Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Χάπι Story

24 Ιουνίου 2014  


Θέλω να μοιραστώ κάτι μαζί σας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι αυτήν την ανάγκη σήμερα να πω δυο λόγια σε αυτό το μετερίζι που συναντιόμαστε όλοι μαζί.
Είχα μία «κανονική» καθημερινή ζωή, ενός παντρεμένου πατέρα ενός παιδιού, εργαζόμενου σε μία θέση ευθύνης σε μία πολυεθνική. Σχετικά ξαφνικά όλη η «κανονικότητα» ράγισε. Κι αργότερα έσπασε. Σε χίλια κομμάτια. Και οι αλλαγές ήταν μεγάλες, σφοδρές, καταιγιστικές και κουραστικές. Αλλά πολύ κουραστικές. Και περιείχαν όλα αυτά τα συστατικά που δεν ταιριάζουν σε μία «κανονική» καθημερινότητα… Διαζύγιο, δικηγόροι, επιμέλειες, μετακομίσεις σε άλλα σπίτια, καπάκι στο εξάμηνο μετακομίσεις σε άλλη πόλη, αλλαγή χώρου εργασίας, αλλαγή περιβάλλοντος δηλαδή συνολικά. Από παντού. Εκ των έσω και έξω από ‘δω! Παντού.
Και υπάρχει ένα διάστημα, που δεν μπορώ να ορίσω την διάρκειά του (ίσως είναι ακόμα στο on, γιατί είμαι και ξεχασιάρης με τα off), που έζησα μέσα μου και έξω την «αιώρηση» στο σύμπαν… Σα να έπεσε μία πυρηνική βόμβα με αποκλειστικό στόχο εμένα, διέλυσε τα πάντα τριγύρω, εμένα με άφησε λειψό, παρόλα αυτά όμως ζωντανό. Κι αν όχι ζωντανό, τουλάχιστον «εν ζωή».
Μόλις ολοκληρώθηκε και η μετεγκατάσταση στη Θεσνίκη, σε νέο σπίτι και με νέο χώρο εργασίας, θεώρησα πως ο «κουρνιαχτός» θα έπεφτε… Αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι. Πράγματα που στήνονται για χρόνια και κάποια άλλα που είναι όνειρα ζωής και γκρεμίζονται, δεν μπορεί να «διαλύονται» και να σηκώνεσαι απλά τινάζοντας από πάνω σου τα μπάζα και τη σκόνη… Έχεις και κατάγματα. Που θέλουν χρόνο να θρέψουν. Ή τρόπο. Που δεν τον είχα.
Το να έχεις σε κοινή επιμέλεια αρχικά και σε αποκλειστική επιμέλεια στη συνέχεια, ένα μωρό που είναι –στην αρχή του big bang- μόλις 1μιση έτους, δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια ελεύθερου χρόνου ή εξόδων ή κοινωνικοποίησης. Το ιντερνετ λοιπόν ήταν το ιδανικό μέσο για να μπορέσω να εκφραστώ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιδέα μου για να φτιάξω μία σελίδα στο facebook, όπου θα μπορούσα να αφήνω κάποια μικρά σχόλια για τις ατάκες του μικρού ή να γράφω κάποια μικρά κειμενάκια… Από πολύ μικρός μου άρεσε να γράφω. Μου έλεγαν πως είχα ταλέντο σε ατάκες, σε εκθέσεις, αργότερα σε e-mail και είχε πλάκα όταν ερχόταν φίλοι και ζητούσαν τη συμβουλή μου για το πώς να γράψουν κάτι είτε αφορούσε επαγγελματικό είτε προσωπικό θέμα…
