Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

(Αν)Ασφαλές Καταφύγιο

24 Μαρτίου 2015


Αυτή τη στιγμή το ζευγάρι στον κάτω όροφο τσακώνεται. Εδώ και τρία τέταρτα για την ακρίβεια. Αλλά δεν μαλώνουν απλά. Ουρλιάζουν.

Ουρλιάζουν τόσο δυνατά, που όταν πήγα να βάλω τον γιο μου για ύπνο, φοβόταν μόνος του στο δωμάτιο.. σούφρωνε τα μάτια του και προσπαθούσε να καταλάβει τι είναι αυτό που ακούγεται και τί συμβαίνει…
Ουρλιάζουν τόσο δυνατά που απορώ πώς πραγματικά θα μπορούν να ξανα-αντικρίσουν ο ένας τον άλλον αύριο το πρωί. Ή να ξανακοιμηθούν μαζί. Ή να φάνε μαζί. Ή να μπουν στο ίδιο αυτοκίνητο. Ή να χαμογελάσουν με κάτι αστείο μαζί. 

Έχουν δύο παιδιά. Το αγόρι στην 1η Δημοτικού, το κορίτσι στα προνήπια.
Μέσα στον πανικό, μέσα στα «μαλακισμένη, σήκω φύγε από ‘δω, να μη σε βλέπω μπροστά μου» και στα «όοοοοοχι αγόρι μου, δεν στα ‘πανε καλά τα πράγματα» ακούγονται και τα κλάματα της μικρής τους κόρης. Την περισσότερη ώρα αυτά τα κλάματα δεν ακούγονται, καλύπτονται από τα ουρλιαχτά.. Κάποιες φορές όμως η μικρή τους ξεπερνάει και η φωνή της φτάνει διαπεραστική μέχρι το σαλόνι μου. Κλαίει πολύ δυνατά και πού και πού φωνάζει «μαμάαα». Ένα κλάμα βαθύ, πότε έντονο πότε απελπισμένα τρεμάμενο...

Μου πέρασε από το μυαλό να πάω να χτυπήσω το κουδούνι τους (που αμφιβάλλω αν θα το ακούγανε) και με πολύ ήρεμο και cool ύφος να πω «να ανέβει η μικρή στο σπίτι μου να παίξει με τον γιο μου? Και ο άλλος ο μεγάλος?». Δεν το έκανα. Ίσως γιατί απλά κώλωσα. Ίσως πάλι γιατί φοβάμαι πως θα άναβαν περισσότερο το αίματα και τελικά γιατί ουσιαστικά πιστεύω πως ποτέ δεν θα με άφηναν να πάρω τα παιδιά στο σπίτι μου, μέσα στην έντασή τους. Κανείς δεν πήγε. Κανείς δε χτύπησε το κουδούνι τους. Όλοι μας κρυμμένοι πίσω από κλειστές πόρτες, στη δική μας θερμοκοιτίδα, κάνουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Και καλά κάνουμε. "Δεν είναι σωστό να επέμβουμε, είναι ντροπή, κουτσομπολιό κτλ".... και ταυτόχρονα όλοι μας σκεφτόμαστε τουλάχιστον τα παιδιά και η καρδιά μας πονάει με αυτό το υπόκωφα εκκωφαντικό αλλά και εκκωφαντικά υπόκωφο κλάμα της μικρής. 

Θα υποθέσω με σχετική βεβαιότητα πως δεν υπήρξε κανενός είδους χειροδικία, παρά μόνο άγρια λεκτική φιλονικία. Θα υποθέσω επίσης με σχετική βεβαιότητα πως τα παιδιά πληγώθηκαν άσχημα και ένιωσαν να σκίζονται στα δύο. Πρέπει να υποστηρίξουν κάποιον? Να «αγκαλιάσουν» κάποιον? Να αρνηθούν τον άλλον? Κι αν ο ένας φύγει αυτή τη στιγμή από το σπίτι? Κι αν τα θέλει μαζί του? Να πάνε? Να μείνουν? Να κλάψουν? Να ουρλιάξουν? Να μετανιώσουν τη στιγμή που γεννήθηκαν? Να ωριμάσουν 20 χρόνια μέσα σε τρία τέταρτα? Νομίζω πως θα ήθελαν minimum να εμφανιστεί ένα μαγικό χέρι και να τους μεταφέρει κάπου αλλού, πχ στο σπίτι της γιαγιάς, για να μην το ζουν όλο αυτό να συμβαίνει…

Και κάπως έτσι ήρθε στο μυαλό μου η λέξη «καταφύγιο». Να βρουν ένα καταφύγιο αυτά τα παιδιά γι’ αυτή τη δύσκολη ώρα. Κι ο καθένας από τους δύο γονείς θα ήθελε μάλλον να βρίσκεται σε ένα ασφαλές καταφύγιο και όχι να πρέπει να το περάσει αυτό. 

Αλλά τελικά, τί είναι αυτό που λέμε «καταφύγιο»? Είναι πραγματικά κάποιος χώρος στον οποίο μπορείς να κρυφτείς από τον κόσμο κι από όσα άσχημα τον περιβάλλουν? Είναι κάποια τετραγωνικά μέτρα που βρίσκονται κάποια εκατοντάδες μέτρα ή χιλιόμετρα μακριά από το σημείο του πόνου? Μήπως «καταφύγιο» είναι ένας άνθρωπος, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται αυτός? Ανεξάρτητα από τον χώρο του, την απόσταση από σένα, το στίγμα του στο gps? Μήπως «καταφύγιο» μπορεί να είναι κάποιες φορές μια οποιαδήποτε αγκαλιά? Ακόμα και μία αγκαλιά χωρίς «πρόσωπο», κάποιου αγνώστου, κάποιου που απλά θα στην προσφέρει ορθάνοιχτη, χωρίς να ρωτήσει ποτέ πώς και γιατί τη χρειάστηκες.. και να κουρνιάσεις εκεί για όσο…

Και σε μία τέτοια περίπτωση, πόσο εύκολα μπερδεύονται οι λέξεις κι αλλάζουν νόημα? Το σπίτι αυτό δεν ήταν μέχρι πριν από τρία τέταρτα της ώρας, ένα ασφαλές καταφύγιο για όλα τα μέλη της οικογένειας? Αρκούν τρία τέταρτα για να στιγματίσουν ως «ανασφαλές» πια? Ως κάτι από το οποίο θα έπρεπε να τρέξεις μακριά? Άρα, αν το «καταφύγιο» είναι ένας χώρος, τότε μάλλον είναι πιθανό να αποχαρακτηριστεί πολύ σύντομα ως τέτοιο.. Μήπως όμως και οι σύζυγοι δεν θεωρούν ο ένας τον άλλον το καταφύγιό του? Δηλαδή και σε αυτήν την περίπτωση αρκούν τρία τέταρτα της ώρας για να εκπέσουν του θρόνου τους? Ακόμα κι αν «καταφύγιο» τελικά είναι μόνο ο εαυτός σου, στον οποίο μέσα θα προσπαθήσεις να κλειστείς, να ψαχτείς, να ηρεμήσεις και αργότερα να σωθείς, τα παιδιά δεν τον έχουν ήδη οργανωμένο. Το οικοδόμημά της προσωπικότητάς τους τώρα χτίζεται. Και ίσως με κάτι τέτοιες εμπειρίες αντί για τσιμέντο και τούβλα χρησιμοποιούν χώμα και λάσπη για να προσπαθήσουν να συνεχίσουν το χτίσιμο.. Οπότε το οικοδόμημα που ετοιμάζουν θα είναι ετοιμόρροπο. Πρέπει να βρουν στοιχεία τέτοια που θα μπορέσουν να το μετατρέψουν σε ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι όμως μικρά για να βγούνε σε μία τόσο απαιτητική δουλειά?


Ταρακουνήθηκα λίγο σήμερα με όλο αυτό. Στενοχωρέθηκα. Πιέστηκα. Και κοίταξα καλά τον καθρέφτη μου και τον ρώτησα «εσύ, τι θεωρείς καταφύγιό σου? Και πολύ περισσότερο από σένα… τί άραγε είναι ένα καταφύγιο για το γιο σου?» 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Ένα παιδί

3 Μαρτίου 2015


Ένα παιδί ξυπνάει και χουζουρεύει.
Ένα παιδί σε αποζητά με το βλέμμα.
Παράλληλα μεγαλώνει…
Ένα παιδί περιμένει το χαμόγελό σου για να φωτιστεί ο κόσμος του.
Ένα παιδί, μικρό παιδί, παλεύει να φτιάξει τη μέρα του με όση παρουσία κερδίσει από σένα και όση απουσία μπορεί να διαχειριστεί.
Παράλληλα μεγαλώνει…
Ένα παιδί, μία ψυχούλα ανθρώπινη, έχει απορίες και προσπαθεί να τις εκφράσει με λόγια ή χωρίς αυτά.
Ένα παιδί, μπόμπιρας δραστήριος, φτιάχνει με τη φαντασία του ιστορίες και παραμύθια και σου δίνει ρόλους.
Παράλληλα μεγαλώνει…
Ένα παιδί, πιτσιρίκος, προσπαθεί να διεκδικήσει χώρο και χρόνο για να αναπτυχθεί, μέσα από σένα, γύρω από σένα, κοντά σε σένα.
Ένα παιδί, ένας νέος ταξιδιώτης σε αυτό το ταξίδι της ζωής, προσπαθεί να βρει τα χνάρια σου για να πατήσει πάνω τους και κάπως έτσι να χαράξει ένα δρόμο.
Ένα παιδί ελίσσεται αναγκαστικά στην καθημερινότητα για να μπορεί να εξελίσσεται.
Παράλληλα μεγαλώνει…
Ένα παιδί ζει δημιουργώντας μνήμες.
Ένα παιδί ελπίζει.
Ένα παιδί ονειρεύεται.
Ένα παιδί χτυπάει στο παιχνίδι και κλαίει και φωνάζει… τον πιο κοντινό του άνθρωπο.
Ένα παιδί, που ήταν μόλις πρόσφατα βρέφος, γκρινιάζει ακόμα. Συχνά.
Ένα παιδί χορεύει γύρω από το χρόνο και τον ζαλίζει.
Ένα παιδί μεγαλώνει.
Μακριά σου ή κοντά σου, δίπλα σου ή αλλού, με τις δικές σου αισθήσεις παρούσες ή όχι, ένα παιδί μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Δεν μπορεί να σταματήσει και να περιμένει πότε θα «βολέψει». Μεγαλώνει. Ωριμάζει. Σκέφτεται. Συμπεραίνει. Βλέπει. Αισθάνεται. Υπάρχει. Είναι εκεί.
Γύρνα λίγο το κεφάλι σου, κοίτα και αναρωτήσου…

Μήπως είναι το δικό σου παιδί?

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Η Αγία Ελληνική Οικογένεια

9 Ιουνίου 2014  


 Κάπου διάβασα πως «ο προορισμός μου σαν γονιός είναι να προσπαθήσω να διορθώσω στο παιδί μου τα λάθη που έκαναν οι δικοί μου γονείς στα δικά τους παιδιά». Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει κάτι πιο όμορφο που να οδηγεί στην πραγματική ανάπτυξη των ανθρώπινων γενεών. Αλλά πόσο είμαστε πραγματικά σε θέση να δούμε με αντικειμενικό μάτι τη λειτουργία των γονιών μας απέναντί μας και πόσο περισσότερο τη δική μας λειτουργία ως γονείς?
Μάλλον δεν θα πω πράγματα εύκολα κι ευχάριστα. Ούτε και για μένα δεν είναι εύκολα κι ευχάριστα. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τις οθόνες τους, ακολουθούν ίσως σκληρές αλήθειες…
Η οικογένεια. Η Αγία Ελληνική Οικογένεια. Η δεμένη ελληνική οικογένεια. Τόσο δεμένη που πολλές φορές καταντάει κόμπος στο λαιμό των παιδιών της. Που θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι όλοι μας αγαπάμε τα παιδιά μας. Και ότι κάνουμε το κάνουμε για το «καλό» τους. Για να τα προστατεύσουμε, να τα θωρακίσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε. Και θεωρούμε δεδομένο πως εμείς γνωρίζουμε το καλό τους καλύτερα από αυτά. Και ίσως αυτό να ισχύει μερικώς μέχρι κάποια ηλικία. Αλλά αυτή η ηλικία έχει σαφέστατα limit up. Από το limit up και πέρα, θα πρέπει εμείς ως γονείς να αισθανόμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια από εμάς ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τις δικές τους επιλογές με ασφάλεια για την υγεία και την ακεραιότητά τους. Οποιεσδήποτε άλλες επιλογές, είτε μας αρέσουν είτε δε μας αρέσουν, απλά τις δεχόμαστε με αγάπη. Γιατί είναι οι δικές τους επιλογές, είναι οι αποφάσεις των νέων ανθρώπων που αγαπάμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας προβληματίζει η επαγγελματική τους εξέλιξη ή η επιλογή συντρόφου ή ίσως ακόμα και ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, η επιλογή τους να μείνουν μόνοι στη ζωή χωρίς ταίρι ή το αντίθετο ή μία πιθανή μετανάστευση, ο ρόλος μας ως γονείς – μέντορες έχει πια τελειώσει προ πολλού. Ο κάθε άνθρωπος πια, ας είναι ελεύθερος να γευτεί τους καρπούς των δικών του προσπαθειών ή τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε κάποιες επιλογές, τους στερούμε πολλά περισσότερα από όσα ίσως «δύσκολα» προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε. Και το χειρότερο από όλα είναι, πως οι γονείς είναι φτιαγμένοι από τέτοια υλικά, ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της παρεμβατικότητάς τους στα θέματα άλλων ανθρώπων, γιατί και τα παιδιά μας είναι πια άλλοι, διαφορετικοί, μοναδικοί άνθρωποι.
Και όσοι έχουμε ακόμα πολύ μικρά παιδιά, ας μη βιαστούμε να χαρούμε. Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως εμάς, γιατί από εμάς ξεκινάει το πρόβλημα. Και για την αποφυγή παρεξηγήσεων τον εαυτό μου τον βάζω πρώτο και «καλύτερο» στη λίστα… Πόσες φορές μέσα στην καθημερινότητα δεν αποδεικνύουμε στα μικρά ανθρωπάκια πως στην ουσία δεν τους εμπιστευόμαστε το παραμικρό? Πόσες φορές δεν έχουμε αναίτιους φόβους και υπερπροστατευτισμό και τρέχουμε να τα «σώσουμε» να μην πατήσουν στις λάσπες, να τους κρατήσουμε το κουταλάκι για να μην λερωθούν, να τους βάλουμε τα παπούτσια για να μην τα βάλουν ανάποδα, να τους κρατάμε το ποτήρι το νερό όταν πίνουν για να μην το χύσουν επάνω τους και πόσα άλλα…
Νομίζω πως ίσως κάνουμε λάθη που δεν τα καταλαβαίνουμε. Νομίζω πως υποτιμάμε τις δυνατότητές τους. Νομίζω πως τους περνάμε ένα μήνυμα πως θα υπάρχει πάντα κάποιος να τα σώσει και από την παραμικρή αναποδιά. Και τα υποδουλώνουμε. Τους δένουμε τα χέρια. Να μην μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εμάς, Να μας έχουν πάντα ανάγκη. Γιατί ο μπαμπάς και η μαμά σε αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, που εσύ δεν το ξέρεις, και αν δεν τους ακούσεις πολλά άσχημα πράγματα θα σου συμβούν. Όπως για παράδειγμα θα λερωθείς με σάλτσα ντομάτα από τα μακαρόνια τα μπολονιέζ. Και για μία φορά που δεν σου κράτησαν το κουταλάκι λερώθηκες με τη σάλτσα. Και έκλαιγες. Γιατί φοβήθηκες. Φοβήθηκες πως θα σε μαλώσουν ή ντράπηκες για τον εαυτό σου για το πόσο λίγος είσαι ώστε να μην μπορείς να κρατήσεις σωστά το κουταλάκι που σου το δείχνουν συνέχεια.. Και αργότερα θα λερωθείς από σάλτσα χυλόπιτας από υποψήφια γκόμενα και πάλι θα κλαις. Γιατί έκανες λάθος. Κάτι δεν έμαθες σωστά. Και μετά πάλι θα λερωθείς από σάλτσα απόλυσης από έναν εργοδότη και πάλι θα κλαις. Γιατί ήσουν λίγος. Και μετά θα φοβηθείς να ξαναπροσπαθήσεις. Παντού χάλια τα κάνεις μόνος σου. Σου λείπει ένα χέρι να σου κρατάει το κουταλάκι.
Δεν φταίνε τα παιδιά μας. Όχι. Εμείς φταίμε. Κι εγώ περισσότερο από όλους εσάς μαζί. Γιατί είμαι ο χειρότερος. Και τα γράφω για να τα διαβάζω και να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα. Πόσοι από εσάς δεν «φοβηθήκατε» όταν είδατε ότι το παιδί σας είχε κάποια κλίση σε ένα μουσικό όργανο ή στη ζωγραφική ή στη γλυπτική – αγγειοπλαστική ή στο θέατρο ή στο τραγούδι ή στο ποδόσφαιρο και σας ανακοίνωσε πως θα ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό? Μιλάω για τις περιπτώσεις που το παιδί όντως έχει δείξει ταλέντο σε αυτό και σας το επιβεβαιώνουν και οι καθηγητές του. Πόσοι δεν τρέξατε να το προστατεύσετε από «λάθος» πιθανές επαγγελματικές επιλογές, που δεν θα το βγάλουν πουθενά οικονομικά, δεν θα του προσφέρουν μία ζωή όπως θα ήθελε αυτό να τη ζήσει? Ναι, γιατί εμείς οι γονείς ξέρουμε πολύ καλύτερα τι ζωή θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας. Έχουμε την εμπειρία της ζωής. Και τα λάθη μας ήταν το σχολείο μας, όπου διδαχτήκαμε τρόπους να μεταφέρουμε τα ίδια λάθη και σε μικρότερους μαθητές.
Εμείς μπορεί να έχουμε την εμπειρία της ζωής, τα παιδιά μας όμως έχουν την ψυχή τους, Και παρατηρώ στον εαυτό μου και γύρω μου, πως κινούμαστε έντονα προς την κατεύθυνση να κλείσουμε το δρόμο στην ψυχή των παιδιών μας, βάζοντας φοβιστικές πινακίδες STOP και απαγορεύεται η στροφή δεξιά (καλά, αυτή, ίσως καλά κάνει και απαγορεύεται!!) για να τα οδηγήσουμε στον απόλυτο κομφορμισμό, να ξεριζώσουμε οτιδήποτε μαγικό και διαφορετικό κρύβει η παιδική τους ψυχή και να εγκαταστήσουμε ήθη, έθιμα, συνήθειες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς ενός κοινωνικού συνόλου που η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν τα πήγε και περίφημα.
Έχω την εντύπωση ότι τα παιδιά γεννιούνται εγγενώς ευτυχισμένα. Έρχονται να μας συναντήσουν κουβαλώντας ωραίες εικόνες και ορμή ψυχής από μία άλλη, αγνή διάσταση την οποία εμείς έχουμε ξεγράψει προ πολλού. Η όψη στο πρόσωπό τους αλλάζει όσο έρχονται σε επαφή με τα δικά μας πρόσωπα, με τα δικά μας στυγνά ανθρώπινα μέτρα και κουτάκια. Κι όσο μεγαλώνουν τόσο ξεχνάνε την ψυχή τους. Όχι επειδή δεν έχουν καλή μνήμη, αλλά επειδή τα «εξημερώνουμε». Από την ελεύθερη άγρια φύση της ψυχής τους όπου έτρεχαν όλο χαρά στα λιβάδια και τα δάση, τα κλείνουμε στο κλουβί του ζωολογικού κήπου της comme il faut καθημερινότητάς μας. Φυσικά και πρέπει να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε μία κοινωνία, ίσοι απέναντι σε ίσους αλλά δεν είναι ανάγκη να τρίψουμε με γυαλόχαρτο όλες τις πλευρές της ψυχής τους που έχουν εξογκωματάκια και δεν κουμπώνουν καλά στο κουτάκι μας…
Θα ήθελα πολύ να έχω τη δύναμη να εξαφανιστώ από τη ζωή του γιου μου όταν θεωρήσει πως το πλήρωμα του χρόνου έφτασε. Όταν αισθανθεί ότι πατάει καλά στα πόδια του, ίσως αμέσως μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές, εγώ θα πρέπει να μην είμαι πια καθόλου κομμάτι της καθημερινότητάς του. Ούτε της τηλεφωνικής καθημερινότητας. Να μην γνωρίζω πια τις επιλογές του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Να μου λέει όσα θέλει, άμα θέλει και όταν θέλει. Να είμαι πάντα εκεί να τον στηρίζω όταν μου το ζητήσει. Ο ρόλος μου, θα ήθελα να περιοριστεί στον ρόλο του από μηχανής Θεού, όταν επικαλεστεί τη βοήθειά μου και μόνο. Κατά τα άλλα, ένας ολόκληρος κόσμος ανοίγεται μπροστά του να τον γευτεί με όλες τις αισθήσεις του και χωρίς τη δική μου ματιά. Δεν πρέπει η ματιά μου να είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορέσω να το κάνω. Αλλά καταγράφω τη σκέψη μου για να την ξαναδιαβάσω όταν έρθει εκείνη η ώρα, που ελπίζω να αργήσει (για να τα λέμε όλα!), αλλά υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: Η Αγία Ελληνική Οικογένεια έχει αυστηρό τελετουργικό το οποίο δεν μου πάει με τον χαρακτήρα που έχω και θεωρώ πως μέσα στην αγιότητά της έχει κατασπαράξει σαν θηράματα ελεύθερες και αγνές ψυχές.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Μία μέρα του Θεού

18 Μαρτίου 2014


Κάποιες μέρες τις έστειλε ο Θεός για λάθος λόγο… Δεν τις έστειλε για να μπορέσουμε να τις θαυμάσουμε. Δεν τις έστειλε για να μπορέσουμε να τις χαρούμε. Τις γέμισε με θυμό, πίκρα, στενοχώριες, νεύρα, αναίτιες ενοχές, ζέστη έξω και κρύο «μέσα». Τις στόλισε και με σουρεαλισμό. Του αρέσει πολύ ο σουρεαλισμός του Θεούλη μας. Σε ό,τι κι αν έκανε, το πασπάλισε με χρυσόσκονη σουρεαλισμού. Πάλι καλά θα μου πεις.. Θα μπορούσε να τις είχε πασπαλίσει με πίσσα και πούπουλα. Κι άντε μετά να το στρώσεις.. Θα μου πεις και πάλι δεν φαίνεται να στρώνει από πουθενά.. Να πιάσεις τον σουρεαλισμό από το –ισμός και να τον σκίσεις μέχρι το σουρε.. Αλλά προνόησε ο Ύψιστος… Δεν μας τον έστειλε με τα κανονικά του τα ρούχα, ούτε με το κανονικό το πρόσωπο… Τον έκανε τον σουρεαλισμό ένα μικρό νάνο μυρμηγκάκι και τον έκρυψε σε κάθε χαραμάδα της μέρας… Πίσω από κάθε λεπτό (καλά, υπερβάλλω).. αλλά πίσω από κάθε ώρα της ημέρας, μέσα σε κάθε χαραμάδα ώρας, έκρυψε κάποια μυρμηγκάκια σουρεαλισμού.. Δεν είναι λοιπόν εμφανής, να το ξέρεις, να γελάσεις, να το αντιμετωπίσεις ανάλογα… Κρύφτηκε μέσα στα πρόσωπα των ανθρώπων που καθημερινά συναναστρέφεσαι…
Και αργά το απόγευμα, παίζεις με τον σχεδόν τρίχρονο πια γιο σου, και σου φαίνονται όλα τόσο μα τόσο λογικά… ακόμα και το σπαθί που θέλει να το βάλει μέσα από τη μπλούζα του για να γίνει χελωνονιντζάκι και να φορέσει την τσάντα του στον ώμο για να εκτοξευτεί στον ουρανό σαν αστροναύτης και να πάρει το φεγγάρι και να του φέρει δυο σβούρες και να του ζητήσει για χαρτζιλίκι δυο αστέρια να τα κρύψει στην τσέπη του και να τα φέρει το βράδυ στο κρεβάτι του επειδή φοβάται τα φαντάσματα, και να σου χαρίσει κι εσένα ένα «γιατί κι εσύ μπαμπά είσαι καλός», σου φαίνεται η πιο λογική πρόταση που έχεις σήμερα όλη την ημέρα…
Κρίμα που ο γιος μου έχασε την τρέλα του, έχασε αυτό το παιδικό, το ασυνάρτητο της σκέψης του, κι αρχίζει όλα και τα βάζει σε μια σειρά.. Κρίμα… πώς μπορώ να του μιλήσω άραγε για τον κόσμο που θα μεγαλώσει? Πώς να του μιλήσω για την καθημερινότητα στην Ελλάδα του 2014, της κρίσης, των χαμένων συνειρμών και ζαλισμένων συνειδήσεων?  

Κράμερ εναντίον Κράμερ junior

16 Μαρτίου 2014


Το βράδυ περιμένεις να κοιμηθεί ο μικρός για να μπορέσεις να χαλαρώσεις λίγο στον υπολογιστή, να φαντασιωθείς ταξίδια σε μέρη που ταξιδεύει η μνήμη σου καθημερινά, να φας πατατάκια κυματιστά και με κιτρινισμένα δάχτυλα να ψάχνεις να βρεις την Ιθάκη σου κάπου ανάμεσα στα πλήκτρα του keyboard, να αφήνεις ίχνη παντού στο δρόμο προς την ηλεκτρονική Ιθάκη, τέτοια ώστε αρκεί να αναποδογυρίσεις το πληκτρολόγιο και να το χτυπήσεις 1-2 φορές στο γραφείο ώστε όλα τα χνάρια του ταξιδιού με βάρκα τα chips, να γεμίσουν τον κόσμο σου με μικρά αλατισμένα κομματάκια… Το καλύτερο blanco της μνήμης και των ταξιδιών σου είναι ο ήχος από το μικρό ηλεκτρικό σκουπάκι Βlack & Decker που απλώνει όλο το black του σε όσα decks είχες ονειρευτεί… απόψε στα καταστρώματα είσαι μόνος….
Και κοιμάσαι κατά τις δύο, αν όλα έχουν πάει καλά και ο μικρός δεν έχει εμφανίσει νυχτερινό τρόμο, και δεν βήχει, και δεν βλέπει όνειρα και δεν παραμιλάει…
            6μιση η ώρα το πρωί ο μικρός Κράμερ σκαρφαλώνει πάνω σου για να σε ξυπνήσει, σου τραβάει τα βλέφαρα… Λογικό, αν έτσι ανοίξουν τα μάτια, πάει να πει πως ξύπνησες. Πιάνει. Δοκιμάστε το. Ξυπνάς στα αλήθεια.
            Σηκώνεσαι παραπατώντας και σε ακολουθεί η ουρά σου, ο μικρός Κράμερ, διαλαλώντας την πραμάτεια του, τα πράγματα τα οποία σας συντρόφευσαν στον ύπνο σας και βρήκαν τη θέση που τους αρμόζει στο κρεβάτι δίπλα σας… Μετά θέλει πρωινό. Θέλει ομελέτα. Τον ρωτάς αν θέλει γάλα. Όχι, θέλει ομελέτα. Τον ρωτάς αν θέλει δημητριακά. Όχι, θέλει ομελέτα. Και κάνεις ομελέτα στις 6 και 45 το πρωί. Και μόλις είναι έτοιμη, ο μικρός κλαίει. Γιατί δεν θέλει ομελέτα. Θέλει γάλα. Και του ζεσταίνεις γάλα ενώ τρως την ομελέτα του. Και μόλις γίνεται το γάλα ο μικρός κλαίει. Γιατί δεν θέλει γάλα. Θέλει χυμό και τοστάκι. Και ετοιμάζεις το τοστάκι ενώ πίνεις το γάλα του. Από τις 7 παρά έχεις σκάσει στο φαγητό, εσύ που δεν πεινούσες. Ταράτσα την έκανες πρωί πρωί. Έτοιμο το τοστάκι. Και ο χυμός. Και κάθεστε μαζί στο τραπέζι. Εκείνος τρώει. Εσύ φυσικά δεν πεινάς πια. Κάνεις όμως έναν καφέ, έτσι για την παρέα. Και ανοίγεις και τον υπολογιστή σου δίπλα. Ο μικρός παίζει με το αεροπλανάκι του πάνω από το πιάτο και το ποτήρι του. Και το αεροπλανάκι κάνει ανώμαλη προσγείωση. Πρώτα στο ποτήρι και μετά στο πιάτο. Και καταλήγει στον υπολογιστή σου. Και στον καφέ σου. Εντάξει, λίγο στον καφέ σου. Ο μικρός κλαίει, γιατί στεναχωρέθηκε που το τοστάκι έγινε χάλια, που ο χυμός χύθηκε, και πεινάει θέλει να φάει αλλά δεν θέλει αυτό το τοστάκι. Τον βάζεις να παίξει στο δωμάτιό του. Τρως το παπαριασμένο τοστάκι. Τον χυμό δεν μπορείς να τον πιεις. Τον ήπιε το τοστάκι. Και ο υπολογιστής. Που θυμάται ακόμα τα χθεσινοβραδινά κυματιστά τσιπς με γεύση μπαρμπεκιου και πολύ τον χρειαζότανε έναν χυμό φρούτα του δάσους να του φύγει η καούρα. Του υπολογιστή. Και σε έπιασε εσένα. Καούρα. Βαρυστομαχιά. Ο μικρός γκρινιάζει. Πεινάει. Τηλεφωνείς στη διανυκτερεύουσα χασαποταβέρνα «τα 5 αδέρφια» και του παραγγέλνεις κοκορέτσι και σπληνάντερο. Τηλεφωνείς σε ένα συνεργείο καθαρισμού να έρθει στο σπίτι να ξεκολλήσει το τραπεζομάντηλο από το τραπέζι γιατί ο χυμός μάλλον ήταν από logo στιγμής κι όχι από φρούτα του δάσους. Τηλεφωνείς στη Νταντά Αμέσου Δράσεως. Τηλεφωνείς και στη δουλειά να πεις ότι θα καθυστερήσεις. Χαζός είσαι να χάσεις το κοκορέτσι τώρα που θα έρθει ζεστό ζεστό? Η ώρα πήγε 8 το πρωί. Μεσημέριασε. Ας ετοιμαστούμε για τον παιδικό…

Σημείωση: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Άλλωστε δεν υπάρχει χασαποταβέρνα «τα 5 αδέρφια» στη γειτονιά μου. «7 αδέρφια» λέγεται. 

Είδα κι άκουσα γύρω μου

1 Μαρτίου 2014


Σήμερα έκανα ένα συνολικό flashback στο πώς περίπου είδα τον κόσμο να κινείται γύρω μας κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, περίπου δηλαδή κατά τη διάρκεια της γενιάς μας…
Ανησύχησα λίγο και ήθελα να σας εκθέσω τον προβληματισμό μου… Να με βοηθήσετε ίσως να καταλάβω αν φταίει ο δικός μου ευρύτερος κύκλος ή αν φταίει η «σύγχρονη μεταβιομηχανική κοινωνία μας όπου το άγχος κυρίως και άλλες συνοδεύουσες απειλές γίνονται ένα σαράκι που μας τρώει σιγά σιγά ανελέητα μέχρι να μας αδειάσει τελείως», όπως αξέχαστα είχα γράψει στην Έκθεση στις Πανελλήνιες Εξετάσεις το 1995, δηλαδή τότε που η Νεκρά Θάλασσα ήταν ακόμα άρρωστη…
  Είδα γύρω μου ανθρώπους να σπουδάζουν αυτό που λείπει από την αγορά, όχι αυτό που ενδόμυχα αγαπάνε. Άρθρα και επιστημονικές έρευνες και πλείστες όσες άλλες αναλύσεις για «Επαγγέλματα που υπόσχονται μία σίγουρη δουλειά», «Τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση στην Ελλάδα», «γίνε ο manager του μέλλοντός σου» έκαψαν τους εγκεφάλους πολλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν. Μετατόπισαν το όνειρο από τη θέση που του αρμόζει δηλαδή δίπλα σε μία ζωή εσωτερικής ευτυχίας και το έβαλαν μέσα σε δαιδαλώδη σπίτια βορείων προαστίων, με θέα στην πόλη από ψηλά, με πισίνες και πράσινα βατραχάκια και χελώνες στην είσοδο για την θετική ροή του τσι. Και…; Και … τσου! Πέρασαν τα χρόνια και στριμώχτηκαν τα όνειρα σε μουχλιασμένες γκαρσονιέρες στην Κυψέλη με θέα στον ακάλυπτο, με αγκαλιά την ανεργία και ποντικοπαγίδες για το τσι .. για ποιο λόγο; Για ένα πουκάμισο αδειανό, κι ας είναι κι Armani. Για μιαν Ελένη, μάνα - αδερφή  - φίλη – συνείδηση, που σε έπεισε πως τα όνειρα δίνονται δωρεάν, ύστερα όμως κοστίζουν πολλά. Και τα άφησες τα όνειρα και πήγες για τα «σίγουρα». Και δεν ξέρεις προς τα πού να βγάλεις την κραυγή που μέσα σου βράζει, για να μη σε περάσουν για τρελό. Κι όσο την κρατάς μέσα σου, τόσο τρελαίνεσαι.  
Είδα γύρω μου ανθρώπους να παντρεύονται πομπωδώς και υπερφίαλα και μέσα τους να νοιώθουν λίγη χαρά… Είδα ανθρώπους να παίρνουν διαζύγια και να νοιώθουν πολύ μεγαλύτερη χαρά από τότε που παντρεύτηκαν. Άκουσα θλιμμένους ανθρώπους και απελπισμένους μετά από ένα θετικό τεστ εγκυμοσύνης. Είδα τους ίδιους να αισθάνονται ανακούφιση μετά από μία έκτρωση.
Είδα γύρω μου ανθρώπους να κάνουν παιδιά επειδή έτυχε, επειδή «πέρασαν τα χρόνια», επειδή «αρραβώνας – γάμος – παιδί, έτσι το ‘χουμε εμείς εδώ». Είδα ανθρώπους να παντρεύονται με τον «όρο» να μην κάνουν ποτέ παιδιά. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο σχετικό θέμα υγείας, αλλά από άποψη. Είδα επίσης άλλους να κάνουν παιδιά και «από άποψη» να μην παντρεύονται. Είδα κι άλλους που το πλάνο ζωής περιείχε κυρίως παιδιά και μετά σύντροφο. Είδα και τα παιδιά των ανωτέρω κατηγοριών. Το καθένα του έχει αυτή τη λάμψη στα μάτια, αυτή που προβάλλει σαν οθόνη θερινού σινεμά την παράσταση του έργου από το οποίο προέκυψε… Πολύ μικρά τα κενά για διαφημίσεις και ποπ κορν. Καταιγιστικές, εξομολογητικές ματιές.
Είδα ανθρώπους να χωρίζουν επειδή δεν έχουν παιδιά, είδα κι άλλους να χωρίζουν επειδή έχουν παιδιά, για το καλό των παιδιών, για να μεγαλώσουν σε ένα πιο όμορφο κλίμα, είδα ανθρώπους να μην χωρίζουν επειδή έχουν παιδιά, για να μην τα πληγώσουν, αν και ζούνε χωρισμένοι σαν ζευγάρι στην ίδια στέγη, είδα κι άλλους να προχωράνε τη ζωή τους σε νέες μεικτές οικογένειες, με παιδιά από προηγούμενους γάμους. Είδα ανθρώπους να μην προχωράνε τη ζωή τους…ενώ εκείνη προχωράει με ρυθμό εξήντα δευτερολέπτων το λεπτό…
Είδα ανθρώπους νέους, όμορφους, καλλιεργημένους, να μένουν μόνοι τους «από άποψη». Και να περνάει η νιότη τους, τα πιο δημιουργικά τους χρόνια σε εναλλαγή μεταξύ σπιτιού και δουλειάς μόνο. Όλα μπορούν να περιμένουν μέχρι τη στιγμή που κάποτε θα πείσεις τον εαυτό σου πως «είναι πολύ αργά πια». Άκουσα πολλές προσωπικές φιλοσοφικές θεωρίες να στήνονται για να «στηρίξουν» ελεύθερες ή μη ελεύθερες επιλογές νέων ανθρώπων. Μόνο που συνήθως η φιλοσοφική θεώρηση στήνεται εκ των υστέρων. Αντί να στηθεί εξαρχής ώστε σύμφωνα με αυτήν να πάρει ο καθένας τον δρόμο που του ταιριάζει, έρχεται ο δρόμος από μόνος του, σου φοριέται κοστούμι sur measure κι έπειτα στήνεις και τη φιλοσοφική θεώρηση της εξήγησης γιατί αυτό το κοστούμι είναι αυτό που πάντα ήθελες. Γιατί αν παραδεχτείς πως δεν το ήθελες φαίνεσαι λίγος. Στα μάτια όλων. Και τα δικά σου. Και μπορεί να μην το παραδέχεσαι, αλλά ακόμα λειτουργείς και για τα μάτια των άλλων. Λιγότερο για τα δικά σου. Αλλά δεν ξεφεύγεις από τα μάτια σου. Σε βλέπουν. Και σε μαρτυρούν. Και θα έρθουν μία μέρα να σε στήσουν στον τοίχο και να απαιτήσουν όλα αυτά που «δεν είδαν». Από το φόβο σου. Από δειλία. Και κρατάς μόνιμα πιασμένη τη θέση στην εξώστη, στον ασφαλή θρόνο σου, έξω από κάθε «περιβάλλον» και κοιτάς με το μονόγυαλο σφίγγοντας τα χείλη σου και μορφάζεις «τς, τς, τς!» και κρίνεις. Για να μην κοιτάξεις προς τα μέσα. Εκεί κάνει τζιζ.
Είδα ανθρώπους που έζησαν ολόκληρες ζωές για τα μάτια των γειτόνων, των γονιών, των φίλων. Είδα κι άλλους, που έζησαν τη ζωή που θεώρησαν πως τους ταιριάζει, ακόμα κι αν ρίσκαραν να πέσουν στα μάτια των γειτόνων, των γονιών, των φίλων. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η 2η κατηγορία συνάντησε τα περισσότερα προβλήματα από ανθρώπους της 1ης κατηγορίας. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Κάποιοι από χώμα και κάποιοι από λάσπη.
Όπως είδα ανθρώπους να φοβούνται να σχετιστούν με άνθρωπο, είδα κι άλλους, να φοβούνται να μείνουν έστω και μια στιγμή μόνοι με τον εαυτό τους. Και αναλώνονται. Ξοδεύουν τις σάρκες τους σε κομμάτια για να είναι σίγουροι πως μπορούν να θρέψουν το φιλοθεάμον κοινό που τόσο έχουν ανάγκη.
Ένας νέος μπόμπιρας άνθρωπος μεγαλώνει αυτή τη στιγμή και στα δικά μου χέρια. Και είτε μ’ αρέσει είτε όχι, κάθε μικρή μου κίνηση, βλέμμα, λόγος αποτυπώνεται με μελάνι ανεξίτηλο στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του και ίσως κάποτε με βάση αυτά τα δεδομένα η ζωή του θα κινηθεί με ελιγμούς κάπου ανάμεσα στις προαναφερθείσες κατηγορίες ανθρώπων.
Όπως και η δική μου. Όπως και η δική σας.