Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Χάπι Story

24 Ιουνίου 2014  


Θέλω να μοιραστώ κάτι μαζί σας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι αυτήν την ανάγκη σήμερα να πω δυο λόγια σε αυτό το μετερίζι που συναντιόμαστε όλοι μαζί.
Είχα μία «κανονική» καθημερινή ζωή, ενός παντρεμένου πατέρα ενός παιδιού, εργαζόμενου σε μία θέση ευθύνης σε μία πολυεθνική. Σχετικά ξαφνικά όλη η «κανονικότητα» ράγισε. Κι αργότερα έσπασε. Σε χίλια κομμάτια. Και οι αλλαγές ήταν μεγάλες, σφοδρές, καταιγιστικές και κουραστικές. Αλλά πολύ κουραστικές. Και περιείχαν όλα αυτά τα συστατικά που δεν ταιριάζουν σε μία «κανονική» καθημερινότητα… Διαζύγιο, δικηγόροι, επιμέλειες, μετακομίσεις σε άλλα σπίτια, καπάκι στο εξάμηνο μετακομίσεις σε άλλη πόλη, αλλαγή χώρου εργασίας, αλλαγή περιβάλλοντος δηλαδή συνολικά. Από παντού. Εκ των έσω και έξω από ‘δω! Παντού.
Και υπάρχει ένα διάστημα, που δεν μπορώ να ορίσω την διάρκειά του (ίσως είναι ακόμα στο on, γιατί είμαι και ξεχασιάρης με τα off), που έζησα μέσα μου και έξω την «αιώρηση» στο σύμπαν… Σα να έπεσε μία πυρηνική βόμβα με αποκλειστικό στόχο εμένα, διέλυσε τα πάντα τριγύρω, εμένα με άφησε λειψό, παρόλα αυτά όμως ζωντανό. Κι αν όχι ζωντανό, τουλάχιστον «εν ζωή».
Μόλις ολοκληρώθηκε και η μετεγκατάσταση στη Θεσνίκη, σε νέο σπίτι και με νέο χώρο εργασίας, θεώρησα πως ο «κουρνιαχτός» θα έπεφτε… Αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι. Πράγματα που στήνονται για χρόνια και κάποια άλλα που είναι όνειρα ζωής και γκρεμίζονται, δεν μπορεί να «διαλύονται» και να σηκώνεσαι απλά τινάζοντας από πάνω σου τα μπάζα και τη σκόνη… Έχεις και κατάγματα. Που θέλουν χρόνο να θρέψουν. Ή τρόπο. Που δεν τον είχα.
Το να έχεις σε κοινή επιμέλεια αρχικά και σε αποκλειστική επιμέλεια στη συνέχεια, ένα μωρό που είναι –στην αρχή του big bang- μόλις 1μιση έτους, δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια ελεύθερου χρόνου ή εξόδων ή κοινωνικοποίησης. Το ιντερνετ λοιπόν ήταν το ιδανικό μέσο για να μπορέσω να εκφραστώ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιδέα μου για να φτιάξω μία σελίδα στο facebook, όπου θα μπορούσα να αφήνω κάποια μικρά σχόλια για τις ατάκες του μικρού ή να γράφω κάποια μικρά κειμενάκια… Από πολύ μικρός μου άρεσε να γράφω. Μου έλεγαν πως είχα ταλέντο σε ατάκες, σε εκθέσεις, αργότερα σε e-mail και είχε πλάκα όταν ερχόταν φίλοι και ζητούσαν τη συμβουλή μου για το πώς να γράψουν κάτι είτε αφορούσε επαγγελματικό είτε προσωπικό θέμα…
Για να γεμίσει λοιπόν ο βραδινός ελεύθερός μου χρόνος, όταν ο μικρός κοιμάται, σκέφτηκα να ασχοληθώ με την γραπτή έκφραση όσων ένοιωθα, όσων μου συνέβαιναν, όσων θα ήθελα να διακωμωδήσω για να τα εξαγνίσω..
Σκέφτηκα να μην αφήσω το πάθος του ερασιτέχνη γραφιά να πνιγεί από το λάθος του πρωτάρη συζύγου και ακόμα πιο πρωτάρη μπαμπά, και να το αφήσω να πάρει το χέρι μου και να με οδηγήσει σε μονοπάτια μέσα μου που τα είχα αφήσει ανεξερεύνητα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Παρόλο που είχα αρκετούς ενδοιασμούς για το μέγεθος της έκθεσης στο οποίο μπορεί να υποβάλλω τον εαυτό μου ή για πιθανές αντιδράσεις ή και σχόλια για τις σκέψεις μου.. ξέρετε, είναι πολύ σκληρό να σε ειρωνεύεται κάποιος για τον τρόπο που σκέφτεσαι.. ή για τις απόψεις σου, δεν θα μπορούσα ποτέ να το καταλάβω αν δεν το ζούσα…, αλλά μακριά και πέρα από τέτοιους φόβους, πιο πολύ ανησυχούσα και ντρεπόμουν… Ναι, μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά ντρέπομαι σχεδόν για τα πάντα. Μερικές φορές ντρέπομαι που υπάρχω. Κατά έναν μαγικό τρόπο, το σύμπαν φτιάχτηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε όσο πιο πολύ ντρέπεται κάποιος, τόσο πιο πολύ ωθείται σε αυτό που πιο πολύ φοβάται… στην έκθεση, στη ματιά των άλλων και στη διάθεσή τους. Έχω ζήσει την αίσθηση να ανοίγεις την καρδιά σου και να μπαίνει μέσα κόσμος και να πατάει με λασπωμένα παπούτσια. Αλλά όλα είναι στο παιχνίδι της ζωής.
Αν είχατε τη διάθεση να διαβάσετε ως εδώ, αν προσπαθήσετε να νοιώσετε τι προσπαθώ να σας πω, φανταστείτε πώς αισθάνθηκα όταν πριν από μία ώρα έλαβα στο e-mail μου τις προτάσεις για το εξώφυλλο του βιβλίου μου που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα… Κάθισα λίγο μπροστά στο e-mail και προσπαθούσα να συλλάβω το momentoum… Τα πιθανά εξώφυλλα – που ήρθαν σε εμένα ώστε να επιλέξω ποιο θέλω – είχαν πάνω πάνω γραμμένο το όνομά μου.. εκεί που κανονικά μπαίνει το όνομα ενός συγγραφέα… και ο τίτλος του βιβλίου (όπως και του blog μου) μου αναβόσβησε φλασάκια από τη βραδιά που περάσαμε στο μπαλκόνι του σπιτιού μου με τους κουμπάρους μου και προσπαθούσαμε να σκεφτούμε έναν τίτλο για τη σελίδα και το blog. Όμως τα εξώφυλλα ήταν εκεί και με περίμεναν να διαλέξω. Να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να «εκτεθώ», να επιλέξω ακόμα έναν τρόπο να προσπεράσω τη ντροπή μου. Αν διαλέξω εξώφυλλο, θα εκδοθεί το βιβλίο, με το όνομά μου στη θέση του συγγραφέα… Τι κάνουν τώρα φίλε Αλέξανδρε?

Και διάλεξα…

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Τρίχρονη μαγεία

21 Ιουνίου 2014  


 Σήμερα είναι μία από αυτές τις μέρες που ο μικρός μου, είπε μαζεμένες όλες εκείνες τις ωραίες φράσεις που του έλεγα κατά καιρούς για να γελάσουμε, μόνο που το μυαλουδάκι του τις κατέγραψε σαν να είναι οι κυριολεκτικές έννοιες τους.
Και εξηγούμαι αμέσως…

Περιστατικό 1.
Κάποτε με είχε ρωτήσει πως θα καταλάβει αν έβαλε ανάποδα τα παπούτσια του. Του είχα δώσει μία παιχνιδιάρικη απάντηση που ούτε που τη θυμόμουν. Μέχρι σήμερα. Που προσπάθησε να βάλει μόνος του τα παπούτσια του. Και τα έβαλε. Ανάποδα. Και μου είπε «μπαμπά, νομίζω πως έβαλα ανάποδα τα παπούτσια μου, για κοίτα». «Ναι παιδί μου, ανάποδα τα έβαλες, είδες που το κατάλαβες μόνος σου?». «Ναι, το κατάλαβα, γιατί μου κάνουν παράπονα..».
Rewind 1 μήνα πριν: «Αγόρι μου, όταν τα παπούτσια μας μπαίνουν ανάποδα, δεν βολεύονται, και μας πονάνε λίγο, γιατί θέλουν να μας κάνουν παράπονα που δεν προσέξαμε καλά και τα βάλαμε ανάποδα»

Περιστατικό 2.
Κάποτε μου είχε δείξει πως μερικά παζλ φτιάχνονται όπως θέλεις εσύ, αφού άμα τα ζορίζεις πολύ τα κομμάτια, μπορούν τελικά να ενωθούν – μπορεί και να σκιστούν και λίγο – μόνο που η εικόνα δεν φαίνεται πολύ ωραία… Του είχα πει πως δεν είναι ανάγκη να το ζορίζεις… Πρέπει να μπαίνουν εύκολα, από μόνα τους…
Σήμερα προσπαθούσε να φτιάξει ένα μικρό παζλ. Και προσπαθούσε με υπομονή.. για 5 λεπτά.. Μετά άρχισε πάλι να τα πιέζει… Το ίδιο έγινε και με το καλαμάκι του χυμού, που δεν μπορούσε να ρουφήξει όλο τον χυμό και περίσσευε λίγο στο κουτάκι.
«Μπαμπά, το παζλ κοίτα πως το έκανα…» «Παιδί μου, δεν είναι σωστά νομίζω, γιατί η εικόνα δεν φαίνεται ωραία.. Μήπως πίεσες τα κομμάτια για να τα ενώσεις?» «Ναι, αφού δεν μου κάνουν τη χάρη! Ούτε το καλαμάκι του χυμού μου κάνει τη χάρη!»
Rewind λίγο καιρό πριν: «Αγόρι μου, αν το παζλ σου δείχνει πως ζορίζεται, τότε δεν θέλει να σου κάνει τη χάρη να γίνει ωραία η εικόνα και πρέπει να βρεις έναν μαλακό τρόπο να το καλοπιάσεις»

Περιστατικό 3.
Στο αυτοκίνητο. Κατά τη μία το μεσημέρι. Σάββατο. Ο μικρός έχει ξυπνήσει από τις έξι το πρωί και νυστάζει τρελά.. Κλείνει τα μάτια και γέρνει το κεφάλι και αμέσως τα ξανανοίγει. Εγώ φυσικά δεν θέλω να κοιμηθεί γιατί ακόμα δεν έχουμε φάει, και πρέπει να τον καθυστερήσω για να προλάβουμε να φάμε και να κοιμηθούμε μαζί για μεσημέρι… «Μικρέ, νομίζω πως έρχεται ο Ύπνος να σε πάρει… Αλλά εγώ δεν θέλω καθόλου να σε πάρει από εμένα. Πρόσεξε καλά να έχεις ανοιχτά τα μάτια σου, μην έρθει και σε πάρει στα κρυφά, και μετά εγώ δεν έχω παρέα να κοιμηθώ το μεσημέρι…»… Περνάνε 10 λεπτά.. Έχει λαγοκοιμηθεί λίγο και πετάγεται! «Μπαμπά, νομίζω με πήρε ο Ύπνος λίγο»! «Την άλλη φορά να μην τον αφήσεις! Να τον πάρεις εσύ!»
Επόμενη ώρα… Στο αυτοκίνητο, επιστροφή από φαγητό.. Μεσημέρι.. Ο μικρός είναι πλέον πτώμα, με το ζόρι κρατάει τα μάτια του ανοιχτά… Βλέπω από τον καθρέφτη πως γέρνει το κεφάλι έτοιμος να κοιμηθεί… «Αγόρι μου, πάλι έρχεται ο Ύπνος να σε πάρει?» «Όχι μπαμπά δεν τον αφήνω.. αυτή την φορά τον παίρνω εγώ!»

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Summertime Sadness, Madness & Dadness!