Για να γεμίσει λοιπόν ο βραδινός ελεύθερός μου χρόνος, όταν ο μικρός κοιμάται, σκέφτηκα να ασχοληθώ με την γραπτή έκφραση όσων ένοιωθα, όσων μου συνέβαιναν, όσων θα ήθελα να διακωμωδήσω για να τα εξαγνίσω..
Σκέφτηκα να μην αφήσω το πάθος του ερασιτέχνη γραφιά να πνιγεί από το λάθος του πρωτάρη συζύγου και ακόμα πιο πρωτάρη μπαμπά, και να το αφήσω να πάρει το χέρι μου και να με οδηγήσει σε μονοπάτια μέσα μου που τα είχα αφήσει ανεξερεύνητα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Παρόλο που είχα αρκετούς ενδοιασμούς για το μέγεθος της έκθεσης στο οποίο μπορεί να υποβάλλω τον εαυτό μου ή για πιθανές αντιδράσεις ή και σχόλια για τις σκέψεις μου.. ξέρετε, είναι πολύ σκληρό να σε ειρωνεύεται κάποιος για τον τρόπο που σκέφτεσαι.. ή για τις απόψεις σου, δεν θα μπορούσα ποτέ να το καταλάβω αν δεν το ζούσα…, αλλά μακριά και πέρα από τέτοιους φόβους, πιο πολύ ανησυχούσα και ντρεπόμουν… Ναι, μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά ντρέπομαι σχεδόν για τα πάντα. Μερικές φορές ντρέπομαι που υπάρχω. Κατά έναν μαγικό τρόπο, το σύμπαν φτιάχτηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε όσο πιο πολύ ντρέπεται κάποιος, τόσο πιο πολύ ωθείται σε αυτό που πιο πολύ φοβάται… στην έκθεση, στη ματιά των άλλων και στη διάθεσή τους. Έχω ζήσει την αίσθηση να ανοίγεις την καρδιά σου και να μπαίνει μέσα κόσμος και να πατάει με λασπωμένα παπούτσια. Αλλά όλα είναι στο παιχνίδι της ζωής.
Αν είχατε τη διάθεση να διαβάσετε ως εδώ, αν προσπαθήσετε να νοιώσετε τι προσπαθώ να σας πω, φανταστείτε πώς αισθάνθηκα όταν πριν από μία ώρα έλαβα στο e-mail μου τις προτάσεις για το εξώφυλλο του βιβλίου μου που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα… Κάθισα λίγο μπροστά στο e-mail και προσπαθούσα να συλλάβω το momentoum… Τα πιθανά εξώφυλλα – που ήρθαν σε εμένα ώστε να επιλέξω ποιο θέλω – είχαν πάνω πάνω γραμμένο το όνομά μου.. εκεί που κανονικά μπαίνει το όνομα ενός συγγραφέα… και ο τίτλος του βιβλίου (όπως και του blog μου) μου αναβόσβησε φλασάκια από τη βραδιά που περάσαμε στο μπαλκόνι του σπιτιού μου με τους κουμπάρους μου και προσπαθούσαμε να σκεφτούμε έναν τίτλο για τη σελίδα και το blog. Όμως τα εξώφυλλα ήταν εκεί και με περίμεναν να διαλέξω. Να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να «εκτεθώ», να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να προσπεράσω τη ντροπή μου. Αν διαλέξω εξώφυλλο, θα εκδοθεί το βιβλίο, με το όνομά μου στη θέση του συγγραφέα… Τι κάνουν τώρα φίλε Αλέξανδρε?

Και διάλεξα…

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Συννεφιές…

21 Μαΐου 2014


 Πιστός στο ραντεβού μου με την Ακεφιά, ήρθα πάλι τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την καθορισμένη μας ώρα και την περίμενα στη γνωστή μας γωνία.. Κρατούσα κι ένα τσαμπί σταφύλι για να με αναγνωρίσει, γιατί πέρασε καιρός.. Και ήρθε κι αυτή νωρίτερα, γιατί είναι Αγγλίδα στα ραντεβού της. Και στο φλεγματικό της χιούμορ. Και στην κρυάδα και την ξινίλα της. Και στον ενθουσιασμό που εκδηλώνει για να καλύψει την απαρέσκειά της.
            Κι έλεγα για την Ακεφιά. Που μου ήρθε αυτή τη φορά χτενισμένη του κομμωτηρίου, μιζανπλί παλαιομοδίτικο και ταγεράκι γκρι. Το γκρι της συννεφιασμένης Κυριακής. Και ασορτί τσαντικό λουστρίνι με λουράκι αλυσίδα. Αλλά δεν το φορούσε στον ώμο, το κρατούσε στο χέρι, για αυτοάμυνα… Και τακουνάκι. Όχι πολύ ψηλό. Τόσο όσο. Για να κρύψει τα γεράματά της. Όλα πολυκαιρισμένα. Τα ίδια τα παλιά. Αυτά που φορούσε και τότε… που πρωτογνωριστήκαμε.
            Στην  αρχή έκανα πως δεν την είδα, αν και ήξερε πως την περίμενα από μέρες, και ήξερα πως θα έρθει νωρίτερα… Αλλά την έβλεπα που ερχόταν κι έκανε πως δεν με έβλεπε, και έκανα πως δεν την είδα. Ντράπηκα κιόλας που ήρθε πάλι σαν τη Βασίλισσα Ελισάβετ με ύφος και τουπέ και το μαλλί καούκα. Και μου έκλεισε το μάτι. Γιατί ήξερε πως εγώ δεν το έχω εύκολο το «όχι». Μου στοιχίζει. Κι ας μου αποδεικνύει συνέχεια η ζωή, πως πολλά «ναι» τα πλήρωσα ακριβότερα.
            Η Ακεφιά μου πρωτοσυστήθηκε πριν πολλά χρόνια. Ήμουν πολύ μικρός, άβγαλτος, μου είχε φανεί μία σπουδαγμένη και σοφή κυρία που ίσως μπορούσα να μάθω πολλά κοντά της. Και την ακολούθησα για έναν καφέ στα γρήγορα. Ήτανε πάντα μεγάλη σε ηλικία, από τότε που γεννήθηκε, εντάξει θα μου πείτε, δεν την ήθελα για γκόμενα, να πάρω λίγη από τη σοφία της ήθελα… Ήταν όμως σαγηνευτική. Θυμάμαι είχε ανοίξει το λουστρίνι το τσαντάκι της κι έβγαζε από μέσα ένα σωρό καλούδια, μικρά χρυσά κομματάκια αυτοσυγκέντρωσης, κρυστάλλινα θρύψαλα μοναχικότητας, ιριδίζοντα πετράδια σοβαρότητας κι επαφής με τον βαθύτερο εαυτό. Κι ενώ είμαι εκπαιδευμένος να μην ψαρώνω με την πρώτη με αυτά που γυαλίζουν, εντούτοις, εκείνη την πρώτη φορά έβρισκα κάτι το σαγηνευτικό σε αυτό το τελετουργικό και σαν μαγεμένος και μυημένος από καιρό την ακολούθησα στα σκοτεινά κι ανήλιαγα σοκάκια που όλο και με παρέσερνε. Δεν έβαζα με το μυαλό μου το κακό. Ποτέ δεν το έβαζα. Καλοπροαίρετος εκ πεποιθήσεως μέχρι να μου σκάσουν στα μούτρα το «μα πόσο μαλάκας είσαι!». Η πρώτη μου φορά με την Ακεφιά είχε κάτι το μαγευτικό, το μυσταγωγικό, ένα τελετουργικό μύησης που με έκανε να αισθάνομαι ότι μπορεί τελικά και να ανήκω για λίγο στον εαυτό μου…
            Μέχρι που άρχισε να μου ξεφουρνίζει τις απαιτήσεις της. Δεν ήθελε να διατηρώ πολλές επαφές με τους φίλους μου. Με παρασέρνουν έλεγε. Όταν έβλεπε πως μου συνέβαινε κάτι χαρούμενο και πήγαινα να ενθουσιαστώ, μου τραβούσε το αυτί και μου έβαζε στην τσέπη μου μαύρες πέτρες ηφαιστειακής λάβας που έκαιγαν ακόμα από ενοχές… Κάθε φορά περισσότερες. Και οι πέτρες αυτές βάραιναν το σακάκι μου και μετά βίας μπορούσα να περπατήσω… Πόσο μάλλον να φύγω…
            Προσπάθησα να την εγκαταλείψω. Πολλές φορές. Άρχισε τα κλάματα για να με κάνει να τη συμπονέσω. Μου υποσχέθηκε πως θα έρχεται μόνο να με παρηγορεί όταν δεν είμαι καλά. Μου είπε πως της αρκεί μόνο να με βλέπει πού και πού. Όχι συχνά. Μου έταξε πως θα μου γνωρίσει τον καλύτερο δυνατό εαυτό μου, και μου ανέλυσε επιγραμματικά όλους τους λόγους για τους οποίους πίστευε πως εθελοτυφλώ. Πως πάντα την ήθελα μαζί μου. Πως γεννηθήκαμε για να περάσουμε αγκαζέ όλη μας τη ζωή. Για πάντα. Δεν ήξερε όμως πως εμένα τα «για πάντα» που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες με πνίγουν. Με δυσκολεύουν στην αναπνοή. Τότε συνειδητοποίησα πως φορούσα ακόμα το πουκάμισο που μου είχε κάνει δώρο πριν από χρόνια για τα γενέθλιά μου. Ήταν το πουκάμισο για να ντύνω τις έντονες στιγμές μου.  Ήταν μάρκα Panic Crisis, και χαριτολογώντας το έλεγε «πανικάμισο». Πνιγόμουν πάντα με αυτό. Ήταν στενό στο κολάρο.
Όταν έλειπε η Ακεφιά, όταν είχε δουλειές ή έβαζε πλυντήρια ή έκανε περιπάτους στη παραλία, μπορούσα και το χαλάρωνα, ξεκούμπωνα το κολάρο και δραπέτευα, κάποιες φορές για εβδομάδες ή για μήνες σερί… Μια φορά την εγκατέλειψα για χρόνια. Πήρα μαζί τη βαλίτσα μου, με όλα τα δικά μου πράγματα και κάποια δικά της όμως, κάποια που θα ήθελα να θυμάμαι, και το έσκασα. Και δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Όμως, εκείνη δεν με παράτησε. Έμενε πάντα στο σπίτι μου. Ήξερε να είναι διακριτική όταν πρέπει, όταν έκρινε συμφερότερο γι’ αυτή. Και το πουκάμισο που μου είχε πάρει δώρο το βρήκε τσαλακωμένο, ιδρωμένο κι άπλυτο, όπως το πέταξα άρον άρον πριν τη φυγή μου, και το πήρε και το έπλυνε με άρωμα ορχιδέα και βανίλια, και έραψε και το μονόγραμμά μου με καλλιγραφικά γράμματα και περίμενε… Εκείνη ήξερε… Ήξερε πως ίσως θα επιστρέψω…
Έζησα πολύ καιρό μακριά της. Ήταν δύσκολα, είναι δύσκολο να αφήνεις μία σταθερή σχέση, ακόμα κι αν το μόνο που σας κρατάει μαζί είναι η συνήθεια, ακόμα κι αν αυτή η σχέση είναι εντελώς τοξική και καταστροφική. Έχεις μάθει πια μόνο έτσι να ζεις. Όμως το πάλεψα. Το πάλεψα πολύ.
Και ανοίχτηκα στο πέλαγος με τη σχεδία μου, και δεν φοβήθηκα, μόνο να φύγω… να φύγω ήθελα… Και πήρα και τον γιο μου αγκαλιά κι όσο θεωρούσα πως κι εκείνος το αντιμετωπίζει σαν ταλαιπωρία όλο αυτό που βιώνουμε, τόσο πιο δυνατός γινόμουνα και τόσο πιο γρήγορά έκανα κουπί, και δεν κοίταξα ποτέ πίσω, κι ανοίχτηκα στο πέλαγος…
Ταξίδεψα μερόνυχτα χωρίς σταματημό. Χωρίς να συναντήσω νησί και καταφύγιο. Τα εφόδια που είχα πάρει για το ταξίδι, πολλά τσαμπιά σταφύλια για να συμβολίσουν την ευδαιμονία,  είχαν τελειώσει προ πολλού. Συνέχισα όμως. Χωρίς εφόδια. Εφεύρισκα καινούρια, δικά μου, και τα παρουσίαζα στον γιο μου πάντα σα να ήτανε γιορτή. Και η σχεδία μας άντεξε σε φουρτούνες, σε κρύο κι αγιάζι, σε καυτό ήλιο και σε θαλασσινή αλμύρα… Νησί όμως δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Και κάθε νύχτα πια, έχανα τον προσανατολισμό μου, είχα εξαντληθεί…  
Όταν λοιπόν εμφανίστηκε εκείνη, η παλιά γνώριμη, η Ακεφιά, με ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά να με κρύψει ξανά από τον κόσμο, να μου ρίξει μία σκάλα για να ανέβω στο ελικόπτερό της, δεν άντεξα, λύγισα…
Είμαι εδώ και λίγες μέρες, εβδομάδες ίσως, στη στεριά, μαζί της… Σε εκείνο το παλιό σπίτι… Κάναμε όμως μία συμφωνία που τη δέχτηκε, αν και με πολλές επιφυλάξεις. Δεν μένουμε πια μαζί. Δεν συγκατοικούμε. Της έχω πάρει ένα κινητό τηλέφωνο κι επικοινωνούμε όποτε η μοίρα το ορίσει… Πού και πού, κανονίζουμε κάποια ραντεβού.
Σήμερα, για ακόμα μία φορά, ήρθα τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την προκαθορισμένη ώρα…

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Δύο άνθρωποι μόνοι

28 Μαρτίου 2014


Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν εντελώς τυχαία και με τον πιο πρωτοποριακό τρόπο εκείνης της εποχής. «Συναντήθηκαν» χωρίς να ειδωθούν. Ανταλλάξανε μηνύματα. Σε κινητά. Και πολλά τηλεφωνήματα. Με τηλεκάρτες. Και πολλά ταξίδια διασταύρωσαν τις ζωές τους σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Και ήταν πολύ νέοι ακόμα. Είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους. Και όπως τυχαία συναντήθηκαν, τυχαία και, αναπόφευκτα πια, ερωτεύτηκαν.
Κι έγιναν οι δύο άνθρωποι μόνοι, ένας άνθρωπος. Κι ίσως δεν διασπάστηκε ποτέ αυτός ο άνθρωπος, όμως, όπως τυχαία συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν, έτσι «τυχαία» χάθηκαν… Και έμεινε ο έρωτας να τους θυμίζει μέσα τους, πως ο άλλος κάποτε πράγματι υπήρξε. Και το έζησαν. Με τη μορφή αγώνα αντοχής…
Και για αρκετά χρόνια δεν έζησαν τίποτα άλλο… όμως… κάποτε η ζωή έτρεξε κι έναν αγώνα ταχύτητας και….
Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν εντελώς τυχαία, με έναν ίσως κλασικό τρόπο. Οι ζωές τους διασταυρώθηκαν στη ρωγμή εκείνη του χρόνου που σκοντάφτει και πέφτει το λεγόμενο timing.. και για πολλούς προσωπικούς τους λόγους μάλλον ο καθένας, αποφάσισαν να το ζήσουν. Και το έζησαν. Λίγο σχετικά. Και πρόλαβαν να γίνουν ένας άνθρωπος, να παντρευτούν, να κάνουν ένα παιδί και να χωρίσουν πριν προλάβεις να πεις «Ερωτόκριτος». Και πήρε ο καθένας τον δρόμο του.
Ένας μπαμπάς κι ένας γιος…  δηλαδή…
            Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν όχι τυχαία, και αγαπήθηκαν. Και έγιναν ένας άνθρωπος. Και ο δικός τους αγώνας τους έλαχε μετ’ εμποδίων. Δεν τα πήγαν άσχημα όμως… Κι ακόμα αγωνίζονται. Δεν τους νοιάζει το μετάλλιο. Ούτε κανενός είδους αναγνώριση. Νοιάζεται ο ένας τον άλλον.
 Όπως τότε…
Δύο άνθρωποι μόνοι επιλέγουν βηματισμό. Γρήγορο, αργό, με σκυφτό κεφάλι ή με παρρησία. Σκοντάφτουν, πέφτουν, ξανασηκώνονται, γιατρεύουν τις πληγές τους και προχωράνε.
Δύο άνθρωποι μόνοι βρίσκονται μπροστά σε πολλές επιλογές χειρισμού της προσωπικής τους κατάστασης. Τα βήματά τους άλλοτε οδηγούν ευθεία μπροστά, άλλοτε λοξοκοιτάζουν προς τα πίσω μήπως ξέχασαν κάτι και ξανοίχτηκαν στο μέλλον λειψοί, άλλοτε κρύβονται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για να περικλείσουν όλο τον κόσμο τους σε λιγότερο από ένα τετραγωνικό μέτρο.
Ίσως για δύο ανθρώπους μόνους, ένα τετραγωνικό μέτρο είναι ικανό να περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο.
Για έναν άνθρωπο μόνο όμως, ολόκληρος ο κόσμος είναι πολύ μικρός να τον χωρέσει.
Ο έρωτας εκεί που «ανήκει».
Ο μικρός αυτές τις μέρες με τη μαμά του.
Εγώ για δύο. Για δύο ανθρώπους μόνους. 

Άνθρωποι μονάχοι

24 Ιανουαρίου 2014


Εσύ μεγαλώνεις ως singleparent μόνο σου το παιδί σου, στον ενικό ή τον πληθυντικό αριθμό. Το «παιδί», όχι το «εσύ». Και το 24ωρο σου είναι γεμάτο, φορτωμένο και φορτισμένο. Ευθύνη. Στον ενικό αριθμό. Όπως κι εσύ. Και αισθάνεσαι πολλές φορές κουρασμένος, πιεσμένος, έτοιμος να εκραγείς… από τη δουλειά, το σπίτι, το παιδί, τα οικονομικά, τον καιρό ή το καινούριο σου τζιν που σε πνίγει στον καβάλο. Και σκέφτεσαι.. «αν δεν είχα το παιδί, θα είχα όλο το απόγευμα ελεύθερο, να κάνω ό,τι θέλω, με όποιον θέλω, να πάω όπου θέλω και να ξενυχτήσω όσο θέλω, ΑΜΑ θέλω… Ένα απόγευμα για μένα…».

Και σπάει ο διάολος το ποδάρι του, και γίνεται η ευχή σου πραγματικότητα… κι έρχεται αυτό το απόγευμα. Και γυρνάς από τη δουλειά πτώμα. Αλλά δεν πρέπει να περάσεις από τον παιδικό σταθμό να παραλάβεις το παιδί. Και πας κατευθείαν σπίτι. Και ανοίγεις την πόρτα… Και είναι σκοτεινό, κρύο και με απόλυτη σιωπή… Στον καναπέ είναι ακόμα ξαπλωμένος ο Teddy, η κουκουβάγια, τα αεροπλανάκια, η κουβερτούλα του, οι κάλτσες του οι ζεστές για το σπίτι… Στο δωμάτιό του, τα παιχνίδια όλα συμμαζεμένα (γιατί έμαθε να τα συμμαζεύει). Και σου λείπει.. Πολύ σου λείπει, αλλά ας πούμε σκέτο «σου λείπει…».

Έλα τώρα, μην πέφτεις, μην σε παίρνει από κάτω.. Μπορείς να βγεις αμέσως από το σπίτι για έναν καφέ, για μια βόλτα στα μαγαζιά, να πας σινεμά, για ποτό, να ντυθείς όμορφος, να κάνεις ένα μπάνιο χωρίς την πόρτα μισάνοιχτη, να ξυριστείς χωρίς να πρέπει πρώτα να πασαλείψεις και τη μούρη του μικρού με αφρό, να κάνεις ρε παιδί μου τα πλάνα σου ως «νέος» ελεύθερος άντρας… Για ένα απόγευμα…

Σινεμά ή φαγητό έξω? Ποτό ή καφέ? Νωρίς ή αργά? Βάζεις tick όπου βολεύεσαι και είσαι σχεδόν έτοιμος… Τέλεια.. Το μόνο που μένει, τελευταία λεπτομέρεια, να βρεις παρέα τώρα.. Ας ενημερώσεις λοιπόν πως σήμερα το απόγευμα δεν έχεις τον μικρό και μπορείς να κινηθείς ελεύθερα… Από το μυαλό δεν σου περνάει ξεκάθαρα ποιος θα είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα ήθελες να ενημερώσεις.. Λογικό, δεν έχεις ταίρι… Οπότε, κινητό ανά χείρας και διερεύνηση των «επαφών». Αυτοί που θα ήθελες να δεις άμεσα, είναι διασκορπισμένοι από την Νότια Ενδοχώρα και παράλια της Ελλάδας ως τη Νοτιοδυτική Ενδοχώρα και παράλια της Ευρώπης… Πάμε σε κάτι πιο «πρακτικό». Εξαιρούνται όσοι μένουν σε απόσταση πάνω από 20χλμ., διότι μία τέτοια συνάντηση χρειάζεται προγραμματισμό, δεν είναι της τελευταίας στιγμής…   

Με εκείνα και με τα άλλα, σου μένουν 5 πιθανοί άνθρωποι για μια πιθανή έξοδο… Και τα τσεκάρεις ξανά από την αρχή. Πέντε είναι, δεν είναι παραπάνω. Εξαιρώντας και αυτούς που έχουν ήδη κανονίσει, σου μένουν, στην καλύτερη, τρεις… Κι εκεί που είσαι έτοιμος να πάρεις το πρώτο τηλέφωνο, να στείλεις το πρώτο μήνυμα… κάπου κολλάει το δαχτυλάκι στο space (και «σύμπαν» θα το μετέφραζα), και σκέφτεσαι.. «Θέλω πραγματικά να δω αυτόν τον άνθρωπο σήμερα? Τι θα έχουμε να πούμε? Μήπως θα με μιζεριάσει περισσότερο? Μήπως πάλι εγώ θα πρέπει να είμαι το επίκεντρο της συζήτησης, ενδιαφέροντος κτλ? Μήπως τελικά περισσότερο θα αναλωθώ παρά θα διασκεδάσω?». Επαναλαμβάνεις τις ίδιες σκέψεις και για τα τρία πιθανά άτομα για συνάντηση… Σε όλα, για κάποιο λόγο κολλάς… Δεν υπάρχει πια αυτό το «γιατί όχι?» που είχες παλιά… Τώρα υπάρχει κυρίως το «γιατί ναι?» και πολλές φορές δύσκολα βρίσκεις απαντήσεις σε αυτό το «γιατί ναι?».

Στο μυαλό σου τριγυρνάει ο Καβάφης. Αξεπέραστος.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντας την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική


Η αρχική διάθεση για έξοδο σβήνει σιγά σιγά… Μπορείς να μπεις στο facebook και να δεις και να μιλήσεις ταυτόχρονα με πολλούς από τους ενδιαφέροντες ακόμα ανθρώπους που σε περιβάλλουν, αλλά δεν έχουν αυτό το απόγευμα ελεύθερο ή μένουν μακριά.. Ή να δεις μία ταινία στο dvd μόνος σου, με γαριδάκια και πίτσες και μπύρες. Ή να διαβάσεις εκείνο το βιβλίο σαν άνθρωπος, που το έχεις αφήσει μόνιμα πια στην τουαλέτα και το διαβάζεις 2 σελίδες τη φορά..

Ή απλά ψάχνεις μία δικαιολογία προς τον εαυτό σου, για ποιον λόγο δεν εκμεταλλεύεται όπως πρέπει τον ελάχιστο χρόνο που έχει για την πάρτη του.
Ο εαυτός σου έμαθε πια να λειτουργεί μόνο για το παιδί σου.
Ποτέ δεν μπόρεσε να σκεφτεί για σένα χωρίς το παιδί σου μαζί.
Ποτέ δεν προετοιμάστηκε για το ενδεχόμενο να πρέπει να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο μελαγχολικό απόγευμα…

Και δεν έχει άλλη εναλλακτική, από το να γράψει γι’ αυτό…

Μπαμπάδες με Like

28 Νοεμβρίου 2013


Πάει χάλασε ο κόσμος.. Τα πάνω κάτω έχουν έρθει.. Οι γυναίκες πια δεν είναι οι γυναίκες που ήταν κάποτε, πριν από 5-6 χρόνια.. Κάποτε, έβγαινες μια βόλτα, και όλο και κάποια σου χαμογελούσε, όλο και κάποια σου ζητούσε τη φωτιά σου (αναπτήρα για αρχή, αν ήθελες να την ανάψεις κι’ άλλο ήταν στο χέρι σου), όλο και κάποια σου έδινε την κάρτα του μαγαζιού με γραμμένο πάνω το τηλέφωνό της με μολύβι ματιών.. (θα μου πεις τώρα πια δεν υπάρχει μολύβι ματιών, ή μήπως υπάρχει?)
Και να πεις δεν προσπαθώ? Συνέχεια μέσα στο σπίτι είμαι, όλη την ημέρα facebook και twitter και Χάπι Daddy, και όλος ο κόσμος στον κόσμο του…
Το πιο αστείο είναι πως κάποιοι όταν είχαν πρωτακούσει ότι πήρα την επιμέλεια του παιδιού, μου έλεγαν «πωπω ρε φίλε, ένας μπαμπάς με το παιδί του, τραβάει πολύ τις γυναίκες…».. Πού είναι ρε παιδιά? Πού τις τραβάει? Μέχρι και google το έκανα, να δω πώς το εννοούν, κάτι καρτούν βγήκαν…
Ένα χρόνο ζωντόχηρος, ένα χρόνο ηλεκτρονικής ζωής κι ούτε ένα αισθηματικό έμφραγμα από ηλεκτροπληξία… Τίποτα.. Όλα τα έχω κάνει.. Ακόμα και στα dating σέρφαρα (αλλά σήκωσε πολύ κύμα κι έφυγα γρήγορα. Κόντεψα να πνιγώ, ήρθαν 2-3 ναυαγοσώστριες με το κόκκινο το μαγιώ και τη σανίδα ασορτί, αλλά εγώ έβγαζα μπουρμπουλήθρες από το στόμα, αυτές νόμιζαν ότι τις κορόιδευα, πάνε κι οι ναυαγοσώστριες…), και στα social media παρουσία έχω, και για φωτο προφίλ τη μία μέρα βάζω art, την άλλη vintage, την άλλη τη φάτσα μου, την επόμενη τοπίο, τίποτα… τη φάτσα μου την περνάνε για vintage..
Και poke κάνω, και like κάνω, και share κάνω, και tweet κάνω, και retweet κάνω, και με αλατόνερο σφουγγάρισα, και δυόσμο βάζω στο συρτάρι με τα εσώρουχα, και τα φανελάκι μου ανάποδα βάζω μην τυχόν και με ματιάζουν, και ζώδιο προτίθεμαι να αλλάξω, αλλά φως δεν βλέπω…
Και είμαι και πολίτης της παγκόσμιας κοινότητας, μιλάω ξένες γλώσσες, κάνω αναζήτηση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.. «Ντεν ψάχνει μπαμπά με παιντί καρντιά μου»…
Πολλή μοναξιά κυκλοφορεί ρε παιδιά.. Και συννεφιασμένα πρόσωπα (τουλάχιστον απ’ ότι βλέπω στις φωτο προφίλ). Και μιζέρια. Και αδιαφορία για τα θέματα τα μέσα μας. Και απουσία ενδοσκόπησης. Από νταχτιρντί όμως, Δόξα τω Θεώ, πήξαμε στην ανοησία…
Και αναρωτιέμαι και μου λέω σκεπτόμενος… Πού θα πάει αυτό φίλε Χάπι Daddy? Πολύ στο σκέτο Daddy το ρίξαμε, κι από Χάπι μόνο τα συνταγογραφούμενα. Όχι τα άλλα, τα happya… Οι μόνες happyές είναι όσες σχετίζονται με το παιδί… Μήπως παρατράβηξε το πράγμα? Έρχονται μέρες γιορτής, μέρες αγάπης, μέρες συντροφικές…
Μήπως να βγω από το σπίτι?