Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Η Αγία Ελληνική Οικογένεια

9 Ιουνίου 2014  


 Κάπου διάβασα πως «ο προορισμός μου σαν γονιός είναι να προσπαθήσω να διορθώσω στο παιδί μου τα λάθη που έκαναν οι δικοί μου γονείς στα δικά τους παιδιά». Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει κάτι πιο όμορφο που να οδηγεί στην πραγματική ανάπτυξη των ανθρώπινων γενεών. Αλλά πόσο είμαστε πραγματικά σε θέση να δούμε με αντικειμενικό μάτι τη λειτουργία των γονιών μας απέναντί μας και πόσο περισσότερο τη δική μας λειτουργία ως γονείς?
Μάλλον δεν θα πω πράγματα εύκολα κι ευχάριστα. Ούτε και για μένα δεν είναι εύκολα κι ευχάριστα. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τις οθόνες τους, ακολουθούν ίσως σκληρές αλήθειες…
Η οικογένεια. Η Αγία Ελληνική Οικογένεια. Η δεμένη ελληνική οικογένεια. Τόσο δεμένη που πολλές φορές καταντάει κόμπος στο λαιμό των παιδιών της. Που θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι όλοι μας αγαπάμε τα παιδιά μας. Και ότι κάνουμε το κάνουμε για το «καλό» τους. Για να τα προστατεύσουμε, να τα θωρακίσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε. Και θεωρούμε δεδομένο πως εμείς γνωρίζουμε το καλό τους καλύτερα από αυτά. Και ίσως αυτό να ισχύει μερικώς μέχρι κάποια ηλικία. Αλλά αυτή η ηλικία έχει σαφέστατα limit up. Από το limit up και πέρα, θα πρέπει εμείς ως γονείς να αισθανόμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια από εμάς ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τις δικές τους επιλογές με ασφάλεια για την υγεία και την ακεραιότητά τους. Οποιεσδήποτε άλλες επιλογές, είτε μας αρέσουν είτε δε μας αρέσουν, απλά τις δεχόμαστε με αγάπη. Γιατί είναι οι δικές τους επιλογές, είναι οι αποφάσεις των νέων ανθρώπων που αγαπάμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας προβληματίζει η επαγγελματική τους εξέλιξη ή η επιλογή συντρόφου ή ίσως ακόμα και ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, η επιλογή τους να μείνουν μόνοι στη ζωή χωρίς ταίρι ή το αντίθετο ή μία πιθανή μετανάστευση, ο ρόλος μας ως γονείς – μέντορες έχει πια τελειώσει προ πολλού. Ο κάθε άνθρωπος πια, ας είναι ελεύθερος να γευτεί τους καρπούς των δικών του προσπαθειών ή τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε κάποιες επιλογές, τους στερούμε πολλά περισσότερα από όσα ίσως «δύσκολα» προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε. Και το χειρότερο από όλα είναι, πως οι γονείς είναι φτιαγμένοι από τέτοια υλικά, ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της παρεμβατικότητάς τους στα θέματα άλλων ανθρώπων, γιατί και τα παιδιά μας είναι πια άλλοι, διαφορετικοί, μοναδικοί άνθρωποι.
Και όσοι έχουμε ακόμα πολύ μικρά παιδιά, ας μη βιαστούμε να χαρούμε. Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως εμάς, γιατί από εμάς ξεκινάει το πρόβλημα. Και για την αποφυγή παρεξηγήσεων τον εαυτό μου τον βάζω πρώτο και «καλύτερο» στη λίστα… Πόσες φορές μέσα στην καθημερινότητα δεν αποδεικνύουμε στα μικρά ανθρωπάκια πως στην ουσία δεν τους εμπιστευόμαστε το παραμικρό? Πόσες φορές δεν έχουμε αναίτιους φόβους και υπερπροστατευτισμό και τρέχουμε να τα «σώσουμε» να μην πατήσουν στις λάσπες, να τους κρατήσουμε το κουταλάκι για να μην λερωθούν, να τους βάλουμε τα παπούτσια για να μην τα βάλουν ανάποδα, να τους κρατάμε το ποτήρι το νερό όταν πίνουν για να μην το χύσουν επάνω τους και πόσα άλλα…
Νομίζω πως ίσως κάνουμε λάθη που δεν τα καταλαβαίνουμε. Νομίζω πως υποτιμάμε τις δυνατότητές τους. Νομίζω πως τους περνάμε ένα μήνυμα πως θα υπάρχει πάντα κάποιος να τα σώσει και από την παραμικρή αναποδιά. Και τα υποδουλώνουμε. Τους δένουμε τα χέρια. Να μην μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εμάς, Να μας έχουν πάντα ανάγκη. Γιατί ο μπαμπάς και η μαμά σε αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, που εσύ δεν το ξέρεις, και αν δεν τους ακούσεις πολλά άσχημα πράγματα θα σου συμβούν. Όπως για παράδειγμα θα λερωθείς με σάλτσα ντομάτα από τα μακαρόνια τα μπολονιέζ. Και για μία φορά που δεν σου κράτησαν το κουταλάκι λερώθηκες με τη σάλτσα. Και έκλαιγες. Γιατί φοβήθηκες. Φοβήθηκες πως θα σε μαλώσουν ή ντράπηκες για τον εαυτό σου για το πόσο λίγος είσαι ώστε να μην μπορείς να κρατήσεις σωστά το κουταλάκι που σου το δείχνουν συνέχεια.. Και αργότερα θα λερωθείς από σάλτσα χυλόπιτας από υποψήφια γκόμενα και πάλι θα κλαις. Γιατί έκανες λάθος. Κάτι δεν έμαθες σωστά. Και μετά πάλι θα λερωθείς από σάλτσα απόλυσης από έναν εργοδότη και πάλι θα κλαις. Γιατί ήσουν λίγος. Και μετά θα φοβηθείς να ξαναπροσπαθήσεις. Παντού χάλια τα κάνεις μόνος σου. Σου λείπει ένα χέρι να σου κρατάει το κουταλάκι.
Δεν φταίνε τα παιδιά μας. Όχι. Εμείς φταίμε. Κι εγώ περισσότερο από όλους εσάς μαζί. Γιατί είμαι ο χειρότερος. Και τα γράφω για να τα διαβάζω και να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα. Πόσοι από εσάς δεν «φοβηθήκατε» όταν είδατε ότι το παιδί σας είχε κάποια κλίση σε ένα μουσικό όργανο ή στη ζωγραφική ή στη γλυπτική – αγγειοπλαστική ή στο θέατρο ή στο τραγούδι ή στο ποδόσφαιρο και σας ανακοίνωσε πως θα ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό? Μιλάω για τις περιπτώσεις που το παιδί όντως έχει δείξει ταλέντο σε αυτό και σας το επιβεβαιώνουν και οι καθηγητές του. Πόσοι δεν τρέξατε να το προστατεύσετε από «λάθος» πιθανές επαγγελματικές επιλογές, που δεν θα το βγάλουν πουθενά οικονομικά, δεν θα του προσφέρουν μία ζωή όπως θα ήθελε αυτό να τη ζήσει? Ναι, γιατί εμείς οι γονείς ξέρουμε πολύ καλύτερα τι ζωή θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας. Έχουμε την εμπειρία της ζωής. Και τα λάθη μας ήταν το σχολείο μας, όπου διδαχτήκαμε τρόπους να μεταφέρουμε τα ίδια λάθη και σε μικρότερους μαθητές.
Εμείς μπορεί να έχουμε την εμπειρία της ζωής, τα παιδιά μας όμως έχουν την ψυχή τους, Και παρατηρώ στον εαυτό μου και γύρω μου, πως κινούμαστε έντονα προς την κατεύθυνση να κλείσουμε το δρόμο στην ψυχή των παιδιών μας, βάζοντας φοβιστικές πινακίδες STOP και απαγορεύεται η στροφή δεξιά (καλά, αυτή, ίσως καλά κάνει και απαγορεύεται!!) για να τα οδηγήσουμε στον απόλυτο κομφορμισμό, να ξεριζώσουμε οτιδήποτε μαγικό και διαφορετικό κρύβει η παιδική τους ψυχή και να εγκαταστήσουμε ήθη, έθιμα, συνήθειες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς ενός κοινωνικού συνόλου που η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν τα πήγε και περίφημα.
Έχω την εντύπωση ότι τα παιδιά γεννιούνται εγγενώς ευτυχισμένα. Έρχονται να μας συναντήσουν κουβαλώντας ωραίες εικόνες και ορμή ψυχής από μία άλλη, αγνή διάσταση την οποία εμείς έχουμε ξεγράψει προ πολλού. Η όψη στο πρόσωπό τους αλλάζει όσο έρχονται σε επαφή με τα δικά μας πρόσωπα, με τα δικά μας στυγνά ανθρώπινα μέτρα και κουτάκια. Κι όσο μεγαλώνουν τόσο ξεχνάνε την ψυχή τους. Όχι επειδή δεν έχουν καλή μνήμη, αλλά επειδή τα «εξημερώνουμε». Από την ελεύθερη άγρια φύση της ψυχής τους όπου έτρεχαν όλο χαρά στα λιβάδια και τα δάση, τα κλείνουμε στο κλουβί του ζωολογικού κήπου της comme il faut καθημερινότητάς μας. Φυσικά και πρέπει να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε μία κοινωνία, ίσοι απέναντι σε ίσους αλλά δεν είναι ανάγκη να τρίψουμε με γυαλόχαρτο όλες τις πλευρές της ψυχής τους που έχουν εξογκωματάκια και δεν κουμπώνουν καλά στο κουτάκι μας…
Θα ήθελα πολύ να έχω τη δύναμη να εξαφανιστώ από τη ζωή του γιου μου όταν θεωρήσει πως το πλήρωμα του χρόνου έφτασε. Όταν αισθανθεί ότι πατάει καλά στα πόδια του, ίσως αμέσως μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές, εγώ θα πρέπει να μην είμαι πια καθόλου κομμάτι της καθημερινότητάς του. Ούτε της τηλεφωνικής καθημερινότητας. Να μην γνωρίζω πια τις επιλογές του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Να μου λέει όσα θέλει, άμα θέλει και όταν θέλει. Να είμαι πάντα εκεί να τον στηρίζω όταν μου το ζητήσει. Ο ρόλος μου, θα ήθελα να περιοριστεί στον ρόλο του από μηχανής Θεού, όταν επικαλεστεί τη βοήθειά μου και μόνο. Κατά τα άλλα, ένας ολόκληρος κόσμος ανοίγεται μπροστά του να τον γευτεί με όλες τις αισθήσεις του και χωρίς τη δική μου ματιά. Δεν πρέπει η ματιά μου να είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορέσω να το κάνω. Αλλά καταγράφω τη σκέψη μου για να την ξαναδιαβάσω όταν έρθει εκείνη η ώρα, που ελπίζω να αργήσει (για να τα λέμε όλα!), αλλά υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Η Αγία Ελληνική Οικογένεια έχει αυστηρό τελετουργικό το οποίο δεν μου πάει με τον χαρακτήρα που έχω και θεωρώ πως μέσα στην αγιότητά της έχει κατασπαράξει σαν θηράματα ελεύθερες και αγνές ψυχές.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Η ζωή μου μια βόλτα

5 Απριλίου 2014


Αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος
Αίθουσα αναμονής. Πτήση επιστροφής στη Θεσσαλονίκη.


Η προσωπική ιστορία πολλών ανθρώπων είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένο τόπο. Βίωσα έντονα για ακόμα μία φορά το συναίσθημα του να μην ξέρεις σε ποιον τόπο τελικά ανήκεις. Είναι σαφής ο τόπος καταγωγής ή τόπος εργασίας. Αλλά μάλλον για μένα, σπίτι δεν είναι ένα μέρος να ζεις, σε μια πόλη που ζεις, αλλά ένας τόπος όπου πάντα θα πηγαίνεις... για να βρω το σπίτι μέσα μου, πρέπει να πάρω μία βαλίτσα και να κάνω δρόμο, να έχω ταξίδι. Σπίτι μου είναι το ταξίδι. Με πραγματικές ή συναισθηματικές μόνο βαλίτσες. Ή ακόμα και χωρίς καθόλου βαλίτσες. Γιατί έρχεται μία στιγμή, που συνειδητοποιείς πως τα υπάρχοντά σου όλα χωράνε στη χούφτα σου. Όπως και η καρδιά σου, που την κρατάς πάντα έτοιμη στη χούφτα σου να προσφερθεί ολόκληρη σε μία απλή χειραψία ή αγκαλιά με φίλους, στους δρόμους που μαζί περπατήσατε και χτίσατε μαζί αυτό που σήμερα έγινε το σπίτι σας. Χωρίς στεγαστικό, χωρίς δάνεια, χωρίς υποχρεώσεις και ανταλλάγματα. Με στέγες εμφανώς μονωμένες για να κρατάνε τη ζεστασιά μέσα σας, στους δρόμους του κόσμου... και τα αεροδρόμια έγιναν οι πρόναοι της ιερής φιλίας, οι προθάλαμοι και τα χολ για το πρώτο κέρασμα, το λικεράκι, πριν οι δρόμοι ανοίξουν τα χέρια τους για να προσθέσουν ακόμα ένα κεραμίδι. Είναι πολλά τα σπίτια μας γιε μου, είναι πολλοί οι δρόμοι μας. Είμαστε ευλογημένοι γιε μου.

Οι ζωές των άλλων

15 Μαρτίου 2014


Εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχω ξεκινήσει έναν προσωπικό μοναχικό δρόμο στα μονοπάτια της προσωπικής αυτοβελτίωσης μέσα από συναντήσεις με ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, παρακολούθηση συνεδρίων, σεμιναρίων και ομιλιών. Η εξέλιξη όλων των προηγούμενων με ώθησε στο να παρακολουθώ αυτή τη στιγμή ένα εξάμηνο σεμινάριο e-learning για προσωπική συμβουλευτική – Life Coaching.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, χθες βράδυ πήγα σε μία ομιλία μιας ψυχολόγου με θέμα «Μικρές αλλαγές στη ζωή των ενηλίκων για μεγάλες αλλαγές στη ζωή των παιδιών μας». Η σημείωση για την ομιλία έλεγε πως θα παιχτούν αποσπάσματα από την ταινία Κράμερ εναντίον Κράμερ. Έχοντας αυτό-ονομαστεί Mr Kramer για πολλούς ευνόητους και μη λόγους, θεώρησα πως η ομιλία μου ταιριάζει πολύ. Και πήγα.
Και δεν πήγα μόνο εγώ. Πήγαν κι άλλοι άνθρωποι. Σύνολο 15. Η σύνθεση ήταν περίπου ως εξής: 7-8 γυναίκες ηλικίας over 60, που όλοι φανταστήκαμε πως βρίσκονται εκεί για τα εγγόνια τους. Οι υπόλοιποι όλοι μεταξύ 35 και 40something. 12 γυναίκες μόνες, 1 ζευγάρι, κι εγώ.
Ήρθε η στιγμή που έπρεπε να συζητήσουμε κάποια θέματά μας, κάποιες ιδέες μας, πιθανά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητα με τα παιδιά μας. Εξαιτίας του θέματος της ταινίας και κάποιων ερωτήσεων από το κοινό, περιστραφήκαμε γύρω από το διαζύγιο ή τη χηρεία. Οι ηλικιωμένες κυρίες, μονίμως εκτός θέματος, αφού είχαν να λύσουν τα προσωπικά τους θέματα όπως: εγώ παντρεύτηκα μόλις τελείωσα το σχολείο, μας πάντρευαν οι γονείς μας, οι άντρες μας δεν μας άφηναν να δουλέψουμε, θυσιαστήκαμε για τα παιδιά μας, δεν διαλύσαμε τα σπίτια μας όποιος και να ήταν ο άντρας μας, εμείς κάναμε υπομονή, οι σημερινοί νέοι όλο χωρίζουν κτλ… χιλιομασημένα αποτυχημένα τσιτάτα καταπιεστικών και πνιγμένων γενεών που σκόρπισαν καταπιεσμένα και ενοχικά παιδιά…
Είχαμε όμως και την «έκπληξη». Το αστέρι της βραδιάς. Μία κυρία 60φεύγα. Ίσως πολύ φεύγα… «εγώ ήθελα να ρωτήσω κάτι.. έχω στον περίγυρό μου ένα ζευγάρι με 2 παιδάκια που χώρισε… Η κυρία τώρα έχει σύντροφο, τον έχει ΜΕΣΑ στο σπίτι, με τα 2 της παιδιά!! Και ο κύριος, επίσης έχει σύντροφο! Αυτά τα παιδάκια δηλαδή τώρα δεν καταστράφηκαν; Έχουν 2 μπαμπάδες και 2 μαμάδες; Αχ τα καημένα….» Αρχικά φοβάσαι πως μπορεί να μιλάει για την κόρη της ή τον γιο της, ή τα ανίψια της έστω, οπότε είσαι και λίγο επιφυλακτικός στο πώς θα μιλήσεις… Αν και ήδη έχω αρχίσει να βγάζω φυσαλίδες από το στόμα… Η ψυχολόγος της λέει «είπατε πως μιλάτε για τον περίγυρό σας, καλό θα ήταν ο καθένας να μιλάει για τα προσωπικά του βιώματα μόνο, δεν είμαστε εδώ για να κρίνουμε κανέναν»… «Μα δεν είναι μακρινός περίγυρος.. Μέσα στα πόδια μου την έχω την κυρία.. ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ! ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ!»           Κάπου σε αυτό το σημείο, οι φυσαλίδες από το στόμα μου, αρχίζουν να εξελίσσονται σε φούσκες big bubble, φοβάμαι μήπως ο κόσμος καταλάβει ότι μου ανεβαίνει η πίεση 22… Σκέφτομαι «καταραμένη ελληνική παθογένεια». Αλλά ακόμα δεν ήξερα το κερασάκι της τούρτας… Η ψυχολόγος επιμένει «θα ήθελα σας παρακαλώ να μας πείτε κάτι για εσάς, για μια δική σας εμπειρία»… Και τι απαντάει η Θεά; «ααα τίποτα, τίποτα, με εμένα ευτυχώς όλα μια χαρά… γι’ αυτό και ποτέ δεν παντρεύτηκα και ποτέ δεν έκανα παιδιά.. και τα βλέπω αυτά γύρω μου, και λέω ευτυχώς που δεν παντρεύτηκα, ευτυχώς που δεν έκανα παιδιά! Τα βλέπω κι αυτά τα καημένα στην πολυκατοικία και τα λυπάμαι τα δυστυχισμένα». Νομίζω, απ’ όσο με ξέρετε, καταλαβαίνετε ότι πλέον είχα ένα σύννεφο μπροστά μου… Δεν είχα και κανέναν να πάρει ένα 50ευρω να μου διαλύσει το σύννεφο και μετά να το ρίξει στο βάζο… Έχασα για λίγο επαφή με το περιβάλλον… Είδα την μεγαλοκοπέλα των 60φεύγα, με τα ρόλει στα μαλλιά να κατεβαίνει στο παράθυρο του ακάλυπτου για να κρυφακούσει πότε κάνει έρωτα η γειτόνισσα με τον σύντροφο και αν τα παιδιά είναι μέσα και διαβάζουν, να περνάει ένα μεροκάματο ολόκληρο στο ματάκι της πολυκατοικίας, να δει ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, αν τα παιδιά έπαιξαν, έφαγαν, πήγαν σχολείο, αν ήρθε ο μπαμπάς να τα δει, για να γυρίσει μετά το βλέμμα πίσω στο άδειο σπίτι της, στην άδεια ζωή της, που προφανώς δεν έχει να τη γεμίσει με τίποτα καλύτερο από τις ζωές των άλλων…          Ευτυχώς που υπάρχουν και τέτοια ζευγάρια σε πολυκατοικίες και δίνουν νόημα στη ζωή κάποιων ανθρώπων που το μόνο που πρόσφεραν στα 60τόσα χρόνια της ζωής τους είναι να γεμίζουν κόπρανα τον πλανήτη. Και δεν το λέω γιατί δεν παντρεύτηκε ή γιατί δεν έκανε παιδιά. Αφού αυτή η γυναίκα αγαπάει και λυπάται τόσο πολύ τα παιδάκια των γειτόνων, που αποφάσισε να πάει σε μία ομιλία που δεν την ενδιαφέρει ούτε στο ελάχιστο, για να «ξεφτιλίσει» τη γειτόνισσα και τελικά να ξεφτιλιστεί η ίδια, θα μπορούσε για παράδειγμα να προσφέρει υπηρεσίες στο Χαμόγελο του Παιδιού ή τα παιδικά χωριά SOS ή να βοηθάει ανήμπορους ανθρώπους σε ιδρύματα. Αυτή νομίζω θα ήταν μία πολύ γεμάτη ζωή για έναν άνθρωπο χωρίς οικογένεια, θα της έδινε πραγματικό νόημα και δεν θα είχε χρόνο και διάθεση να περάσει όλη της τη ζωή πίσω από μία κλειδαρότρυπα. Επιπλέον, δεν θα έπιανε μία θέση (από τις μόνο 15 θέσεις) σε μία ομιλία που καμία θέση δεν είχε για γυναίκες σαν κι αυτή…
Ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω… Η ομιλία  - συζήτηση ξεκίνησε στις 7μιση το απόγευμα και τελείωσε στις 10. Η κυρία αυτή, ντύθηκε στο σπίτι της, ετοιμάστηκε, πήρε τηλέφωνο τις φίλες της και είπε «έχει μία ομιλία που πρέπει οπωσδήποτε να πάω» ενώ στη διπλανή εκκλησία βαρούσαν οι καμπάνες για να καλέσουν τους πιστούς για τους Χαιρετισμούς.. Χαίρε Κεχαριτωμένη Γραία, με έκανες τόσο ευτυχισμένο που τόλμησα να κάνω οικογένεια, να κάνω ένα παιδί, να πάρω ένα διαζύγιο, και να μην έχω καθόλου μα καθόλου διάθεση να κρίνω δημοσίως τις ζωές των άλλων ούτε να ζω μέσα από αυτές.. (η τελευταία μου πρόταση αναιρεί ολόκληρο το κείμενο αυτό, αφού τελικά σχολιάζω τη ζωή της, αλλά γνωρίζω πως για πολλές τέτοιες κυρίες ο κόσμος φοβάται να πάρει αποφάσεις στη ζωή του.. είναι το πρόσωπο του φόβου του «τι θα πουν οι άλλοι» και δεν έχω τίποτα περισσότερο να σιχαίνομαι).

Μία μέρα του Θεού

18 Μαρτίου 2014


Κάποιες μέρες τις έστειλε ο Θεός για λάθος λόγο… Δεν τις έστειλε για να μπορέσουμε να τις θαυμάσουμε. Δεν τις έστειλε για να μπορέσουμε να τις χαρούμε. Τις γέμισε με θυμό, πίκρα, στενοχώριες, νεύρα, αναίτιες ενοχές, ζέστη έξω και κρύο «μέσα». Τις στόλισε και με σουρεαλισμό. Του αρέσει πολύ ο σουρεαλισμός του Θεούλη μας. Σε ό,τι κι αν έκανε, το πασπάλισε με χρυσόσκονη σουρεαλισμού. Πάλι καλά θα μου πεις.. Θα μπορούσε να τις είχε πασπαλίσει με πίσσα και πούπουλα. Κι άντε μετά να το στρώσεις.. Θα μου πεις και πάλι δεν φαίνεται να στρώνει από πουθενά.. Να πιάσεις τον σουρεαλισμό από το –ισμός και να τον σκίσεις μέχρι το σουρε.. Αλλά προνόησε ο Ύψιστος… Δεν μας τον έστειλε με τα κανονικά του τα ρούχα, ούτε με το κανονικό το πρόσωπο… Τον έκανε τον σουρεαλισμό ένα μικρό νάνο μυρμηγκάκι και τον έκρυψε σε κάθε χαραμάδα της μέρας… Πίσω από κάθε λεπτό (καλά, υπερβάλλω).. αλλά πίσω από κάθε ώρα της ημέρας, μέσα σε κάθε χαραμάδα ώρας, έκρυψε κάποια μυρμηγκάκια σουρεαλισμού.. Δεν είναι λοιπόν εμφανής, να το ξέρεις, να γελάσεις, να το αντιμετωπίσεις ανάλογα… Κρύφτηκε μέσα στα πρόσωπα των ανθρώπων που καθημερινά συναναστρέφεσαι…
Και αργά το απόγευμα, παίζεις με τον σχεδόν τρίχρονο πια γιο σου, και σου φαίνονται όλα τόσο μα τόσο λογικά… ακόμα και το σπαθί που θέλει να το βάλει μέσα από τη μπλούζα του για να γίνει χελωνονιντζάκι και να φορέσει την τσάντα του στον ώμο για να εκτοξευτεί στον ουρανό σαν αστροναύτης και να πάρει το φεγγάρι και να του φέρει δυο σβούρες και να του ζητήσει για χαρτζιλίκι δυο αστέρια να τα κρύψει στην τσέπη του και να τα φέρει το βράδυ στο κρεβάτι του επειδή φοβάται τα φαντάσματα, και να σου χαρίσει κι εσένα ένα «γιατί κι εσύ μπαμπά είσαι καλός», σου φαίνεται η πιο λογική πρόταση που έχεις σήμερα όλη την ημέρα…
Κρίμα που ο γιος μου έχασε την τρέλα του, έχασε αυτό το παιδικό, το ασυνάρτητο της σκέψης του, κι αρχίζει όλα και τα βάζει σε μια σειρά.. Κρίμα… πώς μπορώ να του μιλήσω άραγε για τον κόσμο που θα μεγαλώσει? Πώς να του μιλήσω για την καθημερινότητα στην Ελλάδα του 2014, της κρίσης, των χαμένων συνειρμών και ζαλισμένων συνειδήσεων?  

Κράμερ εναντίον Κράμερ junior

16 Μαρτίου 2014


Το βράδυ περιμένεις να κοιμηθεί ο μικρός για να μπορέσεις να χαλαρώσεις λίγο στον υπολογιστή, να φαντασιωθείς ταξίδια σε μέρη που ταξιδεύει η μνήμη σου καθημερινά, να φας πατατάκια κυματιστά και με κιτρινισμένα δάχτυλα να ψάχνεις να βρεις την Ιθάκη σου κάπου ανάμεσα στα πλήκτρα του keyboard, να αφήνεις ίχνη παντού στο δρόμο προς την ηλεκτρονική Ιθάκη, τέτοια ώστε αρκεί να αναποδογυρίσεις το πληκτρολόγιο και να το χτυπήσεις 1-2 φορές στο γραφείο ώστε όλα τα χνάρια του ταξιδιού με βάρκα τα chips, να γεμίσουν τον κόσμο σου με μικρά αλατισμένα κομματάκια… Το καλύτερο blanco της μνήμης και των ταξιδιών σου είναι ο ήχος από το μικρό ηλεκτρικό σκουπάκι Βlack & Decker που απλώνει όλο το black του σε όσα decks είχες ονειρευτεί… απόψε στα καταστρώματα είσαι μόνος….
Και κοιμάσαι κατά τις δύο, αν όλα έχουν πάει καλά και ο μικρός δεν έχει εμφανίσει νυχτερινό τρόμο, και δεν βήχει, και δεν βλέπει όνειρα και δεν παραμιλάει…
            6μιση η ώρα το πρωί ο μικρός Κράμερ σκαρφαλώνει πάνω σου για να σε ξυπνήσει, σου τραβάει τα βλέφαρα… Λογικό, αν έτσι ανοίξουν τα μάτια, πάει να πει πως ξύπνησες. Πιάνει. Δοκιμάστε το. Ξυπνάς στα αλήθεια.
            Σηκώνεσαι παραπατώντας και σε ακολουθεί η ουρά σου, ο μικρός Κράμερ, διαλαλώντας την πραμάτεια του, τα πράγματα τα οποία σας συντρόφευσαν στον ύπνο σας και βρήκαν τη θέση που τους αρμόζει στο κρεβάτι δίπλα σας… Μετά θέλει πρωινό. Θέλει ομελέτα. Τον ρωτάς αν θέλει γάλα. Όχι, θέλει ομελέτα. Τον ρωτάς αν θέλει δημητριακά. Όχι, θέλει ομελέτα. Και κάνεις ομελέτα στις 6 και 45 το πρωί. Και μόλις είναι έτοιμη, ο μικρός κλαίει. Γιατί δεν θέλει ομελέτα. Θέλει γάλα. Και του ζεσταίνεις γάλα ενώ τρως την ομελέτα του. Και μόλις γίνεται το γάλα ο μικρός κλαίει. Γιατί δεν θέλει γάλα. Θέλει χυμό και τοστάκι. Και ετοιμάζεις το τοστάκι ενώ πίνεις το γάλα του. Από τις 7 παρά έχεις σκάσει στο φαγητό, εσύ που δεν πεινούσες. Ταράτσα την έκανες πρωί πρωί. Έτοιμο το τοστάκι. Και ο χυμός. Και κάθεστε μαζί στο τραπέζι. Εκείνος τρώει. Εσύ φυσικά δεν πεινάς πια. Κάνεις όμως έναν καφέ, έτσι για την παρέα. Και ανοίγεις και τον υπολογιστή σου δίπλα. Ο μικρός παίζει με το αεροπλανάκι του πάνω από το πιάτο και το ποτήρι του. Και το αεροπλανάκι κάνει ανώμαλη προσγείωση. Πρώτα στο ποτήρι και μετά στο πιάτο. Και καταλήγει στον υπολογιστή σου. Και στον καφέ σου. Εντάξει, λίγο στον καφέ σου. Ο μικρός κλαίει, γιατί στεναχωρέθηκε που το τοστάκι έγινε χάλια, που ο χυμός χύθηκε, και πεινάει θέλει να φάει αλλά δεν θέλει αυτό το τοστάκι. Τον βάζεις να παίξει στο δωμάτιό του. Τρως το παπαριασμένο τοστάκι. Τον χυμό δεν μπορείς να τον πιεις. Τον ήπιε το τοστάκι. Και ο υπολογιστής. Που θυμάται ακόμα τα χθεσινοβραδινά κυματιστά τσιπς με γεύση μπαρμπεκιου και πολύ τον χρειαζότανε έναν χυμό φρούτα του δάσους να του φύγει η καούρα. Του υπολογιστή. Και σε έπιασε εσένα. Καούρα. Βαρυστομαχιά. Ο μικρός γκρινιάζει. Πεινάει. Τηλεφωνείς στη διανυκτερεύουσα χασαποταβέρνα «τα 5 αδέρφια» και του παραγγέλνεις κοκορέτσι και σπληνάντερο. Τηλεφωνείς σε ένα συνεργείο καθαρισμού να έρθει στο σπίτι να ξεκολλήσει το τραπεζομάντηλο από το τραπέζι γιατί ο χυμός μάλλον ήταν από logo στιγμής κι όχι από φρούτα του δάσους. Τηλεφωνείς στη Νταντά Αμέσου Δράσεως. Τηλεφωνείς και στη δουλειά να πεις ότι θα καθυστερήσεις. Χαζός είσαι να χάσεις το κοκορέτσι τώρα που θα έρθει ζεστό ζεστό? Η ώρα πήγε 8 το πρωί. Μεσημέριασε. Ας ετοιμαστούμε για τον παιδικό…

Σημείωση: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Άλλωστε δεν υπάρχει χασαποταβέρνα «τα 5 αδέρφια» στη γειτονιά μου. «7 αδέρφια» λέγεται. 

Είδα κι άκουσα γύρω μου

1 Μαρτίου 2014


Σήμερα έκανα ένα συνολικό flashback στο πώς περίπου είδα τον κόσμο να κινείται γύρω μας κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, περίπου δηλαδή κατά τη διάρκεια της γενιάς μας…
Ανησύχησα λίγο και ήθελα να σας εκθέσω τον προβληματισμό μου… Να με βοηθήσετε ίσως να καταλάβω αν φταίει ο δικός μου ευρύτερος κύκλος ή αν φταίει η «σύγχρονη μεταβιομηχανική κοινωνία μας όπου το άγχος κυρίως και άλλες συνοδεύουσες απειλές γίνονται ένα σαράκι που μας τρώει σιγά σιγά ανελέητα μέχρι να μας αδειάσει τελείως», όπως αξέχαστα είχα γράψει στην Έκθεση στις Πανελλήνιες Εξετάσεις το 1995, δηλαδή τότε που η Νεκρά Θάλασσα ήταν ακόμα άρρωστη…
  Είδα γύρω μου ανθρώπους να σπουδάζουν αυτό που λείπει από την αγορά, όχι αυτό που ενδόμυχα αγαπάνε. Άρθρα και επιστημονικές έρευνες και πλείστες όσες άλλες αναλύσεις για «Επαγγέλματα που υπόσχονται μία σίγουρη δουλειά», «Τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση στην Ελλάδα», «γίνε ο manager του μέλλοντός σου» έκαψαν τους εγκεφάλους πολλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν. Μετατόπισαν το όνειρο από τη θέση που του αρμόζει δηλαδή δίπλα σε μία ζωή εσωτερικής ευτυχίας και το έβαλαν μέσα σε δαιδαλώδη σπίτια βορείων προαστίων, με θέα στην πόλη από ψηλά, με πισίνες και πράσινα βατραχάκια και χελώνες στην είσοδο για την θετική ροή του τσι. Και…; Και … τσου! Πέρασαν τα χρόνια και στριμώχτηκαν τα όνειρα σε μουχλιασμένες γκαρσονιέρες στην Κυψέλη με θέα στον ακάλυπτο, με αγκαλιά την ανεργία και ποντικοπαγίδες για το τσι .. για ποιο λόγο; Για ένα πουκάμισο αδειανό, κι ας είναι κι Armani. Για μιαν Ελένη, μάνα - αδερφή  - φίλη – συνείδηση, που σε έπεισε πως τα όνειρα δίνονται δωρεάν, ύστερα όμως κοστίζουν πολλά. Και τα άφησες τα όνειρα και πήγες για τα «σίγουρα». Και δεν ξέρεις προς τα πού να βγάλεις την κραυγή που μέσα σου βράζει, για να μη σε περάσουν για τρελό. Κι όσο την κρατάς μέσα σου, τόσο τρελαίνεσαι.  
Είδα γύρω μου ανθρώπους να παντρεύονται πομπωδώς και υπερφίαλα και μέσα τους να νοιώθουν λίγη χαρά… Είδα ανθρώπους να παίρνουν διαζύγια και να νοιώθουν πολύ μεγαλύτερη χαρά από τότε που παντρεύτηκαν. Άκουσα θλιμμένους ανθρώπους και απελπισμένους μετά από ένα θετικό τεστ εγκυμοσύνης. Είδα τους ίδιους να αισθάνονται ανακούφιση μετά από μία έκτρωση.
Είδα γύρω μου ανθρώπους να κάνουν παιδιά επειδή έτυχε, επειδή «πέρασαν τα χρόνια», επειδή «αρραβώνας – γάμος – παιδί, έτσι το ‘χουμε εμείς εδώ». Είδα ανθρώπους να παντρεύονται με τον «όρο» να μην κάνουν ποτέ παιδιά. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο σχετικό θέμα υγείας, αλλά από άποψη. Είδα επίσης άλλους να κάνουν παιδιά και «από άποψη» να μην παντρεύονται. Είδα κι άλλους που το πλάνο ζωής περιείχε κυρίως παιδιά και μετά σύντροφο. Είδα και τα παιδιά των ανωτέρω κατηγοριών. Το καθένα του έχει αυτή τη λάμψη στα μάτια, αυτή που προβάλλει σαν οθόνη θερινού σινεμά την παράσταση του έργου από το οποίο προέκυψε… Πολύ μικρά τα κενά για διαφημίσεις και ποπ κορν. Καταιγιστικές, εξομολογητικές ματιές.
Είδα ανθρώπους να χωρίζουν επειδή δεν έχουν παιδιά, είδα κι άλλους να χωρίζουν επειδή έχουν παιδιά, για το καλό των παιδιών, για να μεγαλώσουν σε ένα πιο όμορφο κλίμα, είδα ανθρώπους να μην χωρίζουν επειδή έχουν παιδιά, για να μην τα πληγώσουν, αν και ζούνε χωρισμένοι σαν ζευγάρι στην ίδια στέγη, είδα κι άλλους να προχωράνε τη ζωή τους σε νέες μεικτές οικογένειες, με παιδιά από προηγούμενους γάμους. Είδα ανθρώπους να μην προχωράνε τη ζωή τους…ενώ εκείνη προχωράει με ρυθμό εξήντα δευτερολέπτων το λεπτό…
Είδα ανθρώπους νέους, όμορφους, καλλιεργημένους, να μένουν μόνοι τους «από άποψη». Και να περνάει η νιότη τους, τα πιο δημιουργικά τους χρόνια σε εναλλαγή μεταξύ σπιτιού και δουλειάς μόνο. Όλα μπορούν να περιμένουν μέχρι τη στιγμή που κάποτε θα πείσεις τον εαυτό σου πως «είναι πολύ αργά πια». Άκουσα πολλές προσωπικές φιλοσοφικές θεωρίες να στήνονται για να «στηρίξουν» ελεύθερες ή μη ελεύθερες επιλογές νέων ανθρώπων. Μόνο που συνήθως η φιλοσοφική θεώρηση στήνεται εκ των υστέρων. Αντί να στηθεί εξαρχής ώστε σύμφωνα με αυτήν να πάρει ο καθένας τον δρόμο που του ταιριάζει, έρχεται ο δρόμος από μόνος του, σου φοριέται κοστούμι sur measure κι έπειτα στήνεις και τη φιλοσοφική θεώρηση της εξήγησης γιατί αυτό το κοστούμι είναι αυτό που πάντα ήθελες. Γιατί αν παραδεχτείς πως δεν το ήθελες φαίνεσαι λίγος. Στα μάτια όλων. Και τα δικά σου. Και μπορεί να μην το παραδέχεσαι, αλλά ακόμα λειτουργείς και για τα μάτια των άλλων. Λιγότερο για τα δικά σου. Αλλά δεν ξεφεύγεις από τα μάτια σου. Σε βλέπουν. Και σε μαρτυρούν. Και θα έρθουν μία μέρα να σε στήσουν στον τοίχο και να απαιτήσουν όλα αυτά που «δεν είδαν». Από το φόβο σου. Από δειλία. Και κρατάς μόνιμα πιασμένη τη θέση στην εξώστη, στον ασφαλή θρόνο σου, έξω από κάθε «περιβάλλον» και κοιτάς με το μονόγυαλο σφίγγοντας τα χείλη σου και μορφάζεις «τς, τς, τς!» και κρίνεις. Για να μην κοιτάξεις προς τα μέσα. Εκεί κάνει τζιζ.
Είδα ανθρώπους που έζησαν ολόκληρες ζωές για τα μάτια των γειτόνων, των γονιών, των φίλων. Είδα κι άλλους, που έζησαν τη ζωή που θεώρησαν πως τους ταιριάζει, ακόμα κι αν ρίσκαραν να πέσουν στα μάτια των γειτόνων, των γονιών, των φίλων. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η 2η κατηγορία συνάντησε τα περισσότερα προβλήματα από ανθρώπους της 1ης κατηγορίας. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Κάποιοι από χώμα και κάποιοι από λάσπη.
Όπως είδα ανθρώπους να φοβούνται να σχετιστούν με άνθρωπο, είδα κι άλλους, να φοβούνται να μείνουν έστω και μια στιγμή μόνοι με τον εαυτό τους. Και αναλώνονται. Ξοδεύουν τις σάρκες τους σε κομμάτια για να είναι σίγουροι πως μπορούν να θρέψουν το φιλοθεάμον κοινό που τόσο έχουν ανάγκη.
Ένας νέος μπόμπιρας άνθρωπος μεγαλώνει αυτή τη στιγμή και στα δικά μου χέρια. Και είτε μ’ αρέσει είτε όχι, κάθε μικρή μου κίνηση, βλέμμα, λόγος αποτυπώνεται με μελάνι ανεξίτηλο στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του και ίσως κάποτε με βάση αυτά τα δεδομένα η ζωή του θα κινηθεί με ελιγμούς κάπου ανάμεσα στις προαναφερθείσες κατηγορίες ανθρώπων.
Όπως και η δική μου. Όπως και η δική σας.

Last Christmas fairytale gone bad…

27 Νοεμβρίου 2013


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγοράκι, ο Ερωτόκριτος. Ζούσε με τους γονείς του σε μία μεγάλη πόλη, που την έλεγαν Αθηναϊδα (Αθηνα-είδα, ήλθα και απήλθα) , όπου όμως δεν είχαν κανέναν συγγενή… Δεν είχε ξαδερφάκια και θείους – θείες ούτε παππούδες – γιαγιάδες σε αυτήν την πόλη. Οι γονείς του είχαν μόνο τους φίλους τους, σαν πιο στενούς συγγενείς τους στην Αθηναϊδα.
Ο μπαμπάς του, πριν αρκετά χρόνια, είχε φύγει από την πόλη που μεγάλωσε, τη Νύμφη, για να πάει στην Αθηναϊδα, αποδεχόμενος μία επαγγελματική πρόταση αρχικά, που του άνοιγε νέους ορίζοντες στη ζωή του..
Η μαμά του, πριν λίγα χρόνια, είχε επίσης αφήσει τη Νύμφη για να πάει στην Αθηναίδα, κυνηγώντας το επαγγελματικό όνειρο της ζωής της…
Ο Ερωτόκριτος, τότε, δεν είχε ακόμα υποψιαστεί πως σε λίγο καιρό, αυτοί οι άνθρωποι θα συναντιόντουσαν και θα του άνοιγαν τον δρόμο για να σκάσει μύτη στον κόσμο μας, που τόσο λαχταρούσε…
Κι αφού έφερε η γη δυο-τρεις σβούρες γύρω από τον ήλιο, και πέρασαν καλοκαίρια και χειμώνες, οι δύο νέοι από τη Νύμφη, ζαλισμένοι από τις γυροβολιές της γης και λίγα ποτήρια κρασί και dvd, έσμιξαν κάπου στις παρυφές της Αθηναίδας και έκαναν κοινά όνειρα που σύντομα επικεντρώθηκαν γύρω από τον Ερωτόκριτο, που τόσο ήθελαν επιτέλους να γνωρίσουν από κοντά…
Κι αφού έφερε η γη άλλες δυο-τρεις σβούρες γύρω από τον ήλιο, παπάδες και κουμπάροι ανέλαβαν να ψεκάσουν όνειρα κι ελπίδες στα κεφαλάκια τους… και μέχρι να πεις κοντορεβιθούλης, ο Ερωτόκριτος, που είχε βαρεθεί πια να κρατάει την αναπνοή του και να κρύβεται τόσα χρόνια, έσκασε μύτη στο καθαρό οξυγόνο της Αθηναίδας σε μια κλινική της Μεσογείου, κάπου στη Μεσογείων…
Και η παρέα του σπιτιού μεγάλωσε… ο μπαμπάς, η μαμά, οι φίλοι και ο μικρός μας φιλοξενούμενος, ο Ερωτόκριτος, που έφερε τα μπαγκάζια του και άραξε στο τριάρι, με ύφος χιλίων καρδιναλίων και απαιτήσεις άλλων χιλίων, όχι καρδιναλίων.. ευρωπουλακίων…
Και κάπου εκεί, η γη σταμάτησε τα χασαποσέρβικα με τις γρήγορες στροφές, και το πήρε πιο χοροπηδητό το γύρισμά της..  
Ο Ερωτόκριτος γέμισε τη ζωή των νέων και ταυτόχρονα την άλλαξε.. Πολύ.. Χωρίς να το θέλει καθόλου ο ίδιος, σιγά σιγά, συνωμοτικά, ύπουλα θα έλεγε κανείς,  σχεδόν κάθε φορά που η γη σερνότανε γύρω από τον εαυτό της, οι γονείς του προτιμούσαν να σέρνονται γύρω από τη γη, για να πιάσουν την ουρά της..
Δεν πέρασε πολύς καιρός.. Ο Ερωτόκριτος, μόλις έμαθε να στηρίζεται στα δύο του πόδια και να κάνει δειλά βήματα, αναρωτιόταν για το βαθύτερο νόημα του ονόματός του… «έρωτας – κρίση», «έρωτας – ανταπόκριση», «έρωτας – άκριτος», «ερώτηση – κρίση» και πριν προλάβει να σχηματίσει μια καθαρή εικόνα στο μυαλό του, ετοιμάστηκε για ταξιδάκι στη χώρα των Παραμυθιών, στη χώρα της Γιαγιάς, γιατί στη Χώρα των γονιών του, ο καθένας πια έβγαζε το δικό του διαβατήριο, με καινούρια φωτογραφία, για να οριστικοποιήσει την κοινή απόφαση… «Συναινετικό».
Ήταν Παραμονές Χριστουγέννων. Στα εμπορικά κέντρα αντηχούσε το «χιόνια στο καμπαναριό», «συναινετικό», ο κόσμος περπατούσε στους δρόμους γεμάτος αγκαλιές με δώρα για τους αγαπημένους, «συναινετικό», οι δρόμοι ήταν παγωμένοι κι έβλεπες από τα παράθυρα των σπιτιών τα τζάκια να καίνε και γέλια να ακούγονται μέχρι έξω, «συναινετικό», κάλαντα, «συναινετικό», δώρα, «συναινετικό»…
 Ήταν Παραμονές των πιο αγαπησιάρικων γιορτών. Ήταν γιορτές, που οι γονείς του πέρασαν μακριά του. Ήταν γιορτές που ο Ερωτόκριτος πέρασε στη Χώρα της Γιαγιάς με βαθύτερο σκοπό, όχι απλά για να την επισκεφτεί.. Ήταν γιορτές, που οι γονείς του πέρασαν στην Αθηναίδα, πιο μόνοι από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν τους.. Τότε η Αθηναϊδα μεταμορφώθηκε σε κακιά μάγισσα..
            Και με βαριά, αργά, δειλά βήματα, η γη έφερε άλλη μία σβούρα γύρω από τον ήλιο, κι αυτή η σβούρα, ήταν σχεδόν σεισμική…
Η μακρινή εκείνη πόλη, η Νύμφη, έγινε πλέον προ-Νύμφη, για να γεννηθεί από μέσα της μια ωραία πεταλούδα σαν την ψυχούλα του Ερωτόκριτου που ανθίζει ξανά..
Και αυτή η πεταλουδίτσα, αυτή τη χρονιά, θα είναι η πρώτη της φορά που θα φτερουγίσει στα κλαδιά δύο διαφορετικών Χριστουγεννιάτικων δέντρων… με ένα μεγάλο χαμογελαστό αστέρι στην κορυφή τους, να δείχνει πάντα το δρόμο στην μικρή πεταλουδίτσα, πως όπου και να θελήσει να βρεθεί στη ζωή της, δύο μεγάλα φωτεινά αστέρια θα την υποδέχονται πάντα με μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά..
Κι έζησαν αυτοί καλά και ο Ερωτόκριτος φτερουγίζει ακόμα χαρούμενος… και δεν αναρωτιέται άλλο για το όνομά του, τώρα πια γνωρίζει… 

Εμείς κι ο κόσμος

25 Οκτωβρίου 2013


Οι άνθρωποι της γενιάς μου (μακάρι όλοι τα χρόνια μου να πάρετε, και πάλι μια χαρά κρατιέμαι, φτου σκόρδα να μην αβασκαθώ), οι άνθρωποι λοιπόν που έσκασαν μύτη στον κόσμο μας κάπου στα late ‘70s, με αυτόν τον τίτλο θυμούνται ένα σχολικό βιβλίο δημοτικού, με εξώφυλλο χρώματος …πράσινο –θα το ‘λεγε κανείς-  που μας μιλούσε περί ανέμων και υδάτων. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά.

Κι εγώ λοιπόν γι’ αυτό ακριβώς θα ήθελα να σας μιλήσω: περί ανέμων και υδάτων. Όχι κυριολεκτικά. Μεταφορικά.  

Εμείς (εγώ κι ο μικρός) κι ο κόσμος μας (γύρω μας κυρίως, αλλά και μέσα μας, ακόμα πιο κυρίως).

Ξεκινώντας από το διαζύγιο, δηλαδή από την έναρξη του κόσμου ή αλλιώς “The Big Bang”, ο κόσμος γύρω μας άλλαξε χρώματα, όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Φίλοι, συγγενείς, ταξιτζήδες, συνάδελφοι, εισπράκτορες, φουρνάρηδες, μπακάληδες, σπιτονοικοκυραίοι πρώην & νυν, παδικοσταθμιτζούδες, καθώς και ο παπάς και ο χωροφύλακας του χωριού κιτρινοκοκκινοπρασίνισαν και … και άλλος για Χίο τράβηξε άλλος για Μυτιλήνη κι έτεροι, λίγοι αλλά καλοί, μας αγάπησαν. Από την αρχή ξανά. Και ξανά. Και πιο πολύ.

Είναι απίστευτο το πόσο δυνατό είναι ένα διαζύγιο στο να ξεκαθαρίζει σχέσεις. Είσαι στο χείλος του γκρεμού και κρατιέσαι μόνο επειδή ένα μικρό χεράκι σε τραβάει από το μπουφάν, όπως στα καρτούν.. Και λίγα ακόμα χεράκια φίλων –αδερφών. Οι περισσότεροι όμως («φίλους» τους έλεγες) ας πούμε πως δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, είναι τουλάχιστον αμήχανοι. Είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Όπως απόλυτα δικαιολογημένο είναι και να μαζεύεσαι κι εσύ γύρω από αυτούς που ξέρουν πώς να αντιδράσουν. Είναι μία περίοδος που πρέπει να μιλήσεις χωρίς να κριθείς και να αγαπηθείς ξανά γι’ αυτό που είσαι. Γιατί για να πάρεις μία τέτοια απόφαση, είσαι σίγουρα κάτι… πολύ..  Και είναι ίσως απίστευτο αυτό που θα σου πω… Αναμένεις πως ένα διαζύγιο είναι βούτυρο στο ψωμί των απανταχού κουτσομπόληδων, κάποιων «γνωστών» και «φίλων» που ανέμεναν με ανυπομονησία να φτάσεις στο χείλος του γκρεμού για να δώσεις κάποιο νόημα στη ζωή τους.. Ε λοιπόν εμένα αυτό, μου φαίνεται απίστευτα παρηγορητικό.. Το ότι το νόημα στη ζωή κάποιων ανθρώπων είναι να παρακολουθούν τις ζωές κάποιων άλλων.. Και με το μονόγυαλο του καθηγητή της Βουγιουκλάκη και με ύφος… να κάνουν «τς,τς,τς…». Ναι λοιπόν, κοιτάξτε με, το πέρασα ΚΑΙ αυτό και δεν δείλιασα να το ζήσω κι αυτό όπως και άλλα, γιατί «θάρρος είναι να φοβάσαι και παρόλα αυτά να πηγαίνεις»…

Είμαι ευγνώμων που έζησα το διαζύγιο στη ζωή μου. Ανοίγει τα μάτια, ανοίγει ορίζοντες, βγάζει κρυμμένη δύναμη από βαθιά μέσα μας, Είμαι ευγνώμων γιατί είδα τον κόσμο μου με άλλα μάτια, κι επειδή με τόση ταλαιπωρία εξαντλούνται και τα όρια ανοχής, ξεκαθάρισαν και πολλές άλλες σχέσεις.. Αποχωρίζεσαι σύζυγο, αποχωρίζεσαι αναπόφευκτα κάποιους φίλους, αποχωρίζεσαι ανθρώπους από γύρω σου εξαιτίας διάφορων άλλων συνθηκών (πχ. Μετακομίσεις αμέσως μετά από διαζύγιο), οπότε ίσως αναγκαστικά και περιβάλλον εργασίας. Μπορεί και να αλλάζεις τελικά περισσότερο εσύ και έχεις καινούρια και διαφορετικά «θέλω» και μεταμορφώνεσαι σε κάτι άλλο, next level ίσως δηλαδή ωριμάζεις. Σου λένε πως  σκληραίνεις, αλλά.. μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει να αλλάζεις το πετσί σου, γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.  

Το ιδανικό μου φυσικά θα ήταν ένας γάμος για πάντα, μια οικογένεια σταθερή, με πολλή αγάπη. Εφόσον όμως δεν υπήρξε, το αναπόφευκτο διαζύγιο ήρθε να βγάλει πολλά πράγματα από μέσα μου. Κυρίως δύναμη. Γιατί με θεωρώ πολύ συναισθηματικό άνθρωπο και δεν τα πάω καλά με την έλλειψη των ανθρώπων. Αλλά καλύτερα να μην δοκιμάσεις τις συναισθηματικές αντοχές ενός συναισθηματικού ανθρώπου. Για συναισθηματικούς και μόνο λόγους. Θα συνταραχτείς!

Δεν πίστευα ποτέ στη ζωή μου πως θα περνούσα τέτοια μπόρα. Ο μικρός μου έδειξε τον δρόμο με το υπόστεγο, μου κράτησε και την ομπρέλα και μου δάνεισε το δικό του αδιάβροχο. Απίστευτο υλικό αυτό το αδιάβροχο του γιου μου. Κουκουλώνεσαι ολόκληρος, και μέσα του είσαι ικανός να ζήσεις μήνες και χρόνια ίσως ανέπαφος από την αντικειμενική αίσθηση της πραγματικότητας για να μην πνιγείς εντελώς μέσα σου..

Δεν πίστευα ποτέ στη ζωή μου πως θα έπαιρνα διαζύγιο. Η ύπαρξη του γιου μου, μου το επέβαλλε. Υπήρξαν νύχτες που νομίζω πως ερχόταν στον ύπνο μου να μου μιλήσει.. Μου το ψιθύρισε, μου το έγνεψε, μου το χαμογέλασε, μου το υπέδειξε. Μου έλεγε «θα τα καταφέρω… φύγε».  

Κι έφυγα. Έπρεπε τελικά να αδειάσω το σπίτι μου για να ξαναγεμίσω τον εσωτερικό μου κόσμο.  Γιατί ήθελα αέρα. Ήθελα να αναπνεύσω. Ήθελα να ξαναγίνω αυτός που είχα καταφέρει να γίνω πριν αρχίσω να «κάνω υπομονή».
Γιατί βαρέθηκα να ανήκω μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο…