Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση πανικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρίση πανικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αχ αυτή η νύχτα μου

8 Σεπτεμβρίου 2014 


Κυριακή βράδυ. Γυρνάς από  βόλτα με το παιδί, κουρασμένος εσύ, εύχεσαι το ίδιο και για τον μικρό, ώστε να περάσετε μία ωραία νύχτα. Αλλά μήπως είσαι υπεραισιόδοξος και πλεονέκτης? Αθροιστικά, από τότε που γεννήθηκε, πόσες ήρεμες νύχτες περάσατε μαζί? Δέκα? Είκοσι? Μου βγαίνουν 22 και θα τις αφήσω. Όχι, δεν θα βάλω ούτε μία παραπάνω. Δε βγαίνω κυρία μου. Και μην ακούτε που λένε «δεν υπάρχει ρευστότητα στις μέρες μας», φήμες ανυπόστατες και ψεύδη ασύστολα. Εμάς, οι δικές μας μέρες, είναι ιδιαιτέρως ρευστές… 
            Είπα ρευστές… και θυμήθηκα.. τη χτεσινή μας νύχτα. Ρευστότητα σε limit up. Ήταν τέτοια η ρευστότητα που ξένοι επενδυτές ήταν έτοιμοι να αρχίσουν να μου τηλεφωνούν σωρηδόν για να επενδύσουν στις ομολογίες μου. Ομολογίες ανυπεράσπιστες. Ομολογίες αδυναμίας. Ομολογίες κούρασης. Αλλά φερέγγυες. Θα τα φέρουν πίσω τα λεφτά τους. Αξιόπιστες.
            Είπα αξιόπιστες και θυμήθηκα τη χτεσινή μας νύχτα. Αξιοπιστία μηδέν. Εκεί που είσαι σίγουρος πως όλα λειτουργούν ρολόι ενώ εσύ κοιμάσαι, τελικά, οι μπαταρίες του σύμπαντος τελειώνουν και δεν είναι επαναφορτιζόμενες μέσα στη νύχτα.
            Είπα νύχτα και θυμήθηκα τα χτεσινοβραδινά. Ο μικρός ζωηρότατος μέχρι τις 11 το βράδυ. Ο μπαμπάς έχει σκεφτεί κάποιες εναλλακτικές ακόμα για να χαλαρώσει και να κοιμηθεί το παιδί. Και δεν πιάνουν. Κοιμήθηκε όμως. Όταν σιγά σιγά έπεφτε το ρεύμα στα μάτια του. Διαφορά τάσης. Μέσα ζωηρός, έξω υπναλέος. Αποσυντονίστηκε. Ήταν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ. Ο μπαμπάς χρειάζεται και λίγο προσωπικό χρόνο στον υπολογιστή του (ξέρετε, εξομολογήσεις, συμβουλές, farm heroes, candy crash, τραγούδια στο youtube, googling για τα θέματα της Αμφίπολης… a pro po έκθαμβος έχω μείνει, εκστασιασμένος!) και κατά τη μία τη νύχτα πήγε και ο μπαμπάς για ύπνο. Και σκέφτηκα, πως επειδή είμαι πολύ κουρασμένος είναι καλύτερα να πάρω το παιδί μαζί μου από τώρα στο δικό μου κρεβάτι, γιατί πάντα ξυπνάει τη νύχτα κατά τις 2μιση, κλαίει επειδή φοβάται μόνος στο δωμάτιό του κι έρχεται στο δικό μου. Και τον πήρα αγκαλιά και πήγαμε. Σε αυτό το σημείο κάποιος από ψηλά μου έβγαζε κίτρινη κάρτα, αλλά δεν την πήρα χαμπάρι…
            Είναι μιαμιση τη νύχτα. Ο Μορφέας κάνει check in τις αποσκευές μας και πλέον είμαστε και οι δύο ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας. Ζζζζζζζζζζ…. Είναι τρεις τη νύχτα. Ένας τσαμπουκάς πρέπει να έγινε εκεί στη χώρα του Μορφέα και κάποιος με πέταξε έξω από αυτήν σαν τη τρίχα από το ζυμάρι. Ξύπνησα από μία γερή κλωτσιά στο στήθος (όχι από τον μικρό, από τον Μορφέα) που μου έκοψε την αναπνοή και πάλι. Ο οισοφάγος έκλεισε. Μηδέν ανάσα και τρομερός πόνος. Αφόρητος πόνος. Μέσα στον ύπνο μου. Το τελευταίο τρίμηνο οι κρίσεις πανικού είναι πολύ σπάνιες, αλλά όποτε εμφανίζονται επιλέγουν να είναι νύχτα. Πίσσα. Σηκώθηκα να πάρω το ομοιοπαθητικό μίγμα μου για την περίσταση. Ούτε νερό δεν μπορούσα να καταπιώ από τον εντελώς κλειστό οισοφάγο. Πήρα δυο τρεις καλές ανάσες, κι επέστρεψα δίπλα στον Μικρό μου Πρίγκηπα. Έτρεμα αλλά ξάπλωσα. Είναι σχεδόν τρεις και μισή τη νύχτα. Κλείνω τα μάτια. Ο Μορφέας μου ζητάει να κόψω καινούριο εισιτήριο, του εξηγώ πως ήμουν από πριν μέσα, δεν το δέχεται, του λέω να εκεί οι φίλοι μου με περιμένουνε, για ένα τσιγάρο βγήκα, δεν με αναγνώρισε, πήγε να γίνει φασαρία, αστυνομία, κακό… κλαίει ο μικρός μέσα στον ύπνο του. «Μπαμπάαααααααα, κατουρήθηκα!!!». Ο Μορφέας με σπρώχνει με μια νέα κλωτσιά πίσω στον κόσμο μου. Ο μικρός έχει ζεσταθεί ολόκληρος από τη ρευστότητα της νύχτας… Σεντόνια, πυτζάμες, μέχρι και το μαξιλάρι του και το πηγούνι του κολυμπάνε στη ρευστότητα… (ναι μέχρι και το μαξιλάρι.. έκανα γιο ταλαντούχο, με προσόντα, να κάτι προσόντα) κι έτσι το 60% του κρεβατιού γνώρισε μέρες ένδοξων εποχών χρηματιστηρίου, ρευστότητα στο limit up.. ευτυχώς η δική μου πλευρά ήταν ακόμα στη στεγνή από ρευστότητα Ελλάδα… ο μικρός έκλαιγε γιατί ήταν βρεγμένος, έκλαιγε γιατί ντράπηκε, έκλαιγε γιατί ξύπνησε, έκλαιγε γιατί μπορούσε.. ο μπαμπάς δεν έκλαιγε γιατί δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια.. κοίταξα απλά το ρολόι. Τέσσερις τη νύχτα. Αν ήμουν όμως ψαράς θα ήταν μία κανονική ώρα για πρωινό εγερτήριο. Ή μοναχός. Ή φούρναρης. Αλλά δεν είμαι. Και δεν την έχω για κανονική αυτήν την ώρα, να με συμπαθάτε. Ορεξάτος όπως ήμουν λοιπόν μετά τον καυγά με τον Μορφέα, πήρα και την κρίση πανικού παραμάσχαλα, ξεβράκωσα τον μικρό, του έκανα μπάνιο στις 4 και κάτι το πρωί, έβαλα πλυντήριο (ρούχα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες κτλ), τον ετοίμασα ξανά καινούριο γυαλιστερό και τον έβαλα στο κρεβατάκι του, στο δωμάτιό του.. Μόνο που έκλαιγε. Ήθελε και γαλατάκι. Ε βέβαια, κοντά 5 είχε πάει. Ξυπνήσαμε πια. Του έκανα γάλα. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω να κοιμηθεί. Χαλάρωσε. Κοιμήθηκε. Επιστρέφω στο δωμάτιό μου. Βλέπω την κατάσταση στο στρώμα. Πήρα τον Μορφέα τηλέφωνο « Να με συγχωρείς μπάρμπα, δεν θα μπορέσω σήμερα να έρθω.. ναι ξέρω, το είχα υποσχεθεί, αλλά ήρθε και μια φίλη από τα παλιά τώρα, η Κρίση Πανικού, μπορεί να σου έχω μιλήσει στο παρελθόν γι’ αυτή, και τώρα τα λέμε λίγο..  Πήγα να κάνω check in στο γνωστό μας μέρος, αλλά δεν πιάνει καθόλου το κινητό μου το wifi σου. Χίλια συγνώμη σου εύχομαι για την αναστάτωση, θα τα πούμε, πρώτα ο Θεός, αύριο το βράδυ. Φιλιά, ναι Μορφέα μου, ναι, τα λέμε, ναι, ναι, και στη σύζυγο να πεις, ναι, και από εμένα, έλα τα λέμε, ναι, ευχαριστώ, εις το επανιδείν, ναι, ορεβουάρ!» 

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Συννεφιές…

21 Μαΐου 2014


 Πιστός στο ραντεβού μου με την Ακεφιά, ήρθα πάλι τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την καθορισμένη μας ώρα και την περίμενα στη γνωστή μας γωνία.. Κρατούσα κι ένα τσαμπί σταφύλι για να με αναγνωρίσει, γιατί πέρασε καιρός.. Και ήρθε κι αυτή νωρίτερα, γιατί είναι Αγγλίδα στα ραντεβού της. Και στο φλεγματικό της χιούμορ. Και στην κρυάδα και την ξινίλα της. Και στον ενθουσιασμό που εκδηλώνει για να καλύψει την απαρέσκειά της.
            Κι έλεγα για την Ακεφιά. Που μου ήρθε αυτή τη φορά χτενισμένη του κομμωτηρίου, μιζανπλί παλαιομοδίτικο και ταγεράκι γκρι. Το γκρι της συννεφιασμένης Κυριακής. Και ασορτί τσαντικό λουστρίνι με λουράκι αλυσίδα. Αλλά δεν το φορούσε στον ώμο, το κρατούσε στο χέρι, για αυτοάμυνα… Και τακουνάκι. Όχι πολύ ψηλό. Τόσο όσο. Για να κρύψει τα γεράματά της. Όλα πολυκαιρισμένα. Τα ίδια τα παλιά. Αυτά που φορούσε και τότε… που πρωτογνωριστήκαμε.
            Στην  αρχή έκανα πως δεν την είδα, αν και ήξερε πως την περίμενα από μέρες, και ήξερα πως θα έρθει νωρίτερα… Αλλά την έβλεπα που ερχόταν κι έκανε πως δεν με έβλεπε, και έκανα πως δεν την είδα. Ντράπηκα κιόλας που ήρθε πάλι σαν τη Βασίλισσα Ελισάβετ με ύφος και τουπέ και το μαλλί καούκα. Και μου έκλεισε το μάτι. Γιατί ήξερε πως εγώ δεν το έχω εύκολο το «όχι». Μου στοιχίζει. Κι ας μου αποδεικνύει συνέχεια η ζωή, πως πολλά «ναι» τα πλήρωσα ακριβότερα.
            Η Ακεφιά μου πρωτοσυστήθηκε πριν πολλά χρόνια. Ήμουν πολύ μικρός, άβγαλτος, μου είχε φανεί μία σπουδαγμένη και σοφή κυρία που ίσως μπορούσα να μάθω πολλά κοντά της. Και την ακολούθησα για έναν καφέ στα γρήγορα. Ήτανε πάντα μεγάλη σε ηλικία, από τότε που γεννήθηκε, εντάξει θα μου πείτε, δεν την ήθελα για γκόμενα, να πάρω λίγη από τη σοφία της ήθελα… Ήταν όμως σαγηνευτική. Θυμάμαι είχε ανοίξει το λουστρίνι το τσαντάκι της κι έβγαζε από μέσα ένα σωρό καλούδια, μικρά χρυσά κομματάκια αυτοσυγκέντρωσης, κρυστάλλινα θρύψαλα μοναχικότητας, ιριδίζοντα πετράδια σοβαρότητας κι επαφής με τον βαθύτερο εαυτό. Κι ενώ είμαι εκπαιδευμένος να μην ψαρώνω με την πρώτη με αυτά που γυαλίζουν, εντούτοις, εκείνη την πρώτη φορά έβρισκα κάτι το σαγηνευτικό σε αυτό το τελετουργικό και σαν μαγεμένος και μυημένος από καιρό την ακολούθησα στα σκοτεινά κι ανήλιαγα σοκάκια που όλο και με παρέσερνε. Δεν έβαζα με το μυαλό μου το κακό. Ποτέ δεν το έβαζα. Καλοπροαίρετος εκ πεποιθήσεως μέχρι να μου σκάσουν στα μούτρα το «μα πόσο μαλάκας είσαι!». Η πρώτη μου φορά με την Ακεφιά είχε κάτι το μαγευτικό, το μυσταγωγικό, ένα τελετουργικό μύησης που με έκανε να αισθάνομαι ότι μπορεί τελικά και να ανήκω για λίγο στον εαυτό μου…
            Μέχρι που άρχισε να μου ξεφουρνίζει τις απαιτήσεις της. Δεν ήθελε να διατηρώ πολλές επαφές με τους φίλους μου. Με παρασέρνουν έλεγε. Όταν έβλεπε πως μου συνέβαινε κάτι χαρούμενο και πήγαινα να ενθουσιαστώ, μου τραβούσε το αυτί και μου έβαζε στην τσέπη μου μαύρες πέτρες ηφαιστειακής λάβας που έκαιγαν ακόμα από ενοχές… Κάθε φορά περισσότερες. Και οι πέτρες αυτές βάραιναν το σακάκι μου και μετά βίας μπορούσα να περπατήσω… Πόσο μάλλον να φύγω…
            Προσπάθησα να την εγκαταλείψω. Πολλές φορές. Άρχισε τα κλάματα για να με κάνει να τη συμπονέσω. Μου υποσχέθηκε πως θα έρχεται μόνο να με παρηγορεί όταν δεν είμαι καλά. Μου είπε πως της αρκεί μόνο να με βλέπει πού και πού. Όχι συχνά. Μου έταξε πως θα μου γνωρίσει τον καλύτερο δυνατό εαυτό μου, και μου ανέλυσε επιγραμματικά όλους τους λόγους για τους οποίους πίστευε πως εθελοτυφλώ. Πως πάντα την ήθελα μαζί μου. Πως γεννηθήκαμε για να περάσουμε αγκαζέ όλη μας τη ζωή. Για πάντα. Δεν ήξερε όμως πως εμένα τα «για πάντα» που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες με πνίγουν. Με δυσκολεύουν στην αναπνοή. Τότε συνειδητοποίησα πως φορούσα ακόμα το πουκάμισο που μου είχε κάνει δώρο πριν από χρόνια για τα γενέθλιά μου. Ήταν το πουκάμισο για να ντύνω τις έντονες στιγμές μου.  Ήταν μάρκα Panic Crisis, και χαριτολογώντας το έλεγε «πανικάμισο». Πνιγόμουν πάντα με αυτό. Ήταν στενό στο κολάρο.
Όταν έλειπε η Ακεφιά, όταν είχε δουλειές ή έβαζε πλυντήρια ή έκανε περιπάτους στη παραλία, μπορούσα και το χαλάρωνα, ξεκούμπωνα το κολάρο και δραπέτευα, κάποιες φορές για εβδομάδες ή για μήνες σερί… Μια φορά την εγκατέλειψα για χρόνια. Πήρα μαζί τη βαλίτσα μου, με όλα τα δικά μου πράγματα και κάποια δικά της όμως, κάποια που θα ήθελα να θυμάμαι, και το έσκασα. Και δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Όμως, εκείνη δεν με παράτησε. Έμενε πάντα στο σπίτι μου. Ήξερε να είναι διακριτική όταν πρέπει, όταν έκρινε συμφερότερο γι’ αυτή. Και το πουκάμισο που μου είχε πάρει δώρο το βρήκε τσαλακωμένο, ιδρωμένο κι άπλυτο, όπως το πέταξα άρον άρον πριν τη φυγή μου, και το πήρε και το έπλυνε με άρωμα ορχιδέα και βανίλια, και έραψε και το μονόγραμμά μου με καλλιγραφικά γράμματα και περίμενε… Εκείνη ήξερε… Ήξερε πως ίσως θα επιστρέψω…
Έζησα πολύ καιρό μακριά της. Ήταν δύσκολα, είναι δύσκολο να αφήνεις μία σταθερή σχέση, ακόμα κι αν το μόνο που σας κρατάει μαζί είναι η συνήθεια, ακόμα κι αν αυτή η σχέση είναι εντελώς τοξική και καταστροφική. Έχεις μάθει πια μόνο έτσι να ζεις. Όμως το πάλεψα. Το πάλεψα πολύ.
Και ανοίχτηκα στο πέλαγος με τη σχεδία μου, και δεν φοβήθηκα, μόνο να φύγω… να φύγω ήθελα… Και πήρα και τον γιο μου αγκαλιά κι όσο θεωρούσα πως κι εκείνος το αντιμετωπίζει σαν ταλαιπωρία όλο αυτό που βιώνουμε, τόσο πιο δυνατός γινόμουνα και τόσο πιο γρήγορά έκανα κουπί, και δεν κοίταξα ποτέ πίσω, κι ανοίχτηκα στο πέλαγος…
Ταξίδεψα μερόνυχτα χωρίς σταματημό. Χωρίς να συναντήσω νησί και καταφύγιο. Τα εφόδια που είχα πάρει για το ταξίδι, πολλά τσαμπιά σταφύλια για να συμβολίσουν την ευδαιμονία,  είχαν τελειώσει προ πολλού. Συνέχισα όμως. Χωρίς εφόδια. Εφεύρισκα καινούρια, δικά μου, και τα παρουσίαζα στον γιο μου πάντα σα να ήτανε γιορτή. Και η σχεδία μας άντεξε σε φουρτούνες, σε κρύο κι αγιάζι, σε καυτό ήλιο και σε θαλασσινή αλμύρα… Νησί όμως δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Και κάθε νύχτα πια, έχανα τον προσανατολισμό μου, είχα εξαντληθεί…  
Όταν λοιπόν εμφανίστηκε εκείνη, η παλιά γνώριμη, η Ακεφιά, με ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά να με κρύψει ξανά από τον κόσμο, να μου ρίξει μία σκάλα για να ανέβω στο ελικόπτερό της, δεν άντεξα, λύγισα…
Είμαι εδώ και λίγες μέρες, εβδομάδες ίσως, στη στεριά, μαζί της… Σε εκείνο το παλιό σπίτι… Κάναμε όμως μία συμφωνία που τη δέχτηκε, αν και με πολλές επιφυλάξεις. Δεν μένουμε πια μαζί. Δεν συγκατοικούμε. Της έχω πάρει ένα κινητό τηλέφωνο κι επικοινωνούμε όποτε η μοίρα το ορίσει… Πού και πού, κανονίζουμε κάποια ραντεβού.
Σήμερα, για ακόμα μία φορά, ήρθα τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την προκαθορισμένη ώρα…

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ολονυχτία κρίσης πανικού

19 Απριλίου 2014  - Μεγ. Σάββατο


Ο μπαμπάς δεν κοιμήθηκε καθόλου όλη νύχτα... ολονύχτια κρίση πανικού με απίστευτο πόνο στο στήθος, ένα αόρατο πόδι μου πατούσε την καρδιά με μια αρβύλα με καρφιά όλη νύχτα.... ο μικρός δίπλα μου κοιμόταν σαν αγγελούδι... Ήμουν στο όριο να πιστέψω πραγματικά πως έχω πάθει έμφραγμα, αφού δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ στο ελάχιστο ούτε να αναπνεύσω κανονικά. Ευτυχώς γνωρίζω πια και ήμουν πολύ ψύχραιμος αν και μέσα μου έτρεμα... Αν πάθω κάτι και ο μικρός είναι δίπλα μου Πασχαλιάτικα? Μετά από 6ωρη ταλαιπωρία, αποφάσισα να σηκωθώ στις 6μιση να πάρω το ομοιοπαθητικό μου μίγμα για την κρίση πανικού και να επιστρέψω στο κρεβάτι μπας και προλάβω να κοιμηθώ λίγο... Μόλις επέστρεψα στο δωμάτιο, ο μικρός είχε ξυπνήσει και με έψαχνε και φώναζε "είναι μέρα, είναι μέρα, πάμε στο σαλόνι, θέλω να παίξουμε" και γκρίνιαζε γιατί με έβλεπε πως νύσταζα... Είναι 7 και 45 το πρωί Μεγάλου Σαββάτου, έχω ήδη πιει το πρώτο κακάο, ο μικρός δίπλα βλέπει Dora & Diego και ελπίζω να τον ξαναπάρει ο ύπνος... Καλή Ανάσταση να έχουμε!