18 Ιουνίου 2014   


 Δεν πρόλαβαν να ξετσουτσουνίσουν οι καλοκαιρινές μέρες και μου αρχίσατε τις παραλίες με τα mojito και τα κορμιά τα υπερμαυρισμένα από τη ντάλα του Μαρτίου!! Γιατί έχετε ήδη τέτοιο χρωματάκι λες και κοιμάστε σε θερμοκοιτίδα από τον Μάρτιο, μη σας δουν ασπρουλιάρηδες και σας κακολογήσουν. Ένα σας λέω, και βάλτε το καλά στο μυαλό σας! Δε ζηλεύω. ΔΕΝ ζηλεύω.
Και για να κάνω ακόμα περισσότερους εχθρούς (γιατί αυτοί που έχω δεν μου φτάνουν, μου περισσεύουν κάποιες μέρες κενές), ας σας πω κι εγώ από τη μεριά μου κάποια πράγματα.
Τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ διακοπές: Αγαπημένοι και Αγαπημένισσες (που λέει και ο Μαραβέγιας και πολύ μου αρέσει.. και η έκφραση και ο Μαραβέγιας.. όχι σαν άντρας, σαν τραγουδιστής.. είμαι και ιδιότροπος βλέπετε, το ένα μου ξινίζει το άλλο μου βρωμάει!!), λοιπόν, για μένα Διακοπές ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ το να κουβαλάς τουρλόκωλος μές στο λιοπύρι όλη την διαζευγμένη προίκα σου σε μία παραλία, οργανωμένη κατά τα άλλα, για να περάσεις όμορφα… Διακοπές ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ οργανωμένη παραλία, αλλά ούτε και κάμπινγκ οργανωμένο, αλλά πολύ περισσότερο, διακοπές ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ με τίποτα όμως, ούτε το ελεύθερο κάμπινγκ.. Ούτε το πολύ αντιηλιακό, ούτε τα γυαλιά ηλίου που σετάρουν με σαγιονάρα και beachwear, ούτε σχεδόν το μπάνιο στη θάλασσα είναι διακοπές… Αυτά είναι παραθέριση…
Διακοπές ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ μία ανοργάνωτη παραλία, με μία καλή και πολυπληθή παρέα φίλων ή γνωστών, με δέντρα οπωσδήποτε κοντά στο κύμα, και με θερμοκρασία που δεν ξεπερνάει τους 30 βαθμούς. Το μπάνιο στη θάλασσα δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό, εκτός κι αν πρόκειται για παιχνίδια θαλάσσης ή θαλάσσια σπορ, που παρόλο που δεν είμαι φαν, καταλαβαίνω πως γράφουν στην κάμερα της μνήμης ωραία κλιπάκια.
Διακοπές ΕΙΝΑΙ σίγουρα οτιδήποτε σημαίνει απόσταση από το «στήσιμο» και το τρέξιμο της καθημερινότητας. Διακοπές είναι χάσιμο. Και χάσιμο κατά τη γνώμη μου, μπορεί να συμβεί μόνο εκεί που θεωρητικά κανείς δεν μπορεί να σε ανακαλύψει για να σε ενοχλήσει, πέρα από αυτούς που επιλέγεις εσύ.
Διακοπές για μένα φίλοι μου είναι το σκηνικό ενός μαγευτικού ελληνικού νησιού τον Απρίλιο ή τον Μάιο ή τον Οκτώβριο (καλά, θα το κάνω από Σεπτέμβρη, γιατί μου ξεσηκώνεστε βλέπω…). Από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, διακοπές μπορεί να είναι μόνο ένα ταξίδι σε μία άλλη χώρα, μόνο ο αστικός τουρισμός για μένα μπορεί να είναι καλοκαιρινές διακοπές… Και ζεις το ρυθμό μίας πόλης του εξωτερικού, σε μέρες εργάσιμες, που κανονικά εσύ θα δούλευες, αλλά είσαι διακοπές, όμως εκείνοι εκεί δουλεύουν, και είναι καλοκαίρι, και για να δούμε πώς ζούνε αυτοί οι άνθρωποι, η αγορά τους, το κέντρο τους, τα καφέ τους, τα μπαράκια τους μέσα στην καλοκαιρινή καθημερινότητά τους… Διακοπές είναι σίγουρα οι μέρες που μπορείς να κοιμηθείς το μεσημέρι, που μπορείς να ξυπνήσεις το απόγευμα ότι ώρα θέλεις, που μπορείς να ξενυχτήσεις όσο θέλεις, αλλά που το πρωί θα είσαι πάλι μάχιμος στην ενεργή δημοσιογραφία σου στους δρόμους της πόλης για να ζήσεις τον παλμό. Διακοπές δεν είναι να ξυπνάς στη μία το μεσημέρι. Αυτό είναι να ρίχνεις άκυρο στις μέρες που έχεις για διακοπές!
             Ξέρω πως οι εποχές δεν ευνοούν για τέτοιες αποδράσεις, η ξεκούρασή μας είναι μία φορά το χρόνο ή τα δύο χρόνια και συνήθως συνδυάζεται με τα μπάνια του παιδιού, την επίσκεψη στο χωριό και πολλές άλλες παρόμοιες λύσεις λόγω συνθηκών. Αλλά αν ίσως κάποιοι από εσάς, δεν πάτε πουθενά και αυτό το καλοκαίρι, σας μιλάω εντελώς ειλικρινά δείτε το λίγο διαφορετικά…
            Έζησα εννιά χρόνια στην Αθήνα, ίσως μάλιστα έζησα ακριβώς αυτό που λέμε «τα καλύτερά μου χρόνια» ηλικιακά στην Αθήνα. Την πρώτη χρονιά ήταν οι Ολυμπιακοί, οπότε δεν έχω λόγια να πω το πόσο όμορφη ήταν η Αθήνα εκείνο το καλοκαίρι, αλλά και τη δεύτερη και την τρίτη χρονιά δεν μπόρεσα να φύγω 15Αυγουστο διακοπές και το πήρα πολύ βαρέως… Και ξαφνικά ανακάλυψα πόσο μαγευτική πόλη μπορεί να γίνει η Αθήνα. Όλες τις επόμενες χρονιές επέλεξα να μην λείπω ποτέ 15αύγουστο από την πρωτεύουσα. Το μόνο που ήταν στενάχωρο ήταν ότι απουσίαζαν σχεδόν όλοι οι φίλοι μου, αλλά όσοι ήμασταν εκεί ζήσαμε μία Αθήνα που δεν ξέρω αν ποτέ την αντιληφθεί κανείς που λείπει κάθε χρόνο την ίδια περίοδο…
            Διακοπές λοιπόν για μένα είναι μία εβδομάδα να μην χορταίνει το μάτι μου να γεμίζει με νέες όμορφες εικόνες ίσως από τα ίδια μέρη, στα στενά ή τις λεωφόρους της πόλης, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό (εντάξει, το ομολογώ, προτιμώ το εξωτερικό κυρίως για την αίσθηση του ανεξερεύνητου, του αγνώστου και της πρόκλησης που δημιουργεί το φράγμα της γλώσσας. Εκεί ακριβώς είναι που ζεις την κουλτούρα των λαών στην καθημερινότητά τους, το πόσο φιλόξενοι ή ευγενικοί είναι με έναν ξένο, πόσο πονηροί στις πωλήσεις τους και πολλά άλλα ενδιαφέροντα κομμάτια του παζλ των πολιτισμών).
            Αν λοιπόν δεν μου βγει κάποιο ταξιδάκι στο εξωτερικό, το καλοκαίρι δεν το αντέχω. Δεν την παλεύω καθόλου. Και μόλις ο υδράργυρος περάσει τους 30 βαθμούς, θέλω να πέσω σε θερινή νάρκη και να ξυπνήσω με τα πρωτοβρόχια. Τέτοιος είμαι. Και όταν το θερμόμετρο πάρει την κατηφόρα, κάπου στους 20κάτι βαθμούς του, μπορώ να κάνω ένα μικρό deal μαζί του για καμία εκδρομή σε κάποιο νησάκι… Για παράδειγμα, στη Μάλτα!   

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Η προκαθορισμένη μας πορεία προς το τυχαίο

17 Ιουνίου 2014  


Με ανέλπιστα τυχαία γεγονότα και συμπτώσεις υφαίνουν οι Θεοί το δρόμο μας. Πάντα ήταν έτσι. Κάποιοι δεν τα δίνουν σημασία. Κάποιοι άλλοι ζουν μόνο και μόνο γι’ αυτά. Αναμένοντάς τα. Κάνοντας πλάνα στηριζόμενα σε στέρεες πιθανότητες που δίνει ο τροχός της τύχης που παρουσιάζει κάποιος που «μπορεί και χωρίς τα γυαλιά του». Στο ρόλο της Κρίστα, μας παρουσίαζε τα ενδεχόμενα κέρδη η Θεά Αφροδίτη στην αρχή, έπειτα πήρε τη θέση της η Θεά Εστία. Πέρασαν τα χρόνια της Θεάς του έρωτα και μπήκαμε στα χρόνια της Θεάς του σπιτικού. Αλλά η θεά του Έρωτα δεν έχασε ποτέ την αίγλη της, αυτή έμεινε στο ευρύ κοινό ως η αδιαφιλονίκητη παρουσιάστρια των δώρων. Ενίοτε και χωρίς περιτύλιγμα. Αλλά όταν ο έρωτας είναι πραγματικά δώρο τότε έρχεται και στο ανάλογο περιτύλιγμα. Αν δεν το έχει, τότε δεν πρόκειται περί δώρου. Μην σας ξεγελάσει. Να φυλάγεστε…
            Λέγαμε λοιπόν για τα παιχνίδια της τύχης, της μοίρας, του σύμπαντος. Τις περισσότερες φορές είναι ομαδικά, συμβαίνουν σε ζεύγη ανθρώπων ή και περισσότερους ταυτόχρονα. Και μένουν όλοι με ανοιχτό το στόμα. Από το «μεταφυσικό» του πράγματος. Ανατριχιάζουν. Όμως, αυτό το «μεταφυσικό» κατά κάποιο περίεργο τρόπο παίρνει τη ζωή τους από το χέρι και την πηγαίνει βόλτα στο Λούνα Παρκ του σύμπαντος. Κι ο καθένας νομίζει ότι επέλεξε μόνος του αυτή την έξοδο για διασκέδαση… Κι έχει απ’ όλα αυτό το Λούνα Παρκ. Κι ενώ στην αρχή λες, δεν είμαι για πολλά πολλά, θα παίξω μόνο σκοποβολή, θα διαλέξω το δώρο που μου αρέσει και θα εξαντλήσω την προσπάθειά μου να το κερδίσω, εντούτοις, θες η αναστάτωση, θες η επιρροή από τον κόσμο που πηγαινοέρχεται γύρω σου, τελικά αποφασίζεις να δοκιμαστείς και σε άλλα, πιο αδρεναλινάτα παιχνίδια… Και θα περιπλανηθείς και στα συγκρουόμενα, όπου θα κυνηγάς τον στόχο ευθεία μπροστά σου, αλλά θα έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις μία σύγκρουση με έναν άλλο στόχο, που στην πραγματικότητα δεν είχες ποτέ θέσει, και θα βγεις εκτός τροχιάς. Και πιάνεις τον εαυτό σου, να κυνηγάει την σύγκρουση από πίσω. Για να αποδείξεις στον εαυτό σου και στους άλλους ότι μπορείς να την κερδίσεις. Και μόνο όταν είσαι εντελώς αφηρημένος, μόνο όταν έχεις χάσει εντελώς τον αρχικό στόχο από τα μάτια σου, θα έρθει εκείνος να σε βρει στο Δόξα Πατρί. Τότε που δεν θα έχεις πια τα κουράγιο να τον αντιμετωπίσεις. Γιατί τελείωσε αυτός ο γύρος.
            Κι όσο πιο φοβισμένος είσαι, τόσο πιο πολύ ανοίγεσαι σε όσα πιο πολύ φοβάσαι. Κι αρχίσει να σε μαγεύει και το τρενάκι του τρόμου και το άλλο το τρενάκι, αυτό που σε ανεβάζει στους ουρανούς για να σε ρίξει αμέσως μετά στα Τάρταρα, κι εκεί που φουσκώνει η ψυχή σου από τη θέα, δεν προλαβαίνει να τη χαρεί.. αμέσως μετά αδειάζει το στομάχι σου από την κατρακύλα…  Κάπου εδώ είναι το σημείο που παρακαλάς να τελειώσει, αλλά το σύμπαν έχει άλλα τυχαία σχέδια για σένα… η ανακατωσούρα θα σταματήσει μόλις αρχίσεις να τη συνηθίζεις… Τότε που μόλις πατήσεις στέρεο έδαφος, θα αρχίσεις να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου γιατί δεν το μπορείς το στέρεο έδαφος, παραπατάς…
            Όμως δεν τελείωσε ακόμα… Δεν έχεις χορέψει ακόμα στο ταψί… Και υποσχέθηκες στον εαυτό σου πως δεν θα του αρνηθείς τίποτα του σύμπαντος. Έχει το νου του αυτό. Και θα πας να χορέψεις στο ταψί. Για την ακρίβεια καθιστός και φοβισμένος θα μπεις. Αλλά πάνω στα ταρακουνήματα, αρχίζει ο κόσμος και πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο… κι εκεί που νόμιζες πως ακολουθούσες τον δικό σου δρόμο σε αυτό το Λούνα Παρκ, ξαφνικά στο ταψί, αρχίζεις να αναγνωρίζεις γνωστές φυσιογνωμίες από τα χρόνια που έπαιζες ως ελεύθερος άντρας τον τροχό της τύχης.. Κι ενώ η Εστία σε προίκισε με γάμο, διαζύγιο και γιο, όπως και πολλούς άλλους που είναι στο ταψί μαζί σου, ξαφνικά βλέπεις πως από κάπου ξεθάφτηκε από τα κιτάπια του σύμπαντος, η παλιά φινέτσα και τσαχπινιά της Θεάς Αφροδίτης και το σύμπαν σου κλείνει πονηρά το μάτι υπενθυμίζοντάς σου πως ο τροχός της τύχης δεν έχει κλείσει ακόμα, και ίσως μάλιστα σου έχει και ρέστα αλλά και χρωστούμενα…

            Και κατεβαίνεις από το ταψί, παίρνεις βαθιά ανάσα, περνάς τα δάχτυλα από τα μαλλιά (δήθεν χτένισμα, να σου ανέβει το ηθικό), ξαναβάζεις το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι για ορθότερο στυλ, πλένεις λίγο βιαστικά το πρόσωπό σου, να φύγει ο ιδρώτας και η γκριμάτσα αναστάτωσης, παίρνεις τον γιο σου από το χέρι και με βήμα που αποπνέει εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, και με ένα χαμόγελο καρφιτσωμένο στα αυτιά, ακολουθείς τα χνάρια που άφησε το σύμπαν πίσω του, όταν έφυγε τρέχοντας για να δει αν θα το αναζητήσεις… Δεν θα τρέξεις όμως. Ξέρεις πολύ καλά, πως ο δρόμος σας είναι κοινός. Από όποιο μονοπάτι και να πας, επάνω του θα πέσεις. Και πολύ καλά θα κάνεις. Δεν μπορείς να μην ακούς τη φωνή του που σου δείχνει με ξεκάθαρα σημάδια πως ίσως το καλύτερο πλάνο ζωής είναι αυτό το λευκό χαρτί με δυο-τρία μόνο βασικά στοιχεία που θα παραδώσεις στα χέρια του για να το συμπληρώσει αναλυτικά εκείνο. Του έχεις πια εμπιστοσύνη, Τέτοιο γιο σου χάρισε. Δεν μπορεί παρά να είναι γαλαντόμο…. 

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Όποιος γιορτάζει να σηκώσει το χέρι

14 Ιουνίου 2014


Ήθελα πολύ να γίνω πατέρας. Από μικρός σχετικά. Ακόμα και όταν δεν είχα κάποια σχέση, ονειρευόμουν τη στιγμή που θα είχα το παιδάκι μου. Περίεργο ε? Λένε πως οι άντρες δεν έχουν τέτοια «καμπανάκια» στον οργανισμό τους, πως φοβούνται την ευθύνη της οικογένειας, πως το μυαλό τους είναι αλλού, και πολλά άλλα λένε. Αλλά όλες αυτές οι προτάσεις που ξεκινάνε από «οι άντρες όλοι…» και συνεχίζουν με στερεότυπες ή μη εκφράσεις, δεν μου ταίριαζαν ποτέ. Ξεκινώντας από τότε που ήμουν μικρός και όλοι παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ κι εγώ δεν παρακολούθησα ποτέ στη ζωή μου, ούτε ποτέ μου έμαθα κανέναν παίκτη. Ψέματα. Το 1987 παρακολούθησα όλο το Eurobasket. Τότε που ο Γκάλης και ο Γιαννάκης έπαιζαν στον Άρη. Αλλά από την επόμενη χρονιά τίποτα… Ψέματα. Μέχρι το 2004. Που είδα σχεδόν όλο το Euro 2004. Και στους Παξούς έβλεπα με Τσέχους τον αγώνα με την Τσεχία. Καλοκαιριάτικα. Με Τσέχους. Στους Παξούς. Σε μπαρ. Με μπύρες και ποτά. Εκείνη τη χρονική στιγμή η αύρα μου ακούμπησε την αύρα του μέσου άντρα. Και μετά πάλι προσπέρασε.
Και φτάσαμε στο 2011. Ή μάλλον ξεκινήσαμε από το 2007, άντε 2008 που πλέον είχα κλείσει τα 30 και σκεφτόμουν πως έχω αργήσει, θέλω ένα παιδάκι άμεσα για να έχουμε και μικρή σχετικά διαφορά ηλικίας. Και άρχισα τη μουρμούρα. Εγώ. Εγώ πότε θα γίνω πατέρας? Και μου ζήτησε γάμο. Και τον έδωσα. Και της ζήτησα παιδί. Και μου το έδωσε. Fair enough. Και χωρίσαμε. Ευτυχώς για εμάς αλλά ακόμα ευτυχέστερα για το παιδί.
Με τον γάμο και τη γέννα πήρα ένα τίτλο, σε μία στιγμή… επειδή στη σύζυγο έκαναν μία καισαρική επέμβαση ένα απόγευμα, βγήκαν κάτι μαίες και ο γιατρός και ενθουσιασμένοι μου πέρασαν στο πέτο το παράσημο. Είχα γίνει πατέρας. Επομένως, δικαιωματικά πια μπορούσα να γιορτάσω τον Ιούνιο του 2011 τη γιορτή του πατέρα. Είχα ένα παιδάκι κι αυτό με έκανε αυτόματα πατέρα. Μάλιστα…..Δηλαδή, φοράς μία ιατρική μπλούζα και αυτό σε κάνει αυτόματα γιατρό, φοράς ράσα και αυτό σε κάνει παπά.
Υπάρχουν τίτλοι που δίνονται ως απόρροια φυσικών σχέσεων, όμως οι τίτλοι αυτοί από μόνοι τους εμπεριέχουν τόσο συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις που ίσως είναι τελικά άδικο να μοιράζονται για περιστατικά που θα μπορούσαν και να είναι «τυχαία». Εγώ χάρηκα πολύ που το 2011 έγινα μπαμπάς. Αλλά εκείνη τη στιγμή έγινα μπαμπάς απλά επειδή γέννησε η γυναίκα μου. Το όνειρό μου είναι να γίνω πατέρας. Και το προσπαθώ, σας το ορκίζομαι. Το προσπαθώ σκληρά. Αλλά ποτέ δεν θα έχω το θάρρος να χαρώ ή να γιορτάσω τη γιορτή του πατέρα εγώ για τον εαυτό μου. Αυτό θα συμβεί μόνο εάν ο γιος μου κάποτε, έρθει μία μέρα σαν κι αυτή στο σπίτι μου, με μπύρες και πίτσες και μου πει «πατέρα, σήμερα είναι η γιορτή σου.. Είναι αυτή η γιορτή που αν εσύ δεν γιόρταζες σήμερα εγώ δεν θα ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι αυτός που είμαι επειδή ήσουν από τους πατέρες που τους αναγνωρίζω το δικαίωμα να μπορούν να γιορτάσουν σήμερα. Ήσουν πάντα κοντά μου, δίπλα μου, με στήριξες, με αγάπησες, με σεβάστηκες και ενώ με προστάτευες με τις μεγάλες φτερούγες σου ταυτόχρονα φρόντιζες να δυναμώνεις τα δικά μου φτερά για να μπορώ να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Αυτή η γιορτή είναι για σένα, στην κερνάω εγώ για όλα όσα με κέρασες αυτά τα χρόνια».
Μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή για μένα, εύχομαι σε όλους τους μπαμπάδες που έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για εκείνους να λάβουν την ευχετήρια κάρτα από το παιδί τους, να είναι πάντα δυνατοί και να στέκονται φάροι στις δικές μας προσπάθειες μέσα από τις φουρτούνες που περνάμε στην προσπάθειά μας να μετατρέψουμε τον τυπικό τίτλο του πατέρα – λόγω γέννας – σε ουσιαστικό παράσημο ζωής.
Ας πάμε σε μία παιδική χαρά ή σε ένα σχολείο (δεν προλάβαμε, μόλις έκλεισαν) και ας ζητήσουμε από τα παιδιά να σηκώσουν το χέρι αν θεωρούν πως οι πατεράδες τους γιορτάζουν σήμερα. Και με μία μαγική κάμερα ας βάλουμε τους μπαμπάδες να παρακολουθούν από το δωμάτιο επικοινωνίας.. να δουν αν το παιδάκι τους σήκωσε το χέρι του. Αμέσως μετά ας κάνουμε το αντίστροφο. Ας ρωτήσουμε τους μπαμπάδες αν θεωρούν πως γιορτάζουν σήμερα και αν ναι, ας σηκώσουν το χέρι. Και τα παιδάκια τους να παρακολουθούν από μακριά με το κιάλι του πειρατή που τους είχατε πάρει δώρο για τα γενέθλιά τους και νομίζατε πως κάνατε το χρέος σας. Τώρα ας αντιστοιχίσουμε τα σηκωμένα χέρια και ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Έχουν άραγε τα παιδιά μας την εικόνα που εμείς πιστεύουμε πως έχουν για εμάς ως μπαμπάδες?

Εσύ γιορτάζεις σήμερα? Ο μπαμπάς σου?

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η Αγία Ελληνική Οικογένεια

9 Ιουνίου 2014  


 Κάπου διάβασα πως «ο προορισμός μου σαν γονιός είναι να προσπαθήσω να διορθώσω στο παιδί μου τα λάθη που έκαναν οι δικοί μου γονείς στα δικά τους παιδιά». Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει κάτι πιο όμορφο που να οδηγεί στην πραγματική ανάπτυξη των ανθρώπινων γενεών. Αλλά πόσο είμαστε πραγματικά σε θέση να δούμε με αντικειμενικό μάτι τη λειτουργία των γονιών μας απέναντί μας και πόσο περισσότερο τη δική μας λειτουργία ως γονείς?
Μάλλον δεν θα πω πράγματα εύκολα κι ευχάριστα. Ούτε και για μένα δεν είναι εύκολα κι ευχάριστα. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τις οθόνες τους, ακολουθούν ίσως σκληρές αλήθειες…
Η οικογένεια. Η Αγία Ελληνική Οικογένεια. Η δεμένη ελληνική οικογένεια. Τόσο δεμένη που πολλές φορές καταντάει κόμπος στο λαιμό των παιδιών της. Που θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι όλοι μας αγαπάμε τα παιδιά μας. Και ότι κάνουμε το κάνουμε για το «καλό» τους. Για να τα προστατεύσουμε, να τα θωρακίσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε. Και θεωρούμε δεδομένο πως εμείς γνωρίζουμε το καλό τους καλύτερα από αυτά. Και ίσως αυτό να ισχύει μερικώς μέχρι κάποια ηλικία. Αλλά αυτή η ηλικία έχει σαφέστατα limit up. Από το limit up και πέρα, θα πρέπει εμείς ως γονείς να αισθανόμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια από εμάς ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τις δικές τους επιλογές με ασφάλεια για την υγεία και την ακεραιότητά τους. Οποιεσδήποτε άλλες επιλογές, είτε μας αρέσουν είτε δε μας αρέσουν, απλά τις δεχόμαστε με αγάπη. Γιατί είναι οι δικές τους επιλογές, είναι οι αποφάσεις των νέων ανθρώπων που αγαπάμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας προβληματίζει η επαγγελματική τους εξέλιξη ή η επιλογή συντρόφου ή ίσως ακόμα και ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, η επιλογή τους να μείνουν μόνοι στη ζωή χωρίς ταίρι ή το αντίθετο ή μία πιθανή μετανάστευση, ο ρόλος μας ως γονείς – μέντορες έχει πια τελειώσει προ πολλού. Ο κάθε άνθρωπος πια, ας είναι ελεύθερος να γευτεί τους καρπούς των δικών του προσπαθειών ή τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε κάποιες επιλογές, τους στερούμε πολλά περισσότερα από όσα ίσως «δύσκολα» προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε. Και το χειρότερο από όλα είναι, πως οι γονείς είναι φτιαγμένοι από τέτοια υλικά, ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της παρεμβατικότητάς τους στα θέματα άλλων ανθρώπων, γιατί και τα παιδιά μας είναι πια άλλοι, διαφορετικοί, μοναδικοί άνθρωποι.
Και όσοι έχουμε ακόμα πολύ μικρά παιδιά, ας μη βιαστούμε να χαρούμε. Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως εμάς, γιατί από εμάς ξεκινάει το πρόβλημα. Και για την αποφυγή παρεξηγήσεων τον εαυτό μου τον βάζω πρώτο και «καλύτερο» στη λίστα… Πόσες φορές μέσα στην καθημερινότητα δεν αποδεικνύουμε στα μικρά ανθρωπάκια πως στην ουσία δεν τους εμπιστευόμαστε το παραμικρό? Πόσες φορές δεν έχουμε αναίτιους φόβους και υπερπροστατευτισμό και τρέχουμε να τα «σώσουμε» να μην πατήσουν στις λάσπες, να τους κρατήσουμε το κουταλάκι για να μην λερωθούν, να τους βάλουμε τα παπούτσια για να μην τα βάλουν ανάποδα, να τους κρατάμε το ποτήρι το νερό όταν πίνουν για να μην το χύσουν επάνω τους και πόσα άλλα…
Νομίζω πως ίσως κάνουμε λάθη που δεν τα καταλαβαίνουμε. Νομίζω πως υποτιμάμε τις δυνατότητές τους. Νομίζω πως τους περνάμε ένα μήνυμα πως θα υπάρχει πάντα κάποιος να τα σώσει και από την παραμικρή αναποδιά. Και τα υποδουλώνουμε. Τους δένουμε τα χέρια. Να μην μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εμάς, Να μας έχουν πάντα ανάγκη. Γιατί ο μπαμπάς και η μαμά σε αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, που εσύ δεν το ξέρεις, και αν δεν τους ακούσεις πολλά άσχημα πράγματα θα σου συμβούν. Όπως για παράδειγμα θα λερωθείς με σάλτσα ντομάτα από τα μακαρόνια τα μπολονιέζ. Και για μία φορά που δεν σου κράτησαν το κουταλάκι λερώθηκες με τη σάλτσα. Και έκλαιγες. Γιατί φοβήθηκες. Φοβήθηκες πως θα σε μαλώσουν ή ντράπηκες για τον εαυτό σου για το πόσο λίγος είσαι ώστε να μην μπορείς να κρατήσεις σωστά το κουταλάκι που σου το δείχνουν συνέχεια.. Και αργότερα θα λερωθείς από σάλτσα χυλόπιτας από υποψήφια γκόμενα και πάλι θα κλαις. Γιατί έκανες λάθος. Κάτι δεν έμαθες σωστά. Και μετά πάλι θα λερωθείς από σάλτσα απόλυσης από έναν εργοδότη και πάλι θα κλαις. Γιατί ήσουν λίγος. Και μετά θα φοβηθείς να ξαναπροσπαθήσεις. Παντού χάλια τα κάνεις μόνος σου. Σου λείπει ένα χέρι να σου κρατάει το κουταλάκι.
Δεν φταίνε τα παιδιά μας. Όχι. Εμείς φταίμε. Κι εγώ περισσότερο από όλους εσάς μαζί. Γιατί είμαι ο χειρότερος. Και τα γράφω για να τα διαβάζω και να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα. Πόσοι από εσάς δεν «φοβηθήκατε» όταν είδατε ότι το παιδί σας είχε κάποια κλίση σε ένα μουσικό όργανο ή στη ζωγραφική ή στη γλυπτική – αγγειοπλαστική ή στο θέατρο ή στο τραγούδι ή στο ποδόσφαιρο και σας ανακοίνωσε πως θα ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό? Μιλάω για τις περιπτώσεις που το παιδί όντως έχει δείξει ταλέντο σε αυτό και σας το επιβεβαιώνουν και οι καθηγητές του. Πόσοι δεν τρέξατε να το προστατεύσετε από «λάθος» πιθανές επαγγελματικές επιλογές, που δεν θα το βγάλουν πουθενά οικονομικά, δεν θα του προσφέρουν μία ζωή όπως θα ήθελε αυτό να τη ζήσει? Ναι, γιατί εμείς οι γονείς ξέρουμε πολύ καλύτερα τι ζωή θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας. Έχουμε την εμπειρία της ζωής. Και τα λάθη μας ήταν το σχολείο μας, όπου διδαχτήκαμε τρόπους να μεταφέρουμε τα ίδια λάθη και σε μικρότερους μαθητές.
Εμείς μπορεί να έχουμε την εμπειρία της ζωής, τα παιδιά μας όμως έχουν την ψυχή τους, Και παρατηρώ στον εαυτό μου και γύρω μου, πως κινούμαστε έντονα προς την κατεύθυνση να κλείσουμε το δρόμο στην ψυχή των παιδιών μας, βάζοντας φοβιστικές πινακίδες STOP και απαγορεύεται η στροφή δεξιά (καλά, αυτή, ίσως καλά κάνει και απαγορεύεται!!) για να τα οδηγήσουμε στον απόλυτο κομφορμισμό, να ξεριζώσουμε οτιδήποτε μαγικό και διαφορετικό κρύβει η παιδική τους ψυχή και να εγκαταστήσουμε ήθη, έθιμα, συνήθειες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς ενός κοινωνικού συνόλου που η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν τα πήγε και περίφημα.
Έχω την εντύπωση ότι τα παιδιά γεννιούνται εγγενώς ευτυχισμένα. Έρχονται να μας συναντήσουν κουβαλώντας ωραίες εικόνες και ορμή ψυχής από μία άλλη, αγνή διάσταση την οποία εμείς έχουμε ξεγράψει προ πολλού. Η όψη στο πρόσωπό τους αλλάζει όσο έρχονται σε επαφή με τα δικά μας πρόσωπα, με τα δικά μας στυγνά ανθρώπινα μέτρα και κουτάκια. Κι όσο μεγαλώνουν τόσο ξεχνάνε την ψυχή τους. Όχι επειδή δεν έχουν καλή μνήμη, αλλά επειδή τα «εξημερώνουμε». Από την ελεύθερη άγρια φύση της ψυχής τους όπου έτρεχαν όλο χαρά στα λιβάδια και τα δάση, τα κλείνουμε στο κλουβί του ζωολογικού κήπου της comme il faut καθημερινότητάς μας. Φυσικά και πρέπει να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε μία κοινωνία, ίσοι απέναντι σε ίσους αλλά δεν είναι ανάγκη να τρίψουμε με γυαλόχαρτο όλες τις πλευρές της ψυχής τους που έχουν εξογκωματάκια και δεν κουμπώνουν καλά στο κουτάκι μας…
Θα ήθελα πολύ να έχω τη δύναμη να εξαφανιστώ από τη ζωή του γιου μου όταν θεωρήσει πως το πλήρωμα του χρόνου έφτασε. Όταν αισθανθεί ότι πατάει καλά στα πόδια του, ίσως αμέσως μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές, εγώ θα πρέπει να μην είμαι πια καθόλου κομμάτι της καθημερινότητάς του. Ούτε της τηλεφωνικής καθημερινότητας. Να μην γνωρίζω πια τις επιλογές του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Να μου λέει όσα θέλει, άμα θέλει και όταν θέλει. Να είμαι πάντα εκεί να τον στηρίζω όταν μου το ζητήσει. Ο ρόλος μου, θα ήθελα να περιοριστεί στον ρόλο του από μηχανής Θεού, όταν επικαλεστεί τη βοήθειά μου και μόνο. Κατά τα άλλα, ένας ολόκληρος κόσμος ανοίγεται μπροστά του να τον γευτεί με όλες τις αισθήσεις του και χωρίς τη δική μου ματιά. Δεν πρέπει η ματιά μου να είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορέσω να το κάνω. Αλλά καταγράφω τη σκέψη μου για να την ξαναδιαβάσω όταν έρθει εκείνη η ώρα, που ελπίζω να αργήσει (για να τα λέμε όλα!), αλλά υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Η Αγία Ελληνική Οικογένεια έχει αυστηρό τελετουργικό το οποίο δεν μου πάει με τον χαρακτήρα που έχω και θεωρώ πως μέσα στην αγιότητά της έχει κατασπαράξει σαν θηράματα ελεύθερες και αγνές ψυχές.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Λιοπύρ', γυμνοί και θάλασσα!

3 Ιουνίου 2014 


Σας ξέρω τι είστε. Σας έχω καταλάβει. Είχατε κάνει πλάνα για ένα τριήμερο του Αγ. Πνεύματος στην παραλία, στη Χαλκιδική ή αλλού, αλλά όταν μιλάμε για παραλία μάλλον για τη Χαλκιδική μιλάμε, εκτός κι αν είσαι Θεσσαλονικιός, οπότε Χαλκιδική μπορεί και να σημαίνει  «σπίτι» οπότε παραλία γίνεται αυτομάτως κάτι άλλο. Κάτι που δεν είναι σπίτι. Και κάθεσαι 3 καλοκαιρινούς μήνες στη Χαλκιδική, στο σπίτι σου, και παραπονιέσαι στους φίλους σου πως «έτσι τζάμπα πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι, καθόλου διακοπές δεν πήγαμε, φάγαμε όλο το καλοκαίρι στο σπίτι». Εγώ δεν είμαι τέτοιος, γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να εξαιρέσω τον εαυτό μου από όλα όσα σημαίνουν παραλία. Από όλα τα παραπάνω, μόνο στο Θεσσαλονικιός θα κάνω tick. Ούτε στην παραλία, ούτε στο σπίτι στη Χαλκιδική. Αλλά στην ίδια τη Χαλκιδική θα κάνω tick.
Έλεγα λοιπόν για εσάς και τα πλάνα σας. Και τη φουκαριάρα τη μάνα σας. Που δεν ήτανε στα πλάνα σας. Θα έμενε πίσω. Στην καλύτερη, μόνη. Στην ακόμα καλύτερη για εσάς, θα έμενε μόνη με τα παιδιά σας. Στη χειρότερη για εσάς, θα ερχόταν στην παραλία. Για να προσέχει τα παιδιά σας. Ή για να «ξεσκάσει βρε αδερφέ». Και για να ξεσκάσετε όλοι οικογενειακώς, φορτώνεται η μάνα στη λαϊκή από μία εβδομάδα πριν, για να ετοιμάσει κεφτεδάκια και σαρμαδάκια και κλαμπ σάντουιτς (σάντουιξ), για να έχετε κάτι μαζί σας, «τόσες ώρες, τι θα φάνε τα παιδιά? Από τα αγοραστά?». Και αρχίζει να σκέφτεται τι θα μαγειρέψει δυο μέρες πριν. Και αγοράζει και τάπερ. Μικρά να είναι. Βολικά. Να χωράνε στην τσάντα θαλάσσης που ήταν δώρο με το «Θέμα» που είχε δώρο και το 5ευρω για τα Carrefour. «Το Σάββατο στο δρόμο προς Χαλκιδική, να σταματήσουμε σε ένα Μαρινόπουλο να πάρουμε και τίποτα χυμούς και λίγα φρούτα για τα παιδιά.. Έχω και το κουπόνι από το Θέμα, άμα δεν το εξαργυρώσω μέχρι το Σάββατο θα λήξει». Αλλά κι εσείς, έχετε πάρει τα συμπράγκαλά σας, που κυρίως συνοψίζονται στα εξής: θερμός με τους καφέδες, το ΟΚ και ένα βιβλίο της Χρύσας Δημουλίδου ή της Λένας Μαντά. Γιατί δεν θέλω να αναφέρω κρέμες και αντηλιακά και δείκτες προστασίας.
Και το Σάββατο θα ξεκινήσετε για μία ωραιότατη ημερήσια στη Χαλκιδική. Γιατί είστε πονηροί. Όχι. Δεν θα πάτε διήμερο. Έτσι, γλυτώνετε ΚΑΙ το δωμάτιο του ξενοδοχείου ΚΑΙ την ανυπόφορη κίνηση της επιστροφής. Για την κίνηση του πηγαιμού όμως, μήτε λέξη… Καταπίνετε τη γλώσσα σας. Και είτε θα ξεκινήσετε 8 η ώρα το πρωί για να «μη μπλέξετε» είτε θα ξεκινήσετε 11 η ώρα, για να κοιμηθείτε λιγουλάκι παραπάνω, «ε τι στο καλό, ένα Σάββατο έχουμε να κοιμηθούμε λίγο, τι θες ρε μάνα και τηλεφωνείς από τα ξημερώματα, ναι, θα πάμε είπαμε, ναι, το ξέρω, θα πέσουμε σε κίνηση, όχι τα παιδιά δεν είναι έτοιμα!, ναι ρε μαμά, πήρα και δεύτερο μαγιό για τα μικρά, ναι, και τα κουβαδάκια που τους πήρες για τα γενέθλιά τους με τον Bad Μπάμπη (τον Μπαγκς Μπανυ δηλαδή, αλλά έτσι τον λέει η μαμά), καλά μαμά δεν πειράζει που πήρες τηλέφωνο, δεν θέλω να κοιμηθώ άλλο, δεν μπορώ δηλαδή και να θέλω αφού με ξύπνησες!».
Και βγαίνετε στον πηγαιμό για τη Χανιώτη. Και είναι μακρύς ο δρόμος. Και καυτός. Και μαλώνετε στο αυτοκίνητο μεταξύ σας γιατί κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει τα μπουκαλάκια με το νερό αποβραδίς στην κατάψυξη. Και πίνετε τσάι. Lip-ton πίνετε. Και τα μωρά κλαίνε γιατί κουράστηκαν. Και η μαμά ταλαιπωρείται και της ανεβαίνει η πίεση «άμα το ήξερα καλύτερα να έμενα σπίτι». Και ανοίγει το τάπερ να σας κεράσει κάτι γιατί μεσημέριασε και «μπουκιά δεν βάλατε στο στόμα σας».
Και φτάνετε καταμεσήμερο στην παραλία. Ντάλα. Συνειδητοποιείτε πως κι άλλοι άνθρωποι είχαν την ίδια ιδέα με εσάς. Όχι απλά ξεκίνησαν να πάνε μία βόλτα, όχι απλά ήρθαν στη Χαλκιδική, αλλά σκέφτηκαν να έρθουν όλοι αυτοί στην ίδια παραλία. Γιατί είναι «οικογενειακή». Children friendly τη διαφημίζουνε στους οδηγούς διακοπών που κυκλοφορούν στο εξωτερικό και υπάρχουν μεταφρασμένοι στην Ελλάδα. Αλλά στην ελληνική μετάφραση, κάπως τα μασήσανε… «ιδανική για όλη την οικογένεια».
Και είχατε ξεχάσει να τηλεφωνήσετε να σας κρατήσουνε ξαπλώστρα. Και δεν έχετε. Αλλά θα περιμένετε. Φορτωμένοι σαν τα γαϊδούρια, με παιδιά που τρέχουν πανικόβλητα ανάμεσα στις ξαπλώστρες των άλλων λουομένων, που δεν λούονται αλλά ηλιοθεραπίζονται, και με τα παντοφλάκια τους τα καινούρια τα crocks νούμερο 26 τους πετάνε άμμο στα μούτρα τα UVA & UVB, και όλοι ψάχνουν με τα μάτια τους πού στο καλό είναι οι γονείς αυτών των σκασμένων που τους έκαναν την κοιλιά -  την χρυσογυαλιστερή από το καροτέν - μέσα στην άμμο και μοιάζουν περισσότερο με ferrero roche παρά με λουόμενο, εσείς επιτέλους βρίσκετε καταφύγιο στην ξαπλώστρα μιας άλλης οικογένειας που είχαν έρθει από τις 8 το πρωί για να την πιάσουν, ε και πέρασε η ώρα, 3 πήγε, καιρός να φεύγουν…
Και χαλαρώνετε.. για ενάμιση λεπτό… τόσο διαρκεί μέχρι να σας έρθει η πρώτη ρακετιά και να σκάσει η μπάλα σχεδόν δίπλα στην οικογένεια. Όχι στα παιδιά σας. Όχι. Στη δική σας «προσωπική» οικογένεια, που με το μαγιό είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε μισαλλόδοξους ρακετάδες (η μισαλλοδοξία έγκειται στο ότι εσείς δεν παίζετε ρακέτες) ή σε επίδοξους φλερτερς. Και τα παιδάκια σας νταλάκιασαν από τον ήλιο κι αφού έκαναν και δυο βουτιές και το μάθε όλο το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής πως το παιδάκι σας, το καμάρι σας βούτηξε επιτέλους, «μαμάααααααα, μπαμπάαααααα κοίτα, βουτιάααααααα, μπλουμμμ…. Είδες μαμά??????» (εδώ συνήθως μπαμπά δεν έχει.. αν χρειαστεί να επαναλάβουν κάτι επαναλαμβάνουν το «μαμά»). Αλλά κουράστηκαν. Όμως δεν το ξέρουν. Και παίζουν με τα κουβαδάκια τους στα πόδια σας. Με την άμμο. Μες στην άμμο. Ξαφνικά μία κυρία, όσο κανονικά θα έπρεπε να είναι δύο κυρίες, και σε ηλικία και σε κιλά, σηκώνεται από την καφετέρια, όχι από την ξαπλώστρα, και προσπαθεί να περπατήσει ανάμεσα από τις ξαπλώστρες με τα βατραχοπέδιλα (απροσδιόριστο νούμερο)… Μόνο που προσπαθεί να περάσει ανάμεσα από ξαπλώστρες, των οποίων το κενό δεν αρκεί ούτε για το 5χρονο καμάρι σας… η κυρία όμως, η αγελαδίτσα έΦΑΓΕ, και θα τον βρει τον τρόπο… Πρέπει οπωσδήποτε να «βρέξει τα πόδια της, τόσο δρόμο έκανε»… Και περνάει δίπλα σας και μετά μπροστά σας… Και η φωνή του 5χρονου χάνεται.. Και ξεμακραίνει η κυρία, και – σαν από καρτούν – μέσα από την άμμο ξεπροβάλλει ένα χεράκι, μετά ένα άλλο, μετά ένα κεφαλάκι, και μετά σηκώνεται ο πατημένος πιτσιρικάς που έγινε σιδερότυπο στην άμμο μετά την άνιση μάχη με το βατραχοπέδιλο της Γκιώνας.
Αποφασίζετε λοιπόν κι εσείς, οι γονείς, να βουτήξετε… αλλά τα παιδιά πείνασαν και δίψασαν, και δεν θέλουν κεφτεδάκια, θέλουν να φύγετε, να πάτε σπίτι σας, να παίξετε με τον Νέμο. Και επειδή ξέρετε πολύ καλά ποιος κάνει κουμάντο στην πραγματικότητα σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο και να θέλετε να λέτε το αντίθετο και το πόσο έχετε το πάνω χέρι στη σχέση με το παιδί, και «θέλει ισχυρή βούληση και όρια και διαπαιδαγώγηση», σας έχει βγει ο ήλιος και η θάλασσα ξινά… και φεύγετε. Και φτάνετε στο σπίτι και πονάτε ολόκληροι. Γιατί καήκατε. Γιατί στη ντάλα καταμεσήμερο δεν συνειδητοποιήσατε πως η ομπρέλα της ξαπλώστρας δεν κάνει σκιά σε οποιαδήποτε πλευρά της κι αν βάλετε την ξαπλώστρα. Κι ας περάσατε την ώρα σας στην παραλία κουβαλώντας την ξαπλώστρα σας γύρω γύρω από την ομπρέλα για να κυνηγήσετε τη σκιά.
Σας ξέρω τι είστε. Τέτοια πλάνα είχατε για το τριήμερο που πλησιάζει. Και τώρα στενοχωριέστε. Που δεν έχει καλό καιρό και σας χάλασε τα σχέδια. Και είμαι εδώ απλά για να σας πω να το δείτε λίγο αλλιώς.
Η βροχερή έναρξη του Ιούνη ως συνέχεια ενός βροχερού Μάη, μου δημιουργούν έντονα μία αίσθηση αισιοδοξίας πώς ίσως αυτό τελικά να είναι το πιο ονειρεμένο καλοκαίρι που μπορούσα να φανταστώ… Σε παραλία με βροχή. Χωρίς κόσμο. Ή με κόσμο. Και δροσιά. Και χουχούλιασμα. Στην παραλία όμως το χουχούλιασμα. Και φωτιά στην άμμο. Γιατί αυτό το έζησα μόνο μία Πρωτομαγιά στη Μύκονο με το Πανεπιστήμιο κι ακόμα το θυμάμαι… Πρωτομαγιά στη Μύκονο με φωτιά και κιθάρα στην άμμο. Σαν κάτι διαφημίσεις. Μπύρας. Ή αλκοολούχων «αναψυκτικών». Ή προφυλακτικών. Γιατί το ένα φέρνει το άλλο. Και τα καλοκαίρια με φωτιά και κιθάρα στην παραλία φέρνουν αρώματα ανάμνησης από μία εποχή που το καλοκαίρι ήταν αθώο. Ήταν χαρά. Τώρα έγινε πιο ποζερίστικο κι από κλαμπ της παραλιακής. Γι’ αυτό κι αυτά τα βάλανε στην «παραλία» φαίνεται. Δεν είναι ότι μιλάω για το μακρινό 1999 (όταν η παραλία της Ελιάς στη Μύκονο ήταν περισσότερο άγνωστη κι από τη σύμπραξη της Ελιάς στις εκλογές για την Ευρωβουλή το 2014), είναι ότι εκείνη η εποχή, αρχές Μαΐου σε νησί, με ψιλόβροχο, συννεφιά, ηλιοφάνεια ωραία και όχι τσουτσουριστή, ήταν η πιο ωραία εικόνα που έχω από «καλοκαιρινό» νησί.
Εγώ, να με συγχωράτε, δεν θα πάρω hot summers πια.. Ούτε hot ως προς τη θερμοκρασία του – δεν την αντέχω εντελώς καθόλου όμως – ούτε hot ως προς τη μόδα του… Δεν θα βγω στην παραλία «πιο hot από ποτέ», δεν θα φορέσω το πιο «hot μαγιό ever», δεν θα πάω γυμναστήριο πριν βγω στην παραλία, δεν θα τηλεφωνήσω ποτέ να κλείσω reserve μία ξαπλώστρα. Μπορεί απλά να μεγάλωσα. Μπορεί να γέρασα. Θα πάρω ένα καλοκαίρι light. Τα hot πια μου φέρνουνε καούρα.
Ας ακούσουμε και λίγο το «καλοκαίρι» του Διονύση Σαββόπουλου… Κάτι ξέρει και αυτός. Δεν τα λέει έτσι. Για εμάς τα λέει. Για εμάς, που μερικές φορές χάνουμε την ουσία για την τυμπανοκρουσία…



Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει

καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘'να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι