Τόσο απλό. Οπότε κι εσείς, με απλά και συνάμα ξεκάθαρα λόγια, κάνετε μία μίνι διαπραγμάτευση με τον φίλο σας τον Ουαγκαντούγκου για το πώς θα μοιράσετε την ώρα στην τηλεόραση. Και με δίκαιο τρόπο συναποφασίζετε πως είναι καλύτερα να δείτε το ντοκυμαντέρ  - προσφορά της Lacoste. Δεν ωφελεί σε τίποτα να αρχίσετε να φωνάζετε και να χτυπιέστε. Τουλάχιστον γλυτώσατε το πορτ μαντό και την καπελιέρα την vintage, εκείνα τα 150 ευρώ που δώσατε για να την πάρετε ήταν τα τελευταία του ορίου της πιστωτικής σας, και τα βγάλετε με «ανάληψη μετρητών», 23% τόκο πληρώνετε για την καπελιέρα, κι άλλα τόσα τόκο για ένα καπέλο που πήρατε να βάλετε επάνω, γιατί αλλιώς θα βάζατε κάτι ελεφαντάκια ξυλόγλυπτα που έχετε από δώρο γάμου και τέτοια κιτσιά δεν την αντέχει το είναι σας.
            Το παιδί μας είναι ο Ουαγκαντούγκου. Δεν είναι κακός, είναι πρόσχαρος, με αγάπη, ανοιχτόκαρδος, αλλά δεν ξέρει πώς είναι εδώ τα πράγματα. Αν φωνάζουμε και τιμωρούμε μόνο να τον φοβίσουμε μπορούμε. Θα πάρει τον πρώτο κροκόδειλο και θα επιστρέψει στη χώρα των θαυμάτων του. Είναι φιλοξενούμενός μας για όσο καιρό χρειαστεί. Κι εμείς είμαστε φιλόξενοι άνθρωποι. Θα του ανοίξουμε το σπίτι μας, θα τον προστατεύσουμε από τα άγρια θηρία του τόπου μας, θα του μάθουμε να προστατεύεται και μόνος του, θα του δείξουμε τον δρόμο και θα σταθούμε δίπλα του για όσο καιρό θελήσει να χρησιμοποιήσει τη φιλοξενία μας. Θα μοιραστούμε μαζί του. Θα γελάσουμε μαζί. Θα κλάψουμε μαζί. Θα διαπαιδαγωγηθούμε μαζί. Θα διασκεδάσουμε μαζί. Αλλά και ο καθένας μόνος. Γιατί είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Με διαφορετικές ανάγκες. Και πάλι μαζί θα προχωρήσουμε μέχρι ο Ουαγκαντούγκου μας να νοιώσει τον κόσμο μας πια δικό του και να μη χρειάζεται πια τη φιλοξενία μας ή τη βοήθειά μας, παρά μόνο τη σιγουριά ότι όποτε μας χρειαστεί εμείς θα είμαστε πάντα παρόντες για εκείνον.
            Σε λίγα χρόνια άλλωστε, έτσι όπως αλλάζουν οι εποχές, εμείς θα έχουμε ανάγκη τη δική του καθοδήγηση στον κόσμο που εκείνος θα μεγαλώνει κι εμείς θα χάνουμε σημάδια επαφής ή κατανόησης… Είμαστε οι γέροντες Ουαγκαντούγκου του μέλλοντος που θα είναι γεμάτο από νέους εργαζόμενους και δραστήριους, πρώην Ουαγκαντούγκου, που γαλουχήθηκαν από εμάς. Ό,τι σπείρουμε θα θερίσουμε.

            Α, μια που σας βρήκα εύκαιρους: μήπως πήρε το μάτι σας κάπου εδώ κοντά τη Γκουνάντα μου?    

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Παιδοτόπινγκ

5 Οκτωβρίου 2014




Εδώ στον παιδότοπο, τα βάλαμε κάτω με τη Γίτσα από το Γύθειο, μητέρα του Αρίστου, και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Apple έχασε πάρα πολλά χρήματα από τη δυσφήμιση ότι το I Phone 6 λυγίζει, που δεν θα τα βγάλει ποτέ τα λεφτά της επένδυσης για την παραγωγή του. Επίσης, ότι η πραγματική Apple πέθανε μαζί με τον Steve Jobs. Επίσης, ότι δεν πρέπει να τσιγαρίζεις το κρεμμύδι ποτέ. Κι αν έχεις το θερμοσίφωνα μονίμως ανοιχτό πληρώνεις λιγότερο ρεύμα απο ότι αν τον ανοιγοκλείνεις κάθε τόσο. Ότι οι εξωσωματικές σπάνια πιάνουν με την πρώτη. Ότι ο Κλούνει είναι γκέι και ο γάμος ξεκάρφωμα. Και κατέληξε πως δεν της αρέσουν οι ειδήσεις και τα κουτσομπολίστικα έντυπα. Και καλά έκανε που δεν σπούδασε γιατί είδαμε και τους σπουδαγμένους πολιτικούς πού μας καταντήσανε. Οι αλήτες. Δεν θα πληρώσει τον Ενφια. Δεν φταίει αυτή που της άφησαν οι γονείς της κληρονομιά ένα δίπατο εξ'αδιαρετου με τον αδερφό της τον χαραμοφάη. Που δεν δούλεψε ποτέ. Και μετά μας φταίει η ανεργία. Πάντως Σαμαρά θα ψηφίσει. Μια χαρά τα έχει πάει μέχρι τώρα. Έσκαψαν και στην Αμφίπολη με εντολή Σαμαρά. Σπουδαίο πράγμα οι αρχαίοι βρε παιδί μου. Όχι σαν κι αυτούς που έχουμε τώρα. Τους αλήτες. Τελικά θα το δώσει το i phone 4 στην κουνιάδα της που έχει μπακατέλα, λες και είναι καμιά πίσω από τον κόσμο. Το 6 πλας θα πάρει. Δεν μπορεί, για να μιλάνε όλοι γι'αυτό, αξίζει να βγάλει μία νέα πιστωτική της citibank σε συνεργασία με τη media markt. Ε τι στο καλό. 1500 ευρώ όριο σου δίνουν. Φτάνουν δε φτάνουν τόσα? Αν δε φτάνουν θα σπάσει και τον κουμπαρά του παιδιού. Τη χολόσκασε όλο το 2014. Όλο γκρίνια και γκρίνια. Κι αυτή έγινε μια ζωή θυσία γι αυτό. Να μην του λείψει τίποτα. Και ποιο το ευχαριστώ? Σάμπως θα τα θυμάται όταν μεγαλώσει? Πάλι όλο θα ζητάει. Το 6 πλας. Το δίχως άλλο. Ο μπαμπάς του θέλει να πάρουμε το playstation στον μικρό μόλις ανοίξουμε τον κουμπαρά. Αμ δε. Για τον εαυτό του το θέλει, εμένα δε με γελάς. Ντε μεκ για να παίζει το παιδί. Εμένα δε με γελάς σου λέω. Μπορεί να φαίνομαι έτσι αγαθιάρα αλλά τα έχω τετρακόσια. Καλή καλή μέχρι να σκάσω. Γιατί να σκάσω είμαι. Μία φορά δεν τον πήρε ένα απόγευμα, να μου πει «ρε γυναίκα, κάτσε εσύ στο σπίτι να ηρεμήσεις, να πας για καφέ με τις φίλες σου, να ξεσκάσεις βρε αδερφέ», να μου τον απασχολήσει ένα απόγευμα μόνος του. Ποτέ. Και δεν ξεσκάω. Και σκάω. Και πού με χάνεις πού με βρίσκεις με ένα παιδί να τραβάει τη φούστα μου, τώρα που τη φτάνει, γιατί πέρσι δεν την έφτανε, τα φοράω και κοντούλικα, άμα δεν τα βάλω τώρα πότε θα τα βάλω, όταν δεν θα βλέπομαι? Θα μου πεις και τώρα που βλέπομαι, ποιος με βλέπει? Το σπίτι μου, η δουλειά μου και ο παιδότοπος. Γιατί τα παίρνω κι εγώ τα ωραία τα φορεματάκια τα κοντά? Τόσα λεφτά που έδωσα από εδώ κι από εκεί για να με βλέπει να με χαίρεται, θα έπαιρνα τώρα το 6 πλας, να έβγαζα και ωραίες σέλφι. Αλλά και η σέλφι θέλει την περιποίησή της. Κομμωτήριο, νύχια, ντύσιμο, κραγιόν ματ αλλά να γυαλίζει, το κάνω με κόλπο εγώ, τα παίρνω ματ και μετά βάζω λίγο ελαιόλαδο, ούτε τα χείλη σκάνε ούτε γυαλίζει άσχημα, μερικές φορές μόνο μου φαίνεται πως μυρίζω σαν φρεσκοτηγανισμένη αθερίνα αλλά σάματις θα με φιλήσει κανείς? Μόνο για τις σελφι το παίρνω το κραγιόν. Η κουνιάδα μου δεν ξέρει να βγάζει σέλφι. Με κάτι φόρμες βγαίνει και με τη νυχτικιά. Αχτένιστη. Μου λέει «πρέπει να φαίνεται φυσική». Κι εγώ της λέω κουνάω λίγο το κεφάλι μου να ανακατευτούν τα μαλλιά να φαίνεται πως ήρθα με το μηχανάκι και πάνω στη φούρια μου πατάω και μία σέλφι. Και την κοινοποιώ. Και κάνω και like. Γιατί να μην κάνω? Αφού μου αρέσω. Πήγα στη νυχού προχτές με το παιδί. Να μου κάνει γαλλικό. Ακόμα αναρωτιέμαι αν πέρασε η μόδα του. Αυτή ήθελε να μου κάνει τρεντιές. Εγώ δεν ήθελα να μου ζωγραφίζει πεταλουδίτσες και σαλιγκαράκια στα νύχια. Μάνα είμαι. Τι θα λέει ο κόσμος. Είσαι πολύ όμορφη μου λέει, αλλά το παιδί δε σου μοιάζει. Της φάνηκε ασχημούλης ο δικός μου. Την ακούς? Δεν θα ξαναπατήσω. Έτσι κι αλλιώς χάλια τα κάνει τα νύχια. Και να φανταστείς ούτε πιάτα πλένω ούτε τίποτα. Λέω στον άντρα μου «θα μου χαλάσουν τα νύχια», και τα πλένει αυτός. Δεν είναι για να παίρνουμε γυναίκες στο σπίτι τώρα. Δεν βγαίνουμε οικονομικά καθόλου. Και αναγκάζεται να πλένει πιάτα και να σιδερώνει αυτός. Αφού όλη μέρα είμαι έξω. Δουλειά, κομμωτήριο, νύχια, παιδότοπο. Τι να προλάβω κι εγώ. Δε μιλάς ε? Τι να πεις? Σας ξέρω εσάς τους άντρες. Μόνο τον εαυτούλη σας κοιτάτε. Εσείς να είστε καλά κι όλοι οι άλλοι ας τρέχουν σαν τις υπηρέτριες γύρω σας. Τι ώρα πήγε? Οκτώμιση? Δεν μπορώ να φύγω ακόμα, κι έχω κουραστεί να στέκομαι σε μία καρέκλα τόση ώρα. Αλλά δεν μπορώ να φύγω. Μόλις θα έχει τελειώσει το σφουγγάρισμα ο άλλος και δεν με αφήνει να πατήσω. Η κουνιάδα μου φταίει. Αυτή του τα έμαθε αυτά. Να γυρνάω πτώμα κουρασμένη και να μην μπορώ να πατήσω στο σπίτι μου αν δεν έχει στεγνώσει. Αυτή που έχει ακόμα τη μπακατέλα. Αλλά θα της το δώσω το I phone 4. Το βαρέθηκα. Όχι, στον άντρα μου δεν το δίνω. Αυτός έχει ένα nokia παλιό αλλά αντέχει ακόμα. Δεν είμαστε τώρα για να ξεσηκώνεται και να μου θέλει facebook και να τσιλιμπουρδίζει. Εγώ μόνο με κάτι παλιούς συμμαθητές μιλάω και κάνουμε reunions. Βρήκα και αυτόν που αγαπούσα στη 2α γυμνασίου. Χωρισμένος με δύο παιδιά. Αλλά νοικοκύρης. Το σπίτι του το έχει λαμπίκο. Ο δικός μου άραγε θα έχει μαγειρέψει τίποτα ή θα πρέπει πάλι εγώ να φορτωθώ να κουβαλάω και τον μικρό και την τσάντα του ΚΑΙ φαγητά από γυράδικο για να γυρίσω σπίτι? Αλλά ποιος με σκέφτεται εμένα? Ο μικρός μεγάλη αδυναμία έχει στον μπαμπά του. Έτσι είναι τα παιδιά. Αχάριστα. Τίποτα δεν εκτιμάνε. Θα τα μαζέψω όλα μια μέρα και θα γυρίσω στο Γύθειο. Μόλις με χάσουν τότε θα με εκτιμήσουν. Αν δεν ήμουν εγώ να τρέχω από πίσω τους να τους θυμίζω συνέχεια τις υποχρεώσεις τους, θα είχαμε βρωμίσει σ’ αυτό το σπίτι. Άμα δεν ήμουν εγώ να ρωτάω «σκούπισες», «σφουγγάρισες», «έπλυνες τα πιάτα», «μαγείρεψες», «σιδέρωσες τα ρούχα του παιδιού»?, ήθελα να ‘ξερα τι θα κάνανε. Θέλει ο άντρας μου κι άλλο παιδί. Απορώ πού σας έρχεται η όρεξη. Εδώ με ένα δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, θέλει και δεύτερο. Αλλά θα μου πεις, βέβαιαααα, τι θα κάνει αυτός? Μία ακόμη διασκεδαστική νύχτα. Εγώ θα τα τραβήξω πάλι όλα. Του το ξεκαθάρισα. Δεύτερο παιδί δεν κάνω. Τον αγαπάω όμως. Και τον άντρα μου και το παιδί. Η κουνιάδα μου του βάζει ιδέες για το δεύτερο παιδί. Επειδή αυτή έχει δύο, και να μην μείνει μόνος του ο Αρίστος και γίνει κακομαθημένος, και του λείπουν αδέρφια.. Είδαμε και τα δικά της τα χαΐρια. Δύο παιδιά που κάνουν φασαρία σαν έξι. Αγγελούδια τα ανεβάζει αγγελούδια τα κατεβάζει. Πού τα είδες καλέ τα αγγελούδια? Δυο τύραννοι είναι, πάμε επίσκεψη στο σπίτι και δεν αντέχω πάνω από δεκάλεπτο. Ωχ! Δεν μελετούσα κανένα λαχείο? Νατη έρχεται, με τα «αγγελούδια» στον παιδότοπο… Αχ τη γλυκιά μου, κοίτα την πόσο κορδωμένη περπατάει… Έλα χαμογέλα της λίγο και πήγαινε στο τραπέζι σου αγόρι μου, έχεις κι εσύ τα δικά σου…
Χάρηκα που τα είπαμε Αλέξανδρε και μου άνοιξες την ψυχή σου…

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αχ αυτή η νύχτα μου

8 Σεπτεμβρίου 2014 


Κυριακή βράδυ. Γυρνάς από  βόλτα με το παιδί, κουρασμένος εσύ, εύχεσαι το ίδιο και για τον μικρό, ώστε να περάσετε μία ωραία νύχτα. Αλλά μήπως είσαι υπεραισιόδοξος και πλεονέκτης? Αθροιστικά, από τότε που γεννήθηκε, πόσες ήρεμες νύχτες περάσατε μαζί? Δέκα? Είκοσι? Μου βγαίνουν 22 και θα τις αφήσω. Όχι, δεν θα βάλω ούτε μία παραπάνω. Δε βγαίνω κυρία μου. Και μην ακούτε που λένε «δεν υπάρχει ρευστότητα στις μέρες μας», φήμες ανυπόστατες και ψεύδη ασύστολα. Εμάς, οι δικές μας μέρες, είναι ιδιαιτέρως ρευστές… 
            Είπα ρευστές… και θυμήθηκα.. τη χτεσινή μας νύχτα. Ρευστότητα σε limit up. Ήταν τέτοια η ρευστότητα που ξένοι επενδυτές ήταν έτοιμοι να αρχίσουν να μου τηλεφωνούν σωρηδόν για να επενδύσουν στις ομολογίες μου. Ομολογίες ανυπεράσπιστες. Ομολογίες αδυναμίας. Ομολογίες κούρασης. Αλλά φερέγγυες. Θα τα φέρουν πίσω τα λεφτά τους. Αξιόπιστες.
            Είπα αξιόπιστες και θυμήθηκα τη χτεσινή μας νύχτα. Αξιοπιστία μηδέν. Εκεί που είσαι σίγουρος πως όλα λειτουργούν ρολόι ενώ εσύ κοιμάσαι, τελικά, οι μπαταρίες του σύμπαντος τελειώνουν και δεν είναι επαναφορτιζόμενες μέσα στη νύχτα.
            Είπα νύχτα και θυμήθηκα τα χτεσινοβραδινά. Ο μικρός ζωηρότατος μέχρι τις 11 το βράδυ. Ο μπαμπάς έχει σκεφτεί κάποιες εναλλακτικές ακόμα για να χαλαρώσει και να κοιμηθεί το παιδί. Και δεν πιάνουν. Κοιμήθηκε όμως. Όταν σιγά σιγά έπεφτε το ρεύμα στα μάτια του. Διαφορά τάσης. Μέσα ζωηρός, έξω υπναλέος. Αποσυντονίστηκε. Ήταν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ. Ο μπαμπάς χρειάζεται και λίγο προσωπικό χρόνο στον υπολογιστή του (ξέρετε, εξομολογήσεις, συμβουλές, farm heroes, candy crash, τραγούδια στο youtube, googling για τα θέματα της Αμφίπολης… a pro po έκθαμβος έχω μείνει, εκστασιασμένος!) και κατά τη μία τη νύχτα πήγε και ο μπαμπάς για ύπνο. Και σκέφτηκα, πως επειδή είμαι πολύ κουρασμένος είναι καλύτερα να πάρω το παιδί μαζί μου από τώρα στο δικό μου κρεβάτι, γιατί πάντα ξυπνάει τη νύχτα κατά τις 2μιση, κλαίει επειδή φοβάται μόνος στο δωμάτιό του κι έρχεται στο δικό μου. Και τον πήρα αγκαλιά και πήγαμε. Σε αυτό το σημείο κάποιος από ψηλά μου έβγαζε κίτρινη κάρτα, αλλά δεν την πήρα χαμπάρι…
            Είναι μιαμιση τη νύχτα. Ο Μορφέας κάνει check in τις αποσκευές μας και πλέον είμαστε και οι δύο ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας. Ζζζζζζζζζζ…. Είναι τρεις τη νύχτα. Ένας τσαμπουκάς πρέπει να έγινε εκεί στη χώρα του Μορφέα και κάποιος με πέταξε έξω από αυτήν σαν τη τρίχα από το ζυμάρι. Ξύπνησα από μία γερή κλωτσιά στο στήθος (όχι από τον μικρό, από τον Μορφέα) που μου έκοψε την αναπνοή και πάλι. Ο οισοφάγος έκλεισε. Μηδέν ανάσα και τρομερός πόνος. Αφόρητος πόνος. Μέσα στον ύπνο μου. Το τελευταίο τρίμηνο οι κρίσεις πανικού είναι πολύ σπάνιες, αλλά όποτε εμφανίζονται επιλέγουν να είναι νύχτα. Πίσσα. Σηκώθηκα να πάρω το ομοιοπαθητικό μίγμα μου για την περίσταση. Ούτε νερό δεν μπορούσα να καταπιώ από τον εντελώς κλειστό οισοφάγο. Πήρα δυο τρεις καλές ανάσες, κι επέστρεψα δίπλα στον Μικρό μου Πρίγκηπα. Έτρεμα αλλά ξάπλωσα. Είναι σχεδόν τρεις και μισή τη νύχτα. Κλείνω τα μάτια. Ο Μορφέας μου ζητάει να κόψω καινούριο εισιτήριο, του εξηγώ πως ήμουν από πριν μέσα, δεν το δέχεται, του λέω να εκεί οι φίλοι μου με περιμένουνε, για ένα τσιγάρο βγήκα, δεν με αναγνώρισε, πήγε να γίνει φασαρία, αστυνομία, κακό… κλαίει ο μικρός μέσα στον ύπνο του. «Μπαμπάαααααααα, κατουρήθηκα!!!». Ο Μορφέας με σπρώχνει με μια νέα κλωτσιά πίσω στον κόσμο μου. Ο μικρός έχει ζεσταθεί ολόκληρος από τη ρευστότητα της νύχτας… Σεντόνια, πυτζάμες, μέχρι και το μαξιλάρι του και το πηγούνι του κολυμπάνε στη ρευστότητα… (ναι μέχρι και το μαξιλάρι.. έκανα γιο ταλαντούχο, με προσόντα, να κάτι προσόντα) κι έτσι το 60% του κρεβατιού γνώρισε μέρες ένδοξων εποχών χρηματιστηρίου, ρευστότητα στο limit up.. ευτυχώς η δική μου πλευρά ήταν ακόμα στη στεγνή από ρευστότητα Ελλάδα… ο μικρός έκλαιγε γιατί ήταν βρεγμένος, έκλαιγε γιατί ντράπηκε, έκλαιγε γιατί ξύπνησε, έκλαιγε γιατί μπορούσε.. ο μπαμπάς δεν έκλαιγε γιατί δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια.. κοίταξα απλά το ρολόι. Τέσσερις τη νύχτα. Αν ήμουν όμως ψαράς θα ήταν μία κανονική ώρα για πρωινό εγερτήριο. Ή μοναχός. Ή φούρναρης. Αλλά δεν είμαι. Και δεν την έχω για κανονική αυτήν την ώρα, να με συμπαθάτε. Ορεξάτος όπως ήμουν λοιπόν μετά τον καυγά με τον Μορφέα, πήρα και την κρίση πανικού παραμάσχαλα, ξεβράκωσα τον μικρό, του έκανα μπάνιο στις 4 και κάτι το πρωί, έβαλα πλυντήριο (ρούχα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες κτλ), τον ετοίμασα ξανά καινούριο γυαλιστερό και τον έβαλα στο κρεβατάκι του, στο δωμάτιό του.. Μόνο που έκλαιγε. Ήθελε και γαλατάκι. Ε βέβαια, κοντά 5 είχε πάει. Ξυπνήσαμε πια. Του έκανα γάλα. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω να κοιμηθεί. Χαλάρωσε. Κοιμήθηκε. Επιστρέφω στο δωμάτιό μου. Βλέπω την κατάσταση στο στρώμα. Πήρα τον Μορφέα τηλέφωνο « Να με συγχωρείς μπάρμπα, δεν θα μπορέσω σήμερα να έρθω.. ναι ξέρω, το είχα υποσχεθεί, αλλά ήρθε και μια φίλη από τα παλιά τώρα, η Κρίση Πανικού, μπορεί να σου έχω μιλήσει στο παρελθόν γι’ αυτή, και τώρα τα λέμε λίγο..  Πήγα να κάνω check in στο γνωστό μας μέρος, αλλά δεν πιάνει καθόλου το κινητό μου το wifi σου. Χίλια συγνώμη σου εύχομαι για την αναστάτωση, θα τα πούμε, πρώτα ο Θεός, αύριο το βράδυ. Φιλιά, ναι Μορφέα μου, ναι, τα λέμε, ναι, ναι, και στη σύζυγο να πεις, ναι, και από εμένα, έλα τα λέμε, ναι, ευχαριστώ, εις το επανιδείν, ναι, ορεβουάρ!» 

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

May Day ή Make my Day

15 Ιουλίου 2014


Με δειλά βήματα μπήκα στο πιλοτήριο. Είναι η παρθενική μου διαδρομή και δεν έχω ακόμα ολοκληρωμένο το σχέδιο πτήσης. Στη θέση του συγκυβερνήτη με περιμένει ένας πιτσιρίκος. Με κοιτάει απευθείας στα μάτια, ίσως από θάρρος ή ακόμα και θράσος ίσως πάλι από ανασφάλεια. Ίσως απλά θέλει να δει στο βλέμμα μου κάποιες απαντήσεις. Που το στόμα δεν έχει μιλιά να τις προφέρει. Γιατί το μυαλό δεν τις έχει δει ακόμα ολοκληρωμένες. Έχει όμως πλάνο. Ξεκάθαρο. Σαφές. Η πτήση θα είναι υπερατλαντική. Όσο και να είναι μεγάλο το ρίσκο της έκθεσης στο μένος των καιρικών φαινομένων, πρέπει οπωσδήποτε να δούμε τον ωκεανό να ανοίγεται από κάτω μας. Και τον ορίζοντα ευθεία μπροστά μας να στέκει πάντα μακριά. Τόσο μακριά όσο αρμόζει στους γενναίους. Κι ας πετάμε για πρώτη φορά. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που βγήκαμε στο δρόμο…
            Η απογείωση είναι σοκαριστική. Όλο το μέσα σου αδειάζει. Μία αίσθηση σα να απελευθερώνεσαι με μία ταυτόχρονη αίσθηση φόβου. Τόσο φόβου που ίσως θα προτιμούσες να μην είχες απελευθερωθεί από τα δεσμά του εδάφους. Αλλά δεν υπάρχει πια εύκολη επιστροφή. Είσαι στον αέρα, με έναν συγκυβερνήτη αμήχανο κι εσύ πρέπει να του εμπνεύσεις ασφάλεια. Εσύ. Που θα προτιμούσες να την αγόραζες από κάπου να του την προσφέρεις γιατί από το ψυχικό σου στοκ δεν πιστεύεις ότι έχει μείνει κάτι σε ασφάλεια αχρησιμοποίητο. Κι αν έχει μείνει, θα είναι πια out of date, ντεμοντέ. Αλλάξανε πια οι εποχές και τα υψόμετρα. Είσαι ήδη στα 10.000 πόδια ύψος (που είτε είναι του Φασούλα είτε του Νίκου Ρίζου, 10.000 πόδια τα λες πολλά μαζεμένα στη σειρά). Αλλά χωρίς να ξέρεις πώς, στραγγίζεις το σφουγγάρι της καρδιάς σου και στάζουν σταγόνες ασφάλειας και τρυφερότητας και ηρεμίας για να χαρίσεις στον συγκυβερνήτη, ώστε τελικά να συνεχίσει το ταξίδι του αμέριμνος…
            Ας θεωρήσουμε λοιπόν πως αυτός καθησυχάστηκε. Ας πούμε πως πιστεύει ότι βρίσκεται σε καλά χέρια. Το θέμα είναι τι γίνεται με σένα φιλαράκο. Και πώς αντιδράς σε κάθε κενό αέρος που με μεγάλη απλοχεριά μοιράζονται στο διάβα σου. Το μέσα σου αποσυντονίζεται. Ο φόβος και πάλι ξεχειλίζει, νομίζεις πως θα αρχίσεις να παίρνεις το σχήμα του. Εσύ δεν μπορείς να κοιτάξεις κανέναν στα μάτια για να εισπράξεις ασφάλεια. Μπορεί και στην ασφάλεια να συμβαίνει ότι και στην ευτυχία: δεν έχεις δικαίωμα να την καταναλώνεις εάν δεν την παράγεις, όμως ένα τέτοιο κριτήριο δεν θα μπορούσε να ισχύσει για έναν συγκυβερνήτη που ήρθε στην πτήση εξαιτίας σου. Αυτός μπορεί να καταναλώσει ασύστολα όση ευτυχία και ασφάλεια θεωρεί πως καλύπτουν τις ανάγκες του έτσι ώστε να μείνει άξιος συγκυβερνήτης δίπλα σου. Για σκέψου όμως: Θα ήσουν άραγε ο ίδιος χωρίς αυτόν τον συγκυβερνήτη? Θα αναλάμβανες ποτέ την ευθύνη αυτής της μοναχικής πτήσης? Μήπως τελικά σου δίνει πολύ περισσότερα από όσα τα δειλά σου μάτια βλέπουν, τα περήφανα αυτιά σου ακούν και τα άπιστα χέρια σου αγγίζουν?
            Εδώ, στα 30.000 πόδια πια, το αεροσκάφος βρίσκεται σε πλήρη πτήση και ο κυβερνήτης αισθάνεται πως ίσως ήρθε ο καιρός για να λειτουργήσει και ο αυτόματος πιλότος για το καλοκαιρινό κομμάτι της διαδρομής. Ο καιρός χαμογελάει ξάστερος, το αεροσκάφος αποδείχτηκε σταθερό στις παλίρροιες των καιρών για τουλάχιστον ένα έτος αεροπορικής πτήσης σε άγνωστους αιθέρες…
            Ο κυβερνήτης θα ήθελε να ενημερώσει τον πύργο ελέγχου πως για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα λειτουργεί ο αυτόματος πιλότος. Το πλήρωμα θα ξεκουραστεί. Θα σβήσουμε και τα φώτα στο θάλαμο των επιβατών για να ξεκουραστείτε κι εσείς. Ας κάνει μία στάση η πτήση μας στην πιο κοντινή μαγευτική παραλία όπου τα όνειρα συσσωρεύονται στις ξαπλώστρες και οι χαρές ξυπνάνε από τη βαριά χειμερία νάρκη τους.

Κλείστε τα μάτια, αναπνεύστε βαθιά κοντά στην έξοδο κινδύνου και αν χρειαστεί χρησιμοποιήστε την. Ένα πρώτο δειλό και αμήχανο βήμα στο κενό έγινε η αφορμή για να μάθουμε όλοι να πετάμε. 

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Χάπι Story

24 Ιουνίου 2014  


Θέλω να μοιραστώ κάτι μαζί σας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι αυτήν την ανάγκη σήμερα να πω δυο λόγια σε αυτό το μετερίζι που συναντιόμαστε όλοι μαζί.
Είχα μία «κανονική» καθημερινή ζωή, ενός παντρεμένου πατέρα ενός παιδιού, εργαζόμενου σε μία θέση ευθύνης σε μία πολυεθνική. Σχετικά ξαφνικά όλη η «κανονικότητα» ράγισε. Κι αργότερα έσπασε. Σε χίλια κομμάτια. Και οι αλλαγές ήταν μεγάλες, σφοδρές, καταιγιστικές και κουραστικές. Αλλά πολύ κουραστικές. Και περιείχαν όλα αυτά τα συστατικά που δεν ταιριάζουν σε μία «κανονική» καθημερινότητα… Διαζύγιο, δικηγόροι, επιμέλειες, μετακομίσεις σε άλλα σπίτια, καπάκι στο εξάμηνο μετακομίσεις σε άλλη πόλη, αλλαγή χώρου εργασίας, αλλαγή περιβάλλοντος δηλαδή συνολικά. Από παντού. Εκ των έσω και έξω από ‘δω! Παντού.
Και υπάρχει ένα διάστημα, που δεν μπορώ να ορίσω την διάρκειά του (ίσως είναι ακόμα στο on, γιατί είμαι και ξεχασιάρης με τα off), που έζησα μέσα μου και έξω την «αιώρηση» στο σύμπαν… Σα να έπεσε μία πυρηνική βόμβα με αποκλειστικό στόχο εμένα, διέλυσε τα πάντα τριγύρω, εμένα με άφησε λειψό, παρόλα αυτά όμως ζωντανό. Κι αν όχι ζωντανό, τουλάχιστον «εν ζωή».
Μόλις ολοκληρώθηκε και η μετεγκατάσταση στη Θεσνίκη, σε νέο σπίτι και με νέο χώρο εργασίας, θεώρησα πως ο «κουρνιαχτός» θα έπεφτε… Αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι. Πράγματα που στήνονται για χρόνια και κάποια άλλα που είναι όνειρα ζωής και γκρεμίζονται, δεν μπορεί να «διαλύονται» και να σηκώνεσαι απλά τινάζοντας από πάνω σου τα μπάζα και τη σκόνη… Έχεις και κατάγματα. Που θέλουν χρόνο να θρέψουν. Ή τρόπο. Που δεν τον είχα.
Το να έχεις σε κοινή επιμέλεια αρχικά και σε αποκλειστική επιμέλεια στη συνέχεια, ένα μωρό που είναι –στην αρχή του big bang- μόλις 1μιση έτους, δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια ελεύθερου χρόνου ή εξόδων ή κοινωνικοποίησης. Το ιντερνετ λοιπόν ήταν το ιδανικό μέσο για να μπορέσω να εκφραστώ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιδέα μου για να φτιάξω μία σελίδα στο facebook, όπου θα μπορούσα να αφήνω κάποια μικρά σχόλια για τις ατάκες του μικρού ή να γράφω κάποια μικρά κειμενάκια… Από πολύ μικρός μου άρεσε να γράφω. Μου έλεγαν πως είχα ταλέντο σε ατάκες, σε εκθέσεις, αργότερα σε e-mail και είχε πλάκα όταν ερχόταν φίλοι και ζητούσαν τη συμβουλή μου για το πώς να γράψουν κάτι είτε αφορούσε επαγγελματικό είτε προσωπικό θέμα…
Για να γεμίσει λοιπόν ο βραδινός ελεύθερός μου χρόνος, όταν ο μικρός κοιμάται, σκέφτηκα να ασχοληθώ με την γραπτή έκφραση όσων ένοιωθα, όσων μου συνέβαιναν, όσων θα ήθελα να διακωμωδήσω για να τα εξαγνίσω..
Σκέφτηκα να μην αφήσω το πάθος του ερασιτέχνη γραφιά να πνιγεί από το λάθος του πρωτάρη συζύγου και ακόμα πιο πρωτάρη μπαμπά, και να το αφήσω να πάρει το χέρι μου και να με οδηγήσει σε μονοπάτια μέσα μου που τα είχα αφήσει ανεξερεύνητα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Παρόλο που είχα αρκετούς ενδοιασμούς για το μέγεθος της έκθεσης στο οποίο μπορεί να υποβάλλω τον εαυτό μου ή για πιθανές αντιδράσεις ή και σχόλια για τις σκέψεις μου.. ξέρετε, είναι πολύ σκληρό να σε ειρωνεύεται κάποιος για τον τρόπο που σκέφτεσαι.. ή για τις απόψεις σου, δεν θα μπορούσα ποτέ να το καταλάβω αν δεν το ζούσα…, αλλά μακριά και πέρα από τέτοιους φόβους, πιο πολύ ανησυχούσα και ντρεπόμουν… Ναι, μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά ντρέπομαι σχεδόν για τα πάντα. Μερικές φορές ντρέπομαι που υπάρχω. Κατά έναν μαγικό τρόπο, το σύμπαν φτιάχτηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε όσο πιο πολύ ντρέπεται κάποιος, τόσο πιο πολύ ωθείται σε αυτό που πιο πολύ φοβάται… στην έκθεση, στη ματιά των άλλων και στη διάθεσή τους. Έχω ζήσει την αίσθηση να ανοίγεις την καρδιά σου και να μπαίνει μέσα κόσμος και να πατάει με λασπωμένα παπούτσια. Αλλά όλα είναι στο παιχνίδι της ζωής.
Αν είχατε τη διάθεση να διαβάσετε ως εδώ, αν προσπαθήσετε να νοιώσετε τι προσπαθώ να σας πω, φανταστείτε πώς αισθάνθηκα όταν πριν από μία ώρα έλαβα στο e-mail μου τις προτάσεις για το εξώφυλλο του βιβλίου μου που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα… Κάθισα λίγο μπροστά στο e-mail και προσπαθούσα να συλλάβω το momentoum… Τα πιθανά εξώφυλλα – που ήρθαν σε εμένα ώστε να επιλέξω ποιο θέλω – είχαν πάνω πάνω γραμμένο το όνομά μου.. εκεί που κανονικά μπαίνει το όνομα ενός συγγραφέα… και ο τίτλος του βιβλίου (όπως και του blog μου) μου αναβόσβησε φλασάκια από τη βραδιά που περάσαμε στο μπαλκόνι του σπιτιού μου με τους κουμπάρους μου και προσπαθούσαμε να σκεφτούμε έναν τίτλο για τη σελίδα και το blog. Όμως τα εξώφυλλα ήταν εκεί και με περίμεναν να διαλέξω. Να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να «εκτεθώ», να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να προσπεράσω τη ντροπή μου. Αν διαλέξω εξώφυλλο, θα εκδοθεί το βιβλίο, με το όνομά μου στη θέση του συγγραφέα… Τι κάνουν τώρα φίλε Αλέξανδρε?

Και διάλεξα…

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Τρίχρονη μαγεία

21 Ιουνίου 2014  


 Σήμερα είναι μία από αυτές τις μέρες που ο μικρός μου, είπε μαζεμένες όλες εκείνες τις ωραίες φράσεις που του έλεγα κατά καιρούς για να γελάσουμε, μόνο που το μυαλουδάκι του τις κατέγραψε σαν να είναι οι κυριολεκτικές έννοιες τους.
Και εξηγούμαι αμέσως…

Περιστατικό 1.
Κάποτε με είχε ρωτήσει πως θα καταλάβει αν έβαλε ανάποδα τα παπούτσια του. Του είχα δώσει μία παιχνιδιάρικη απάντηση που ούτε που τη θυμόμουν. Μέχρι σήμερα. Που προσπάθησε να βάλει μόνος του τα παπούτσια του. Και τα έβαλε. Ανάποδα. Και μου είπε «μπαμπά, νομίζω πως έβαλα ανάποδα τα παπούτσια μου, για κοίτα». «Ναι παιδί μου, ανάποδα τα έβαλες, είδες που το κατάλαβες μόνος σου?». «Ναι, το κατάλαβα, γιατί μου κάνουν παράπονα..».
Rewind 1 μήνα πριν: «Αγόρι μου, όταν τα παπούτσια μας μπαίνουν ανάποδα, δεν βολεύονται, και μας πονάνε λίγο, γιατί θέλουν να μας κάνουν παράπονα που δεν προσέξαμε καλά και τα βάλαμε ανάποδα»

Περιστατικό 2.
Κάποτε μου είχε δείξει πως μερικά παζλ φτιάχνονται όπως θέλεις εσύ, αφού άμα τα ζορίζεις πολύ τα κομμάτια, μπορούν τελικά να ενωθούν – μπορεί και να σκιστούν και λίγο – μόνο που η εικόνα δεν φαίνεται πολύ ωραία… Του είχα πει πως δεν είναι ανάγκη να το ζορίζεις… Πρέπει να μπαίνουν εύκολα, από μόνα τους…
Σήμερα προσπαθούσε να φτιάξει ένα μικρό παζλ. Και προσπαθούσε με υπομονή.. για 5 λεπτά.. Μετά άρχισε πάλι να τα πιέζει… Το ίδιο έγινε και με το καλαμάκι του χυμού, που δεν μπορούσε να ρουφήξει όλο τον χυμό και περίσσευε λίγο στο κουτάκι.
«Μπαμπά, το παζλ κοίτα πως το έκανα…» «Παιδί μου, δεν είναι σωστά νομίζω, γιατί η εικόνα δεν φαίνεται ωραία.. Μήπως πίεσες τα κομμάτια για να τα ενώσεις?» «Ναι, αφού δεν μου κάνουν τη χάρη! Ούτε το καλαμάκι του χυμού μου κάνει τη χάρη!»
Rewind λίγο καιρό πριν: «Αγόρι μου, αν το παζλ σου δείχνει πως ζορίζεται, τότε δεν θέλει να σου κάνει τη χάρη να γίνει ωραία η εικόνα και πρέπει να βρεις έναν μαλακό τρόπο να το καλοπιάσεις»

Περιστατικό 3.
Στο αυτοκίνητο. Κατά τη μία το μεσημέρι. Σάββατο. Ο μικρός έχει ξυπνήσει από τις έξι το πρωί και νυστάζει τρελά.. Κλείνει τα μάτια και γέρνει το κεφάλι και αμέσως τα ξανανοίγει. Εγώ φυσικά δεν θέλω να κοιμηθεί γιατί ακόμα δεν έχουμε φάει, και πρέπει να τον καθυστερήσω για να προλάβουμε να φάμε και να κοιμηθούμε μαζί για μεσημέρι… «Μικρέ, νομίζω πως έρχεται ο Ύπνος να σε πάρει… Αλλά εγώ δεν θέλω καθόλου να σε πάρει από εμένα. Πρόσεξε καλά να έχεις ανοιχτά τα μάτια σου, μην έρθει και σε πάρει στα κρυφά, και μετά εγώ δεν έχω παρέα να κοιμηθώ το μεσημέρι…»… Περνάνε 10 λεπτά.. Έχει λαγοκοιμηθεί λίγο και πετάγεται! «Μπαμπά, νομίζω με πήρε ο Ύπνος λίγο»! «Την άλλη φορά να μην τον αφήσεις! Να τον πάρεις εσύ!»
Επόμενη ώρα… Στο αυτοκίνητο, επιστροφή από φαγητό.. Μεσημέρι.. Ο μικρός είναι πλέον πτώμα, με το ζόρι κρατάει τα μάτια του ανοιχτά… Βλέπω από τον καθρέφτη πως γέρνει το κεφάλι έτοιμος να κοιμηθεί… «Αγόρι μου, πάλι έρχεται ο Ύπνος να σε πάρει?» «Όχι μπαμπά δεν τον αφήνω.. αυτή την φορά τον παίρνω εγώ!»

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Summertime Sadness, Madness & Dadness!

18 Ιουνίου 2014   


 Δεν πρόλαβαν να ξετσουτσουνίσουν οι καλοκαιρινές μέρες και μου αρχίσατε τις παραλίες με τα mojito και τα κορμιά τα υπερμαυρισμένα από τη ντάλα του Μαρτίου!! Γιατί έχετε ήδη τέτοιο χρωματάκι λες και κοιμάστε σε θερμοκοιτίδα από τον Μάρτιο, μη σας δουν ασπρουλιάρηδες και σας κακολογήσουν. Ένα σας λέω, και βάλτε το καλά στο μυαλό σας! Δε ζηλεύω. ΔΕΝ ζηλεύω.
Και για να κάνω ακόμα περισσότερους εχθρούς (γιατί αυτοί που έχω δεν μου φτάνουν, μου περισσεύουν κάποιες μέρες κενές), ας σας πω κι εγώ από τη μεριά μου κάποια πράγματα.
Τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ διακοπές: Αγαπημένοι και Αγαπημένισσες (που λέει και ο Μαραβέγιας και πολύ μου αρέσει.. και η έκφραση και ο Μαραβέγιας.. όχι σαν άντρας, σαν τραγουδιστής.. είμαι και ιδιότροπος βλέπετε, το ένα μου ξινίζει το άλλο μου βρωμάει!!), λοιπόν, για μένα Διακοπές ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ το να κουβαλάς τουρλόκωλος μές στο λιοπύρι όλη την διαζευγμένη προίκα σου σε μία παραλία, οργανωμένη κατά τα άλλα, για να περάσεις όμορφα… Διακοπές ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ οργανωμένη παραλία, αλλά ούτε και κάμπινγκ οργανωμένο, αλλά πολύ περισσότερο, διακοπές ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ με τίποτα όμως, ούτε το ελεύθερο κάμπινγκ.. Ούτε το πολύ αντιηλιακό, ούτε τα γυαλιά ηλίου που σετάρουν με σαγιονάρα και beachwear, ούτε σχεδόν το μπάνιο στη θάλασσα είναι διακοπές… Αυτά είναι παραθέριση…
Διακοπές ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ μία ανοργάνωτη παραλία, με μία καλή και πολυπληθή παρέα φίλων ή γνωστών, με δέντρα οπωσδήποτε κοντά στο κύμα, και με θερμοκρασία που δεν ξεπερνάει τους 30 βαθμούς. Το μπάνιο στη θάλασσα δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό, εκτός κι αν πρόκειται για παιχνίδια θαλάσσης ή θαλάσσια σπορ, που παρόλο που δεν είμαι φαν, καταλαβαίνω πως γράφουν στην κάμερα της μνήμης ωραία κλιπάκια.
Διακοπές ΕΙΝΑΙ σίγουρα οτιδήποτε σημαίνει απόσταση από το «στήσιμο» και το τρέξιμο της καθημερινότητας. Διακοπές είναι χάσιμο. Και χάσιμο κατά τη γνώμη μου, μπορεί να συμβεί μόνο εκεί που θεωρητικά κανείς δεν μπορεί να σε ανακαλύψει για να σε ενοχλήσει, πέρα από αυτούς που επιλέγεις εσύ.
Διακοπές για μένα φίλοι μου είναι το σκηνικό ενός μαγευτικού ελληνικού νησιού τον Απρίλιο ή τον Μάιο ή τον Οκτώβριο (καλά, θα το κάνω από Σεπτέμβρη, γιατί μου ξεσηκώνεστε βλέπω…). Από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, διακοπές μπορεί να είναι μόνο ένα ταξίδι σε μία άλλη χώρα, μόνο ο αστικός τουρισμός για μένα μπορεί να είναι καλοκαιρινές διακοπές… Και ζεις το ρυθμό μίας πόλης του εξωτερικού, σε μέρες εργάσιμες, που κανονικά εσύ θα δούλευες, αλλά είσαι διακοπές, όμως εκείνοι εκεί δουλεύουν, και είναι καλοκαίρι, και για να δούμε πώς ζούνε αυτοί οι άνθρωποι, η αγορά τους, το κέντρο τους, τα καφέ τους, τα μπαράκια τους μέσα στην καλοκαιρινή καθημερινότητά τους… Διακοπές είναι σίγουρα οι μέρες που μπορείς να κοιμηθείς το μεσημέρι, που μπορείς να ξυπνήσεις το απόγευμα ότι ώρα θέλεις, που μπορείς να ξενυχτήσεις όσο θέλεις, αλλά που το πρωί θα είσαι πάλι μάχιμος στην ενεργή δημοσιογραφία σου στους δρόμους της πόλης για να ζήσεις τον παλμό. Διακοπές δεν είναι να ξυπνάς στη μία το μεσημέρι. Αυτό είναι να ρίχνεις άκυρο στις μέρες που έχεις για διακοπές!
             Ξέρω πως οι εποχές δεν ευνοούν για τέτοιες αποδράσεις, η ξεκούρασή μας είναι μία φορά το χρόνο ή τα δύο χρόνια και συνήθως συνδυάζεται με τα μπάνια του παιδιού, την επίσκεψη στο χωριό και πολλές άλλες παρόμοιες λύσεις λόγω συνθηκών. Αλλά αν ίσως κάποιοι από εσάς, δεν πάτε πουθενά και αυτό το καλοκαίρι, σας μιλάω εντελώς ειλικρινά δείτε το λίγο διαφορετικά…
            Έζησα εννιά χρόνια στην Αθήνα, ίσως μάλιστα έζησα ακριβώς αυτό που λέμε «τα καλύτερά μου χρόνια» ηλικιακά στην Αθήνα. Την πρώτη χρονιά ήταν οι Ολυμπιακοί, οπότε δεν έχω λόγια να πω το πόσο όμορφη ήταν η Αθήνα εκείνο το καλοκαίρι, αλλά και τη δεύτερη και την τρίτη χρονιά δεν μπόρεσα να φύγω 15Αυγουστο διακοπές και το πήρα πολύ βαρέως… Και ξαφνικά ανακάλυψα πόσο μαγευτική πόλη μπορεί να γίνει η Αθήνα. Όλες τις επόμενες χρονιές επέλεξα να μην λείπω ποτέ 15αύγουστο από την πρωτεύουσα. Το μόνο που ήταν στενάχωρο ήταν ότι απουσίαζαν σχεδόν όλοι οι φίλοι μου, αλλά όσοι ήμασταν εκεί ζήσαμε μία Αθήνα που δεν ξέρω αν ποτέ την αντιληφθεί κανείς που λείπει κάθε χρόνο την ίδια περίοδο…
            Διακοπές λοιπόν για μένα είναι μία εβδομάδα να μην χορταίνει το μάτι μου να γεμίζει με νέες όμορφες εικόνες ίσως από τα ίδια μέρη, στα στενά ή τις λεωφόρους της πόλης, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό (εντάξει, το ομολογώ, προτιμώ το εξωτερικό κυρίως για την αίσθηση του ανεξερεύνητου, του αγνώστου και της πρόκλησης που δημιουργεί το φράγμα της γλώσσας. Εκεί ακριβώς είναι που ζεις την κουλτούρα των λαών στην καθημερινότητά τους, το πόσο φιλόξενοι ή ευγενικοί είναι με έναν ξένο, πόσο πονηροί στις πωλήσεις τους και πολλά άλλα ενδιαφέροντα κομμάτια του παζλ των πολιτισμών).
            Αν λοιπόν δεν μου βγει κάποιο ταξιδάκι στο εξωτερικό, το καλοκαίρι δεν το αντέχω. Δεν την παλεύω καθόλου. Και μόλις ο υδράργυρος περάσει τους 30 βαθμούς, θέλω να πέσω σε θερινή νάρκη και να ξυπνήσω με τα πρωτοβρόχια. Τέτοιος είμαι. Και όταν το θερμόμετρο πάρει την κατηφόρα, κάπου στους 20κάτι βαθμούς του, μπορώ να κάνω ένα μικρό deal μαζί του για καμία εκδρομή σε κάποιο νησάκι… Για παράδειγμα, στη Μάλτα!   

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Η προκαθορισμένη μας πορεία προς το τυχαίο

17 Ιουνίου 2014  


Με ανέλπιστα τυχαία γεγονότα και συμπτώσεις υφαίνουν οι Θεοί το δρόμο μας. Πάντα ήταν έτσι. Κάποιοι δεν τα δίνουν σημασία. Κάποιοι άλλοι ζουν μόνο και μόνο γι’ αυτά. Αναμένοντάς τα. Κάνοντας πλάνα στηριζόμενα σε στέρεες πιθανότητες που δίνει ο τροχός της τύχης που παρουσιάζει κάποιος που «μπορεί και χωρίς τα γυαλιά του». Στο ρόλο της Κρίστα, μας παρουσίαζε τα ενδεχόμενα κέρδη η Θεά Αφροδίτη στην αρχή, έπειτα πήρε τη θέση της η Θεά Εστία. Πέρασαν τα χρόνια της Θεάς του έρωτα και μπήκαμε στα χρόνια της Θεάς του σπιτικού. Αλλά η θεά του Έρωτα δεν έχασε ποτέ την αίγλη της, αυτή έμεινε στο ευρύ κοινό ως η αδιαφιλονίκητη παρουσιάστρια των δώρων. Ενίοτε και χωρίς περιτύλιγμα. Αλλά όταν ο έρωτας είναι πραγματικά δώρο τότε έρχεται και στο ανάλογο περιτύλιγμα. Αν δεν το έχει, τότε δεν πρόκειται περί δώρου. Μην σας ξεγελάσει. Να φυλάγεστε…
            Λέγαμε λοιπόν για τα παιχνίδια της τύχης, της μοίρας, του σύμπαντος. Τις περισσότερες φορές είναι ομαδικά, συμβαίνουν σε ζεύγη ανθρώπων ή και περισσότερους ταυτόχρονα. Και μένουν όλοι με ανοιχτό το στόμα. Από το «μεταφυσικό» του πράγματος. Ανατριχιάζουν. Όμως, αυτό το «μεταφυσικό» κατά κάποιο περίεργο τρόπο παίρνει τη ζωή τους από το χέρι και την πηγαίνει βόλτα στο Λούνα Παρκ του σύμπαντος. Κι ο καθένας νομίζει ότι επέλεξε μόνος του αυτή την έξοδο για διασκέδαση… Κι έχει απ’ όλα αυτό το Λούνα Παρκ. Κι ενώ στην αρχή λες, δεν είμαι για πολλά πολλά, θα παίξω μόνο σκοποβολή, θα διαλέξω το δώρο που μου αρέσει και θα εξαντλήσω την προσπάθειά μου να το κερδίσω, εντούτοις, θες η αναστάτωση, θες η επιρροή από τον κόσμο που πηγαινοέρχεται γύρω σου, τελικά αποφασίζεις να δοκιμαστείς και σε άλλα, πιο αδρεναλινάτα παιχνίδια… Και θα περιπλανηθείς και στα συγκρουόμενα, όπου θα κυνηγάς τον στόχο ευθεία μπροστά σου, αλλά θα έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις μία σύγκρουση με έναν άλλο στόχο, που στην πραγματικότητα δεν είχες ποτέ θέσει, και θα βγεις εκτός τροχιάς. Και πιάνεις τον εαυτό σου, να κυνηγάει την σύγκρουση από πίσω. Για να αποδείξεις στον εαυτό σου και στους άλλους ότι μπορείς να την κερδίσεις. Και μόνο όταν είσαι εντελώς αφηρημένος, μόνο όταν έχεις χάσει εντελώς τον αρχικό στόχο από τα μάτια σου, θα έρθει εκείνος να σε βρει στο Δόξα Πατρί. Τότε που δεν θα έχεις πια τα κουράγιο να τον αντιμετωπίσεις. Γιατί τελείωσε αυτός ο γύρος.
            Κι όσο πιο φοβισμένος είσαι, τόσο πιο πολύ ανοίγεσαι σε όσα πιο πολύ φοβάσαι. Κι αρχίσει να σε μαγεύει και το τρενάκι του τρόμου και το άλλο το τρενάκι, αυτό που σε ανεβάζει στους ουρανούς για να σε ρίξει αμέσως μετά στα Τάρταρα, κι εκεί που φουσκώνει η ψυχή σου από τη θέα, δεν προλαβαίνει να τη χαρεί.. αμέσως μετά αδειάζει το στομάχι σου από την κατρακύλα…  Κάπου εδώ είναι το σημείο που παρακαλάς να τελειώσει, αλλά το σύμπαν έχει άλλα τυχαία σχέδια για σένα… η ανακατωσούρα θα σταματήσει μόλις αρχίσεις να τη συνηθίζεις… Τότε που μόλις πατήσεις στέρεο έδαφος, θα αρχίσεις να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου γιατί δεν το μπορείς το στέρεο έδαφος, παραπατάς…
            Όμως δεν τελείωσε ακόμα… Δεν έχεις χορέψει ακόμα στο ταψί… Και υποσχέθηκες στον εαυτό σου πως δεν θα του αρνηθείς τίποτα του σύμπαντος. Έχει το νου του αυτό. Και θα πας να χορέψεις στο ταψί. Για την ακρίβεια καθιστός και φοβισμένος θα μπεις. Αλλά πάνω στα ταρακουνήματα, αρχίζει ο κόσμος και πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο… κι εκεί που νόμιζες πως ακολουθούσες τον δικό σου δρόμο σε αυτό το Λούνα Παρκ, ξαφνικά στο ταψί, αρχίζεις να αναγνωρίζεις γνωστές φυσιογνωμίες από τα χρόνια που έπαιζες ως ελεύθερος άντρας τον τροχό της τύχης.. Κι ενώ η Εστία σε προίκισε με γάμο, διαζύγιο και γιο, όπως και πολλούς άλλους που είναι στο ταψί μαζί σου, ξαφνικά βλέπεις πως από κάπου ξεθάφτηκε από τα κιτάπια του σύμπαντος, η παλιά φινέτσα και τσαχπινιά της Θεάς Αφροδίτης και το σύμπαν σου κλείνει πονηρά το μάτι υπενθυμίζοντάς σου πως ο τροχός της τύχης δεν έχει κλείσει ακόμα, και ίσως μάλιστα σου έχει και ρέστα αλλά και χρωστούμενα…

            Και κατεβαίνεις από το ταψί, παίρνεις βαθιά ανάσα, περνάς τα δάχτυλα από τα μαλλιά (δήθεν χτένισμα, να σου ανέβει το ηθικό), ξαναβάζεις το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι για ορθότερο στυλ, πλένεις λίγο βιαστικά το πρόσωπό σου, να φύγει ο ιδρώτας και η γκριμάτσα αναστάτωσης, παίρνεις τον γιο σου από το χέρι και με βήμα που αποπνέει εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, και με ένα χαμόγελο καρφιτσωμένο στα αυτιά, ακολουθείς τα χνάρια που άφησε το σύμπαν πίσω του, όταν έφυγε τρέχοντας για να δει αν θα το αναζητήσεις… Δεν θα τρέξεις όμως. Ξέρεις πολύ καλά, πως ο δρόμος σας είναι κοινός. Από όποιο μονοπάτι και να πας, επάνω του θα πέσεις. Και πολύ καλά θα κάνεις. Δεν μπορείς να μην ακούς τη φωνή του που σου δείχνει με ξεκάθαρα σημάδια πως ίσως το καλύτερο πλάνο ζωής είναι αυτό το λευκό χαρτί με δυο-τρία μόνο βασικά στοιχεία που θα παραδώσεις στα χέρια του για να το συμπληρώσει αναλυτικά εκείνο. Του έχεις πια εμπιστοσύνη, Τέτοιο γιο σου χάρισε. Δεν μπορεί παρά να είναι γαλαντόμο…. 

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Όποιος γιορτάζει να σηκώσει το χέρι

14 Ιουνίου 2014


Ήθελα πολύ να γίνω πατέρας. Από μικρός σχετικά. Ακόμα και όταν δεν είχα κάποια σχέση, ονειρευόμουν τη στιγμή που θα είχα το παιδάκι μου. Περίεργο ε? Λένε πως οι άντρες δεν έχουν τέτοια «καμπανάκια» στον οργανισμό τους, πως φοβούνται την ευθύνη της οικογένειας, πως το μυαλό τους είναι αλλού, και πολλά άλλα λένε. Αλλά όλες αυτές οι προτάσεις που ξεκινάνε από «οι άντρες όλοι…» και συνεχίζουν με στερεότυπες ή μη εκφράσεις, δεν μου ταίριαζαν ποτέ. Ξεκινώντας από τότε που ήμουν μικρός και όλοι παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ κι εγώ δεν παρακολούθησα ποτέ στη ζωή μου, ούτε ποτέ μου έμαθα κανέναν παίκτη. Ψέματα. Το 1987 παρακολούθησα όλο το Eurobasket. Τότε που ο Γκάλης και ο Γιαννάκης έπαιζαν στον Άρη. Αλλά από την επόμενη χρονιά τίποτα… Ψέματα. Μέχρι το 2004. Που είδα σχεδόν όλο το Euro 2004. Και στους Παξούς έβλεπα με Τσέχους τον αγώνα με την Τσεχία. Καλοκαιριάτικα. Με Τσέχους. Στους Παξούς. Σε μπαρ. Με μπύρες και ποτά. Εκείνη τη χρονική στιγμή η αύρα μου ακούμπησε την αύρα του μέσου άντρα. Και μετά πάλι προσπέρασε.
Και φτάσαμε στο 2011. Ή μάλλον ξεκινήσαμε από το 2007, άντε 2008 που πλέον είχα κλείσει τα 30 και σκεφτόμουν πως έχω αργήσει, θέλω ένα παιδάκι άμεσα για να έχουμε και μικρή σχετικά διαφορά ηλικίας. Και άρχισα τη μουρμούρα. Εγώ. Εγώ πότε θα γίνω πατέρας? Και μου ζήτησε γάμο. Και τον έδωσα. Και της ζήτησα παιδί. Και μου το έδωσε. Fair enough. Και χωρίσαμε. Ευτυχώς για εμάς αλλά ακόμα ευτυχέστερα για το παιδί.
Με τον γάμο και τη γέννα πήρα ένα τίτλο, σε μία στιγμή… επειδή στη σύζυγο έκαναν μία καισαρική επέμβαση ένα απόγευμα, βγήκαν κάτι μαίες και ο γιατρός και ενθουσιασμένοι μου πέρασαν στο πέτο το παράσημο. Είχα γίνει πατέρας. Επομένως, δικαιωματικά πια μπορούσα να γιορτάσω τον Ιούνιο του 2011 τη γιορτή του πατέρα. Είχα ένα παιδάκι κι αυτό με έκανε αυτόματα πατέρα. Μάλιστα…..Δηλαδή, φοράς μία ιατρική μπλούζα και αυτό σε κάνει αυτόματα γιατρό, φοράς ράσα και αυτό σε κάνει παπά.
Υπάρχουν τίτλοι που δίνονται ως απόρροια φυσικών σχέσεων, όμως οι τίτλοι αυτοί από μόνοι τους εμπεριέχουν τόσο συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις που ίσως είναι τελικά άδικο να μοιράζονται για περιστατικά που θα μπορούσαν και να είναι «τυχαία». Εγώ χάρηκα πολύ που το 2011 έγινα μπαμπάς. Αλλά εκείνη τη στιγμή έγινα μπαμπάς απλά επειδή γέννησε η γυναίκα μου. Το όνειρό μου είναι να γίνω πατέρας. Και το προσπαθώ, σας το ορκίζομαι. Το προσπαθώ σκληρά. Αλλά ποτέ δεν θα έχω το θάρρος να χαρώ ή να γιορτάσω τη γιορτή του πατέρα εγώ για τον εαυτό μου. Αυτό θα συμβεί μόνο εάν ο γιος μου κάποτε, έρθει μία μέρα σαν κι αυτή στο σπίτι μου, με μπύρες και πίτσες και μου πει «πατέρα, σήμερα είναι η γιορτή σου.. Είναι αυτή η γιορτή που αν εσύ δεν γιόρταζες σήμερα εγώ δεν θα ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι αυτός που είμαι επειδή ήσουν από τους πατέρες που τους αναγνωρίζω το δικαίωμα να μπορούν να γιορτάσουν σήμερα. Ήσουν πάντα κοντά μου, δίπλα μου, με στήριξες, με αγάπησες, με σεβάστηκες και ενώ με προστάτευες με τις μεγάλες φτερούγες σου ταυτόχρονα φρόντιζες να δυναμώνεις τα δικά μου φτερά για να μπορώ να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Αυτή η γιορτή είναι για σένα, στην κερνάω εγώ για όλα όσα με κέρασες αυτά τα χρόνια».
Μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή για μένα, εύχομαι σε όλους τους μπαμπάδες που έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για εκείνους να λάβουν την ευχετήρια κάρτα από το παιδί τους, να είναι πάντα δυνατοί και να στέκονται φάροι στις δικές μας προσπάθειες μέσα από τις φουρτούνες που περνάμε στην προσπάθειά μας να μετατρέψουμε τον τυπικό τίτλο του πατέρα – λόγω γέννας – σε ουσιαστικό παράσημο ζωής.
Ας πάμε σε μία παιδική χαρά ή σε ένα σχολείο (δεν προλάβαμε, μόλις έκλεισαν) και ας ζητήσουμε από τα παιδιά να σηκώσουν το χέρι αν θεωρούν πως οι πατεράδες τους γιορτάζουν σήμερα. Και με μία μαγική κάμερα ας βάλουμε τους μπαμπάδες να παρακολουθούν από το δωμάτιο επικοινωνίας.. να δουν αν το παιδάκι τους σήκωσε το χέρι του. Αμέσως μετά ας κάνουμε το αντίστροφο. Ας ρωτήσουμε τους μπαμπάδες αν θεωρούν πως γιορτάζουν σήμερα και αν ναι, ας σηκώσουν το χέρι. Και τα παιδάκια τους να παρακολουθούν από μακριά με το κιάλι του πειρατή που τους είχατε πάρει δώρο για τα γενέθλιά τους και νομίζατε πως κάνατε το χρέος σας. Τώρα ας αντιστοιχίσουμε τα σηκωμένα χέρια και ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Έχουν άραγε τα παιδιά μας την εικόνα που εμείς πιστεύουμε πως έχουν για εμάς ως μπαμπάδες?

Εσύ γιορτάζεις σήμερα? Ο μπαμπάς σου?

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η Αγία Ελληνική Οικογένεια

9 Ιουνίου 2014  


 Κάπου διάβασα πως «ο προορισμός μου σαν γονιός είναι να προσπαθήσω να διορθώσω στο παιδί μου τα λάθη που έκαναν οι δικοί μου γονείς στα δικά τους παιδιά». Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει κάτι πιο όμορφο που να οδηγεί στην πραγματική ανάπτυξη των ανθρώπινων γενεών. Αλλά πόσο είμαστε πραγματικά σε θέση να δούμε με αντικειμενικό μάτι τη λειτουργία των γονιών μας απέναντί μας και πόσο περισσότερο τη δική μας λειτουργία ως γονείς?
Μάλλον δεν θα πω πράγματα εύκολα κι ευχάριστα. Ούτε και για μένα δεν είναι εύκολα κι ευχάριστα. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τις οθόνες τους, ακολουθούν ίσως σκληρές αλήθειες…
Η οικογένεια. Η Αγία Ελληνική Οικογένεια. Η δεμένη ελληνική οικογένεια. Τόσο δεμένη που πολλές φορές καταντάει κόμπος στο λαιμό των παιδιών της. Που θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι όλοι μας αγαπάμε τα παιδιά μας. Και ότι κάνουμε το κάνουμε για το «καλό» τους. Για να τα προστατεύσουμε, να τα θωρακίσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε. Και θεωρούμε δεδομένο πως εμείς γνωρίζουμε το καλό τους καλύτερα από αυτά. Και ίσως αυτό να ισχύει μερικώς μέχρι κάποια ηλικία. Αλλά αυτή η ηλικία έχει σαφέστατα limit up. Από το limit up και πέρα, θα πρέπει εμείς ως γονείς να αισθανόμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια από εμάς ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τις δικές τους επιλογές με ασφάλεια για την υγεία και την ακεραιότητά τους. Οποιεσδήποτε άλλες επιλογές, είτε μας αρέσουν είτε δε μας αρέσουν, απλά τις δεχόμαστε με αγάπη. Γιατί είναι οι δικές τους επιλογές, είναι οι αποφάσεις των νέων ανθρώπων που αγαπάμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας προβληματίζει η επαγγελματική τους εξέλιξη ή η επιλογή συντρόφου ή ίσως ακόμα και ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, η επιλογή τους να μείνουν μόνοι στη ζωή χωρίς ταίρι ή το αντίθετο ή μία πιθανή μετανάστευση, ο ρόλος μας ως γονείς – μέντορες έχει πια τελειώσει προ πολλού. Ο κάθε άνθρωπος πια, ας είναι ελεύθερος να γευτεί τους καρπούς των δικών του προσπαθειών ή τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε κάποιες επιλογές, τους στερούμε πολλά περισσότερα από όσα ίσως «δύσκολα» προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε. Και το χειρότερο από όλα είναι, πως οι γονείς είναι φτιαγμένοι από τέτοια υλικά, ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της παρεμβατικότητάς τους στα θέματα άλλων ανθρώπων, γιατί και τα παιδιά μας είναι πια άλλοι, διαφορετικοί, μοναδικοί άνθρωποι.
Και όσοι έχουμε ακόμα πολύ μικρά παιδιά, ας μη βιαστούμε να χαρούμε. Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως εμάς, γιατί από εμάς ξεκινάει το πρόβλημα. Και για την αποφυγή παρεξηγήσεων τον εαυτό μου τον βάζω πρώτο και «καλύτερο» στη λίστα… Πόσες φορές μέσα στην καθημερινότητα δεν αποδεικνύουμε στα μικρά ανθρωπάκια πως στην ουσία δεν τους εμπιστευόμαστε το παραμικρό? Πόσες φορές δεν έχουμε αναίτιους φόβους και υπερπροστατευτισμό και τρέχουμε να τα «σώσουμε» να μην πατήσουν στις λάσπες, να τους κρατήσουμε το κουταλάκι για να μην λερωθούν, να τους βάλουμε τα παπούτσια για να μην τα βάλουν ανάποδα, να τους κρατάμε το ποτήρι το νερό όταν πίνουν για να μην το χύσουν επάνω τους και πόσα άλλα…
Νομίζω πως ίσως κάνουμε λάθη που δεν τα καταλαβαίνουμε. Νομίζω πως υποτιμάμε τις δυνατότητές τους. Νομίζω πως τους περνάμε ένα μήνυμα πως θα υπάρχει πάντα κάποιος να τα σώσει και από την παραμικρή αναποδιά. Και τα υποδουλώνουμε. Τους δένουμε τα χέρια. Να μην μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εμάς, Να μας έχουν πάντα ανάγκη. Γιατί ο μπαμπάς και η μαμά σε αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, που εσύ δεν το ξέρεις, και αν δεν τους ακούσεις πολλά άσχημα πράγματα θα σου συμβούν. Όπως για παράδειγμα θα λερωθείς με σάλτσα ντομάτα από τα μακαρόνια τα μπολονιέζ. Και για μία φορά που δεν σου κράτησαν το κουταλάκι λερώθηκες με τη σάλτσα. Και έκλαιγες. Γιατί φοβήθηκες. Φοβήθηκες πως θα σε μαλώσουν ή ντράπηκες για τον εαυτό σου για το πόσο λίγος είσαι ώστε να μην μπορείς να κρατήσεις σωστά το κουταλάκι που σου το δείχνουν συνέχεια.. Και αργότερα θα λερωθείς από σάλτσα χυλόπιτας από υποψήφια γκόμενα και πάλι θα κλαις. Γιατί έκανες λάθος. Κάτι δεν έμαθες σωστά. Και μετά πάλι θα λερωθείς από σάλτσα απόλυσης από έναν εργοδότη και πάλι θα κλαις. Γιατί ήσουν λίγος. Και μετά θα φοβηθείς να ξαναπροσπαθήσεις. Παντού χάλια τα κάνεις μόνος σου. Σου λείπει ένα χέρι να σου κρατάει το κουταλάκι.
Δεν φταίνε τα παιδιά μας. Όχι. Εμείς φταίμε. Κι εγώ περισσότερο από όλους εσάς μαζί. Γιατί είμαι ο χειρότερος. Και τα γράφω για να τα διαβάζω και να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα. Πόσοι από εσάς δεν «φοβηθήκατε» όταν είδατε ότι το παιδί σας είχε κάποια κλίση σε ένα μουσικό όργανο ή στη ζωγραφική ή στη γλυπτική – αγγειοπλαστική ή στο θέατρο ή στο τραγούδι ή στο ποδόσφαιρο και σας ανακοίνωσε πως θα ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό? Μιλάω για τις περιπτώσεις που το παιδί όντως έχει δείξει ταλέντο σε αυτό και σας το επιβεβαιώνουν και οι καθηγητές του. Πόσοι δεν τρέξατε να το προστατεύσετε από «λάθος» πιθανές επαγγελματικές επιλογές, που δεν θα το βγάλουν πουθενά οικονομικά, δεν θα του προσφέρουν μία ζωή όπως θα ήθελε αυτό να τη ζήσει? Ναι, γιατί εμείς οι γονείς ξέρουμε πολύ καλύτερα τι ζωή θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας. Έχουμε την εμπειρία της ζωής. Και τα λάθη μας ήταν το σχολείο μας, όπου διδαχτήκαμε τρόπους να μεταφέρουμε τα ίδια λάθη και σε μικρότερους μαθητές.
Εμείς μπορεί να έχουμε την εμπειρία της ζωής, τα παιδιά μας όμως έχουν την ψυχή τους, Και παρατηρώ στον εαυτό μου και γύρω μου, πως κινούμαστε έντονα προς την κατεύθυνση να κλείσουμε το δρόμο στην ψυχή των παιδιών μας, βάζοντας φοβιστικές πινακίδες STOP και απαγορεύεται η στροφή δεξιά (καλά, αυτή, ίσως καλά κάνει και απαγορεύεται!!) για να τα οδηγήσουμε στον απόλυτο κομφορμισμό, να ξεριζώσουμε οτιδήποτε μαγικό και διαφορετικό κρύβει η παιδική τους ψυχή και να εγκαταστήσουμε ήθη, έθιμα, συνήθειες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς ενός κοινωνικού συνόλου που η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν τα πήγε και περίφημα.
Έχω την εντύπωση ότι τα παιδιά γεννιούνται εγγενώς ευτυχισμένα. Έρχονται να μας συναντήσουν κουβαλώντας ωραίες εικόνες και ορμή ψυχής από μία άλλη, αγνή διάσταση την οποία εμείς έχουμε ξεγράψει προ πολλού. Η όψη στο πρόσωπό τους αλλάζει όσο έρχονται σε επαφή με τα δικά μας πρόσωπα, με τα δικά μας στυγνά ανθρώπινα μέτρα και κουτάκια. Κι όσο μεγαλώνουν τόσο ξεχνάνε την ψυχή τους. Όχι επειδή δεν έχουν καλή μνήμη, αλλά επειδή τα «εξημερώνουμε». Από την ελεύθερη άγρια φύση της ψυχής τους όπου έτρεχαν όλο χαρά στα λιβάδια και τα δάση, τα κλείνουμε στο κλουβί του ζωολογικού κήπου της comme il faut καθημερινότητάς μας. Φυσικά και πρέπει να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε μία κοινωνία, ίσοι απέναντι σε ίσους αλλά δεν είναι ανάγκη να τρίψουμε με γυαλόχαρτο όλες τις πλευρές της ψυχής τους που έχουν εξογκωματάκια και δεν κουμπώνουν καλά στο κουτάκι μας…
Θα ήθελα πολύ να έχω τη δύναμη να εξαφανιστώ από τη ζωή του γιου μου όταν θεωρήσει πως το πλήρωμα του χρόνου έφτασε. Όταν αισθανθεί ότι πατάει καλά στα πόδια του, ίσως αμέσως μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές, εγώ θα πρέπει να μην είμαι πια καθόλου κομμάτι της καθημερινότητάς του. Ούτε της τηλεφωνικής καθημερινότητας. Να μην γνωρίζω πια τις επιλογές του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Να μου λέει όσα θέλει, άμα θέλει και όταν θέλει. Να είμαι πάντα εκεί να τον στηρίζω όταν μου το ζητήσει. Ο ρόλος μου, θα ήθελα να περιοριστεί στον ρόλο του από μηχανής Θεού, όταν επικαλεστεί τη βοήθειά μου και μόνο. Κατά τα άλλα, ένας ολόκληρος κόσμος ανοίγεται μπροστά του να τον γευτεί με όλες τις αισθήσεις του και χωρίς τη δική μου ματιά. Δεν πρέπει η ματιά μου να είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορέσω να το κάνω. Αλλά καταγράφω τη σκέψη μου για να την ξαναδιαβάσω όταν έρθει εκείνη η ώρα, που ελπίζω να αργήσει (για να τα λέμε όλα!), αλλά υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Η Αγία Ελληνική Οικογένεια έχει αυστηρό τελετουργικό το οποίο δεν μου πάει με τον χαρακτήρα που έχω και θεωρώ πως μέσα στην αγιότητά της έχει κατασπαράξει σαν θηράματα ελεύθερες και αγνές ψυχές.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Λιοπύρ', γυμνοί και θάλασσα!

3 Ιουνίου 2014 


Σας ξέρω τι είστε. Σας έχω καταλάβει. Είχατε κάνει πλάνα για ένα τριήμερο του Αγ. Πνεύματος στην παραλία, στη Χαλκιδική ή αλλού, αλλά όταν μιλάμε για παραλία μάλλον για τη Χαλκιδική μιλάμε, εκτός κι αν είσαι Θεσσαλονικιός, οπότε Χαλκιδική μπορεί και να σημαίνει  «σπίτι» οπότε παραλία γίνεται αυτομάτως κάτι άλλο. Κάτι που δεν είναι σπίτι. Και κάθεσαι 3 καλοκαιρινούς μήνες στη Χαλκιδική, στο σπίτι σου, και παραπονιέσαι στους φίλους σου πως «έτσι τζάμπα πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι, καθόλου διακοπές δεν πήγαμε, φάγαμε όλο το καλοκαίρι στο σπίτι». Εγώ δεν είμαι τέτοιος, γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τον εαυτό μου από όλα όσα σημαίνουν παραλία. Από όλα τα παραπάνω, μόνο στο Θεσσαλονικιός θα κάνω tick. Ούτε στην παραλία, ούτε στο σπίτι στη Χαλκιδική. Αλλά στην ίδια τη Χαλκιδική θα κάνω tick.
Έλεγα λοιπόν για εσάς και τα πλάνα σας. Και τη φουκαριάρα τη μάνα σας. Που δεν ήτανε στα πλάνα σας. Θα έμενε πίσω. Στην καλύτερη, μόνη. Στην ακόμα καλύτερη για εσάς, θα έμενε μόνη με τα παιδιά σας. Στη χειρότερη για εσάς, θα ερχόταν στην παραλία. Για να προσέχει τα παιδιά σας. Ή για να «ξεσκάσει βρε αδερφέ». Και για να ξεσκάσετε όλοι οικογενειακώς, φορτώνεται η μάνα στη λαϊκή από μία εβδομάδα πριν, για να ετοιμάσει κεφτεδάκια και σαρμαδάκια και κλαμπ σάντουιτς (σάντουιξ), για να έχετε κάτι μαζί σας, «τόσες ώρες, τι θα φάνε τα παιδιά? Από τα αγοραστά?». Και αρχίζει να σκέφτεται τι θα μαγειρέψει δυο μέρες πριν. Και αγοράζει και τάπερ. Μικρά να είναι. Βολικά. Να χωράνε στην τσάντα θαλάσσης που ήταν δώρο με το «Θέμα» που είχε δώρο και το 5ευρω για τα Carrefour. «Το Σάββατο στο δρόμο προς Χαλκιδική, να σταματήσουμε σε ένα Μαρινόπουλο να πάρουμε και τίποτα χυμούς και λίγα φρούτα για τα παιδιά.. Έχω και το κουπόνι από το Θέμα, άμα δεν το εξαργυρώσω μέχρι το Σάββατο θα λήξει». Αλλά κι εσείς, έχετε πάρει τα συμπράγκαλά σας, που κυρίως συνοψίζονται στα εξής: θερμός με τους καφέδες, το ΟΚ και ένα βιβλίο της Χρύσας Δημουλίδου ή της Λένας Μαντά. Γιατί δεν θέλω να αναφέρω κρέμες και αντηλιακά και δείκτες προστασίας.
Και το Σάββατο θα ξεκινήσετε για μία ωραιότατη ημερήσια στη Χαλκιδική. Γιατί είστε πονηροί. Όχι. Δεν θα πάτε διήμερο. Έτσι, γλυτώνετε ΚΑΙ το δωμάτιο του ξενοδοχείου ΚΑΙ την ανυπόφορη κίνηση της επιστροφής. Για την κίνηση του πηγαιμού όμως, μήτε λέξη… Καταπίνετε τη γλώσσα σας. Και είτε θα ξεκινήσετε 8 η ώρα το πρωί για να «μη μπλέξετε» είτε θα ξεκινήσετε 11 η ώρα, για να κοιμηθείτε λιγουλάκι παραπάνω, «ε τι στο καλό, ένα Σάββατο έχουμε να κοιμηθούμε λίγο, τι θες ρε μάνα και τηλεφωνείς από τα ξημερώματα, ναι, θα πάμε είπαμε, ναι, το ξέρω, θα πέσουμε σε κίνηση, όχι τα παιδιά δεν είναι έτοιμα!, ναι ρε μαμά, πήρα και δεύτερο μαγιό για τα μικρά, ναι, και τα κουβαδάκια που τους πήρες για τα γενέθλιά τους με τον Bad Μπάμπη (τον Μπαγκς Μπανυ δηλαδή, αλλά έτσι τον λέει η μαμά), καλά μαμά δεν πειράζει που πήρες τηλέφωνο, δεν θέλω να κοιμηθώ άλλο, δεν μπορώ δηλαδή και να θέλω αφού με ξύπνησες!».
Και βγαίνετε στον πηγαιμό για τη Χανιώτη. Και είναι μακρύς ο δρόμος. Και καυτός. Και μαλώνετε στο αυτοκίνητο μεταξύ σας γιατί κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει τα μπουκαλάκια με το νερό αποβραδίς στην κατάψυξη. Και πίνετε τσάι. Lip-ton πίνετε. Και τα μωρά κλαίνε γιατί κουράστηκαν. Και η μαμά ταλαιπωρείται και της ανεβαίνει η πίεση «άμα το ήξερα καλύτερα να έμενα σπίτι». Και ανοίγει το τάπερ να σας κεράσει κάτι γιατί μεσημέριασε και «μπουκιά δεν βάλατε στο στόμα σας».
Και φτάνετε καταμεσήμερο στην παραλία. Ντάλα. Συνειδητοποιείτε πως κι άλλοι άνθρωποι είχαν την ίδια ιδέα με εσάς. Όχι απλά ξεκίνησαν να πάνε μία βόλτα, όχι απλά ήρθαν στη Χαλκιδική, αλλά σκέφτηκαν να έρθουν όλοι αυτοί στην ίδια παραλία. Γιατί είναι «οικογενειακή». Children friendly τη διαφημίζουνε στους οδηγούς διακοπών που κυκλοφορούν στο εξωτερικό και υπάρχουν μεταφρασμένοι στην Ελλάδα. Αλλά στην ελληνική μετάφραση, κάπως τα μασήσανε… «ιδανική για όλη την οικογένεια».
Και είχατε ξεχάσει να τηλεφωνήσετε να σας κρατήσουνε ξαπλώστρα. Και δεν έχετε. Αλλά θα περιμένετε. Φορτωμένοι σαν τα γαϊδούρια, με παιδιά που τρέχουν πανικόβλητα ανάμεσα στις ξαπλώστρες των άλλων λουομένων, που δεν λούονται αλλά ηλιοθεραπίζονται, και με τα παντοφλάκια τους τα καινούρια τα crocks νούμερο 26 τους πετάνε άμμο στα μούτρα τα UVA & UVB, και όλοι ψάχνουν με τα μάτια τους πού στο καλό είναι οι γονείς αυτών των σκασμένων που τους έκαναν την κοιλιά -  την χρυσογυαλιστερή από το καροτέν - μέσα στην άμμο και μοιάζουν περισσότερο με ferrero roche παρά με λουόμενο, εσείς επιτέλους βρίσκετε καταφύγιο στην ξαπλώστρα μιας άλλης οικογένειας που είχαν έρθει από τις 8 το πρωί για να την πιάσουν, ε και πέρασε η ώρα, 3 πήγε, καιρός να φεύγουν…
Και χαλαρώνετε.. για ενάμιση λεπτό… τόσο διαρκεί μέχρι να σας έρθει η πρώτη ρακετιά και να σκάσει η μπάλα σχεδόν δίπλα στην οικογένεια. Όχι στα παιδιά σας. Όχι. Στη δική σας «προσωπική» οικογένεια, που με το μαγιό είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε μισαλλόδοξους ρακετάδες (η μισαλλοδοξία έγκειται στο ότι εσείς δεν παίζετε ρακέτες) ή σε επίδοξους φλερτερς. Και τα παιδάκια σας νταλάκιασαν από τον ήλιο κι αφού έκαναν και δυο βουτιές και το μάθε όλο το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής πως το παιδάκι σας, το καμάρι σας βούτηξε επιτέλους, «μαμάααααααα, μπαμπάαααααα κοίτα, βουτιάααααααα, μπλουμμμ…. Είδες μαμά??????» (εδώ συνήθως μπαμπά δεν έχει.. αν χρειαστεί να επαναλάβουν κάτι επαναλαμβάνουν το «μαμά»). Αλλά κουράστηκαν. Όμως δεν το ξέρουν. Και παίζουν με τα κουβαδάκια τους στα πόδια σας. Με την άμμο. Μες στην άμμο. Ξαφνικά μία κυρία, όσο κανονικά θα έπρεπε να είναι δύο κυρίες, και σε ηλικία και σε κιλά, σηκώνεται από την καφετέρια, όχι από την ξαπλώστρα, και προσπαθεί να περπατήσει ανάμεσα από τις ξαπλώστρες με τα βατραχοπέδιλα (απροσδιόριστο νούμερο)… Μόνο που προσπαθεί να περάσει ανάμεσα από ξαπλώστρες, των οποίων το κενό δεν αρκεί ούτε για το 5χρονο καμάρι σας… η κυρία όμως, η αγελαδίτσα έΦΑΓΕ, και θα τον βρει τον τρόπο… Πρέπει οπωσδήποτε να «βρέξει τα πόδια της, τόσο δρόμο έκανε»… Και περνάει δίπλα σας και μετά μπροστά σας… Και η φωνή του 5χρονου χάνεται.. Και ξεμακραίνει η κυρία, και – σαν από καρτούν – μέσα από την άμμο ξεπροβάλλει ένα χεράκι, μετά ένα άλλο, μετά ένα κεφαλάκι, και μετά σηκώνεται ο πατημένος πιτσιρικάς που έγινε σιδερότυπο στην άμμο μετά την άνιση μάχη με το βατραχοπέδιλο της Γκιώνας.
Αποφασίζετε λοιπόν κι εσείς, οι γονείς, να βουτήξετε… αλλά τα παιδιά πείνασαν και δίψασαν, και δεν θέλουν κεφτεδάκια, θέλουν να φύγετε, να πάτε σπίτι σας, να παίξετε με τον Νέμο. Και επειδή ξέρετε πολύ καλά ποιος κάνει κουμάντο στην πραγματικότητα σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο και να θέλετε να λέτε το αντίθετο και το πόσο έχετε το πάνω χέρι στη σχέση με το παιδί, και «θέλει ισχυρή βούληση και όρια και διαπαιδαγώγηση», σας έχει βγει ο ήλιος και η θάλασσα ξινά… και φεύγετε. Και φτάνετε στο σπίτι και πονάτε ολόκληροι. Γιατί καήκατε. Γιατί στη ντάλα καταμεσήμερο δεν συνειδητοποιήσατε πως η ομπρέλα της ξαπλώστρας δεν κάνει σκιά σε οποιαδήποτε πλευρά της κι αν βάλετε την ξαπλώστρα. Κι ας περάσατε την ώρα σας στην παραλία κουβαλώντας την ξαπλώστρα σας γύρω γύρω από την ομπρέλα για να κυνηγήσετε τη σκιά.
Σας ξέρω τι είστε. Τέτοια πλάνα είχατε για το τριήμερο που πλησιάζει. Και τώρα στενοχωριέστε. Που δεν έχει καλό καιρό και σας χάλασε τα σχέδια. Και είμαι εδώ απλά για να σας πω να το δείτε λίγο αλλιώς.
Η βροχερή έναρξη του Ιούνη ως συνέχεια ενός βροχερού Μάη, μου δημιουργούν έντονα μία αίσθηση αισιοδοξίας πώς ίσως αυτό τελικά να είναι το πιο ονειρεμένο καλοκαίρι που μπορούσα να φανταστώ… Σε παραλία με βροχή. Χωρίς κόσμο. Ή με κόσμο. Και δροσιά. Και χουχούλιασμα. Στην παραλία όμως το χουχούλιασμα. Και φωτιά στην άμμο. Γιατί αυτό το έζησα μόνο μία Πρωτομαγιά στη Μύκονο με το Πανεπιστήμιο κι ακόμα το θυμάμαι… Πρωτομαγιά στη Μύκονο με φωτιά και κιθάρα στην άμμο. Σαν κάτι διαφημίσεις. Μπύρας. Ή αλκοολούχων «αναψυκτικών». Ή προφυλακτικών. Γιατί το ένα φέρνει το άλλο. Και τα καλοκαίρια με φωτιά και κιθάρα στην παραλία φέρνουν αρώματα ανάμνησης από μία εποχή που το καλοκαίρι ήταν αθώο. Ήταν χαρά. Τώρα έγινε πιο ποζερίστικο κι από κλαμπ της παραλιακής. Γι’ αυτό κι αυτά τα βάλανε στην «παραλία» φαίνεται. Δεν είναι ότι μιλάω για το μακρινό 1999 (όταν η παραλία της Ελιάς στη Μύκονο ήταν περισσότερο άγνωστη κι από τη σύμπραξη της Ελιάς στις εκλογές για την Ευρωβουλή το 2014), είναι ότι εκείνη η εποχή, αρχές Μαΐου σε νησί, με ψιλόβροχο, συννεφιά, ηλιοφάνεια ωραία και όχι τσουτσουριστή, ήταν η πιο ωραία εικόνα που έχω από «καλοκαιρινό» νησί.
Εγώ, να με συγχωράτε, δεν θα πάρω hot summers πια.. Ούτε hot ως προς τη θερμοκρασία του – δεν την αντέχω εντελώς καθόλου όμως – ούτε hot ως προς τη μόδα του… Δεν θα βγω στην παραλία «πιο hot από ποτέ», δεν θα φορέσω το πιο «hot μαγιό ever», δεν θα πάω γυμναστήριο πριν βγω στην παραλία, δεν θα τηλεφωνήσω ποτέ να κλείσω reserve μία ξαπλώστρα. Μπορεί απλά να μεγάλωσα. Μπορεί να γέρασα. Θα πάρω ένα καλοκαίρι light. Τα hot πια μου φέρνουνε καούρα.
Ας ακούσουμε και λίγο το «καλοκαίρι» του Διονύση Σαββόπουλου… Κάτι ξέρει και αυτός. Δεν τα λέει έτσι. Για εμάς τα λέει. Για εμάς, που μερικές φορές χάνουμε την ουσία για την τυμπανοκρουσία…



Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει

καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘'να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι