Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Συννεφιές…

21 Μαΐου 2014


 Πιστός στο ραντεβού μου με την Ακεφιά, ήρθα πάλι τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την καθορισμένη μας ώρα και την περίμενα στη γνωστή μας γωνία.. Κρατούσα κι ένα τσαμπί σταφύλι για να με αναγνωρίσει, γιατί πέρασε καιρός.. Και ήρθε κι αυτή νωρίτερα, γιατί είναι Αγγλίδα στα ραντεβού της. Και στο φλεγματικό της χιούμορ. Και στην κρυάδα και την ξινίλα της. Και στον ενθουσιασμό που εκδηλώνει για να καλύψει την απαρέσκειά της.
            Κι έλεγα για την Ακεφιά. Που μου ήρθε αυτή τη φορά χτενισμένη του κομμωτηρίου, μιζανπλί παλαιομοδίτικο και ταγεράκι γκρι. Το γκρι της συννεφιασμένης Κυριακής. Και ασορτί τσαντικό λουστρίνι με λουράκι αλυσίδα. Αλλά δεν το φορούσε στον ώμο, το κρατούσε στο χέρι, για αυτοάμυνα… Και τακουνάκι. Όχι πολύ ψηλό. Τόσο όσο. Για να κρύψει τα γεράματά της. Όλα πολυκαιρισμένα. Τα ίδια τα παλιά. Αυτά που φορούσε και τότε… που πρωτογνωριστήκαμε.
            Στην  αρχή έκανα πως δεν την είδα, αν και ήξερε πως την περίμενα από μέρες, και ήξερα πως θα έρθει νωρίτερα… Αλλά την έβλεπα που ερχόταν κι έκανε πως δεν με έβλεπε, και έκανα πως δεν την είδα. Ντράπηκα κιόλας που ήρθε πάλι σαν τη Βασίλισσα Ελισάβετ με ύφος και τουπέ και το μαλλί καούκα. Και μου έκλεισε το μάτι. Γιατί ήξερε πως εγώ δεν το έχω εύκολο το «όχι». Μου στοιχίζει. Κι ας μου αποδεικνύει συνέχεια η ζωή, πως πολλά «ναι» τα πλήρωσα ακριβότερα.
            Η Ακεφιά μου πρωτοσυστήθηκε πριν πολλά χρόνια. Ήμουν πολύ μικρός, άβγαλτος, μου είχε φανεί μία σπουδαγμένη και σοφή κυρία που ίσως μπορούσα να μάθω πολλά κοντά της. Και την ακολούθησα για έναν καφέ στα γρήγορα. Ήτανε πάντα μεγάλη σε ηλικία, από τότε που γεννήθηκε, εντάξει θα μου πείτε, δεν την ήθελα για γκόμενα, να πάρω λίγη από τη σοφία της ήθελα… Ήταν όμως σαγηνευτική. Θυμάμαι είχε ανοίξει το λουστρίνι το τσαντάκι της κι έβγαζε από μέσα ένα σωρό καλούδια, μικρά χρυσά κομματάκια αυτοσυγκέντρωσης, κρυστάλλινα θρύψαλα μοναχικότητας, ιριδίζοντα πετράδια σοβαρότητας κι επαφής με τον βαθύτερο εαυτό. Κι ενώ είμαι εκπαιδευμένος να μην ψαρώνω με την πρώτη με αυτά που γυαλίζουν, εντούτοις, εκείνη την πρώτη φορά έβρισκα κάτι το σαγηνευτικό σε αυτό το τελετουργικό και σαν μαγεμένος και μυημένος από καιρό την ακολούθησα στα σκοτεινά κι ανήλιαγα σοκάκια που όλο και με παρέσερνε. Δεν έβαζα με το μυαλό μου το κακό. Ποτέ δεν το έβαζα. Καλοπροαίρετος εκ πεποιθήσεως μέχρι να μου σκάσουν στα μούτρα το «μα πόσο μαλάκας είσαι!». Η πρώτη μου φορά με την Ακεφιά είχε κάτι το μαγευτικό, το μυσταγωγικό, ένα τελετουργικό μύησης που με έκανε να αισθάνομαι ότι μπορεί τελικά και να ανήκω για λίγο στον εαυτό μου…
            Μέχρι που άρχισε να μου ξεφουρνίζει τις απαιτήσεις της. Δεν ήθελε να διατηρώ πολλές επαφές με τους φίλους μου. Με παρασέρνουν έλεγε. Όταν έβλεπε πως μου συνέβαινε κάτι χαρούμενο και πήγαινα να ενθουσιαστώ, μου τραβούσε το αυτί και μου έβαζε στην τσέπη μου μαύρες πέτρες ηφαιστειακής λάβας που έκαιγαν ακόμα από ενοχές… Κάθε φορά περισσότερες. Και οι πέτρες αυτές βάραιναν το σακάκι μου και μετά βίας μπορούσα να περπατήσω… Πόσο μάλλον να φύγω…
            Προσπάθησα να την εγκαταλείψω. Πολλές φορές. Άρχισε τα κλάματα για να με κάνει να τη συμπονέσω. Μου υποσχέθηκε πως θα έρχεται μόνο να με παρηγορεί όταν δεν είμαι καλά. Μου είπε πως της αρκεί μόνο να με βλέπει πού και πού. Όχι συχνά. Μου έταξε πως θα μου γνωρίσει τον καλύτερο δυνατό εαυτό μου, και μου ανέλυσε επιγραμματικά όλους τους λόγους για τους οποίους πίστευε πως εθελοτυφλώ. Πως πάντα την ήθελα μαζί μου. Πως γεννηθήκαμε για να περάσουμε αγκαζέ όλη μας τη ζωή. Για πάντα. Δεν ήξερε όμως πως εμένα τα «για πάντα» που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες με πνίγουν. Με δυσκολεύουν στην αναπνοή. Τότε συνειδητοποίησα πως φορούσα ακόμα το πουκάμισο που μου είχε κάνει δώρο πριν από χρόνια για τα γενέθλιά μου. Ήταν το πουκάμισο για να ντύνω τις έντονες στιγμές μου.  Ήταν μάρκα Panic Crisis, και χαριτολογώντας το έλεγε «πανικάμισο». Πνιγόμουν πάντα με αυτό. Ήταν στενό στο κολάρο.
Όταν έλειπε η Ακεφιά, όταν είχε δουλειές ή έβαζε πλυντήρια ή έκανε περιπάτους στη παραλία, μπορούσα και το χαλάρωνα, ξεκούμπωνα το κολάρο και δραπέτευα, κάποιες φορές για εβδομάδες ή για μήνες σερί… Μια φορά την εγκατέλειψα για χρόνια. Πήρα μαζί τη βαλίτσα μου, με όλα τα δικά μου πράγματα και κάποια δικά της όμως, κάποια που θα ήθελα να θυμάμαι, και το έσκασα. Και δεν ήθελα να γυρίσω πίσω. Όμως, εκείνη δεν με παράτησε. Έμενε πάντα στο σπίτι μου. Ήξερε να είναι διακριτική όταν πρέπει, όταν έκρινε συμφερότερο γι’ αυτή. Και το πουκάμισο που μου είχε πάρει δώρο το βρήκε τσαλακωμένο, ιδρωμένο κι άπλυτο, όπως το πέταξα άρον άρον πριν τη φυγή μου, και το πήρε και το έπλυνε με άρωμα ορχιδέα και βανίλια, και έραψε και το μονόγραμμά μου με καλλιγραφικά γράμματα και περίμενε… Εκείνη ήξερε… Ήξερε πως ίσως θα επιστρέψω…
Έζησα πολύ καιρό μακριά της. Ήταν δύσκολα, είναι δύσκολο να αφήνεις μία σταθερή σχέση, ακόμα κι αν το μόνο που σας κρατάει μαζί είναι η συνήθεια, ακόμα κι αν αυτή η σχέση είναι εντελώς τοξική και καταστροφική. Έχεις μάθει πια μόνο έτσι να ζεις. Όμως το πάλεψα. Το πάλεψα πολύ.
Και ανοίχτηκα στο πέλαγος με τη σχεδία μου, και δεν φοβήθηκα, μόνο να φύγω… να φύγω ήθελα… Και πήρα και τον γιο μου αγκαλιά κι όσο θεωρούσα πως κι εκείνος το αντιμετωπίζει σαν ταλαιπωρία όλο αυτό που βιώνουμε, τόσο πιο δυνατός γινόμουνα και τόσο πιο γρήγορά έκανα κουπί, και δεν κοίταξα ποτέ πίσω, κι ανοίχτηκα στο πέλαγος…
Ταξίδεψα μερόνυχτα χωρίς σταματημό. Χωρίς να συναντήσω νησί και καταφύγιο. Τα εφόδια που είχα πάρει για το ταξίδι, πολλά τσαμπιά σταφύλια για να συμβολίσουν την ευδαιμονία,  είχαν τελειώσει προ πολλού. Συνέχισα όμως. Χωρίς εφόδια. Εφεύρισκα καινούρια, δικά μου, και τα παρουσίαζα στον γιο μου πάντα σα να ήτανε γιορτή. Και η σχεδία μας άντεξε σε φουρτούνες, σε κρύο κι αγιάζι, σε καυτό ήλιο και σε θαλασσινή αλμύρα… Νησί όμως δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Και κάθε νύχτα πια, έχανα τον προσανατολισμό μου, είχα εξαντληθεί…  
Όταν λοιπόν εμφανίστηκε εκείνη, η παλιά γνώριμη, η Ακεφιά, με ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά να με κρύψει ξανά από τον κόσμο, να μου ρίξει μία σκάλα για να ανέβω στο ελικόπτερό της, δεν άντεξα, λύγισα…
Είμαι εδώ και λίγες μέρες, εβδομάδες ίσως, στη στεριά, μαζί της… Σε εκείνο το παλιό σπίτι… Κάναμε όμως μία συμφωνία που τη δέχτηκε, αν και με πολλές επιφυλάξεις. Δεν μένουμε πια μαζί. Δεν συγκατοικούμε. Της έχω πάρει ένα κινητό τηλέφωνο κι επικοινωνούμε όποτε η μοίρα το ορίσει… Πού και πού, κανονίζουμε κάποια ραντεβού.
Σήμερα, για ακόμα μία φορά, ήρθα τρεις μέρες νωρίτερα, πριν την προκαθορισμένη ώρα…

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ξυπόλυτοι (η συνέχεια) ή Τα δικά μας παπούτσια

21 Απριλίου 2014  


Θα ήθελα να σου μιλήσω γιε μου για το ταξίδι προς τον εαυτό μας. Είναι μακρύ, πολύ μακρύ, συνήθως χωρίς μεταφορικά μέσα για να κάνουν τη διαδρομή ευκολότερη. Με τα πόδια το κάνεις αυτό το ταξίδι. Και μπορεί στην αρχή να μην έχεις περιττά βάρη και αποσκευές, αλλά στην πορεία κουβαλάς και τη βαλιτσούλα σου, και 2-3 σακούλες με δώρα από αγαπημένους ανθρώπους και καμιά σακούλα από τα jumbo με τα αγαπημένα σου παιχνίδια που δεν θέλεις να τα αποχωριστείς ποτέ, και τα αγαπημένα σου ρούχα, και τα αγαπημένα σου παπούτσια, και το αγαπημένο σου αυτοκίνητο, και το αγαπημένο σου σπίτι, και τους αγαπημένους σου ανθρώπους που δεν «πρέπει» να πληγώσεις και σιγά σιγά τα πόδια σου τρέμουν κάτω από το βάρος των «αγαπημένων» που κουβαλάς και δύσκολα πια μπορείς να μετακινηθείς προς τον τελικό προορισμό σου…, που είσαι εσύ…
Μάλλον τελικά, με πόνο ψυχής, πρέπει να φυλάξεις όλα αυτά τα αγαπημένα σε μία σπηλιά που θα φτιάξεις ειδικά για όλα όσα αγαπάς, και να τα αποχαιρετίσεις. Γιατί αυτά δεν είναι ο προορισμός σου, αυτά τα μάζεψες στην πορεία. Και είναι γιε μου, πολύ σκληρό, να περπατάς με τα πόδια ξυπόλυτος και γυμνός για να ψάξεις να σε βρεις, αλλά να είσαι σίγουρος, πως αυτή η διαδρομή είναι ίσως η μόνη που θα σου αποκαλύψει τον εσωτερικό θησαυρό σου…
Θα υπάρξουν μέρες που θα φοβηθείς, μπροστά σε δύσκολες διαδρομές μέσα από τη ζούγκλα των ανθρώπων ή τα τροπικά δάση της ψυχής σου, και ο καιρός σου παίζει άσχημα παιχνίδια.. που τη μια στιγμή έχει ηλιοφάνεια και αμέσως μετά βρέχει καταρρακτωδώς… ίσως υπάρξουν πολλοί να σου απλώσουν το χέρι, κάποιοι για να σε βοηθήσουν να περάσεις απέναντι από έναν χείμαρρο, κάποιοι άλλοι για να σε σπρώξουν στη λάσπη ή ίσως απλά για να κρατηθούν εκείνοι που επίσης κινδυνεύουν από τις παλίρροιες των καιρών.
Θα σε χλευάσουν που βγήκες γυμνός και ξυπόλυτος, θα με κατηγορήσουν κι εμένα, που «πατέρα δεν είχε και τον άφησε να κυκλοφορεί έτσι?»…. Εσύ όμως με τα μάτια και τα αυτιά αλλά κυρίως την καρδιά σου ανοιχτή, ξέρεις. Ξέρεις για πού τράβηξες. Κι είναι δύσκολο να κλείσεις τα αυτιά και τα μάτια σου, το γνωρίζω καλά, όμως η πορεία σου σε αυτό το δρόμο θα σε ντύνει με εμπειρίες, θα σου φορέσει τα παπούτσια της γνώσης που γνωρίζουν να διαλέξουν μονοπάτια ή να δημιουργούν τα δικά τους…. Και χαμογελάς, ή νοιώθεις θλίψη, αδιαφορείς ή πονάς, αλλά γνωρίζεις πως πρέπει να προσπεράσεις… Θα είσαι λίγος αν δειλιάσεις, αν διακόψεις τη διαδρομή σου για να αναμετρηθείς με «φωνές» που σε στοχοποιούν για να δικαιολογήσουν την εμμονική φοβία τους για το οποιοδήποτε βήμα της διαδρομής και να νοιώσουν ανακούφιση για την αβίωτη ζωή τους. 
Σύντομα δεν θα αισθάνεσαι γυμνός και απροστάτευτος, αλλά ντυμένος και δυνατός. Στα μάτια των άλλων ίσως εξακολουθείς να φαίνεσαι γυμνός και ταλαιπωρημένος. Αλλά γιε μου, τα μάτια των άλλων δεν έχουν δει το δικό σου μονοπάτι, δεν ξέρουν…. Μην τους κατηγορήσεις για την άγνοιά τους, αλλά ποτέ μα ποτέ μην πέσεις στην παγίδα να δικαιολογήσεις τον εαυτό σου. Εσύ ξέρεις. Το μονοπάτι σου το περπάτησες σχεδόν μέχρι τέλους…
Και κάπου εκεί, κάπου στο ξέφωτο, με έναν μαγικό τρόπο η σπηλιά που είχες κρύψει τα αγαπημένα πριν βγεις στο δρόμο, εμφανίζεται μπροστά σου. Κάποια ρούχα μπορεί να μη σου κάνουν πια, κάποια παιχνίδια να μη σε ικανοποιούν το ίδιο, το αυτοκίνητο να είναι πια εντελώς απαρχαιωμένο ή εντελώς εκτός του γούστου σου, το σπίτι μπορεί να έχει μουχλιάσει από τα χρόνια που έμεινε κλεισμένο στη σπηλιά.
Κατάλαβες λοιπόν, πως όλα αυτά δεν ήσουν απαραίτητα εσύ. Εσύ, το μόνο που θα ήθελες να κρατήσεις είναι τα αγαπημένα χέρια, όσα από αυτά παρέμειναν αγαπημένα, όσα από αυτά σε περίμεναν υπομονετικά να φτάσεις στο τέλος της προσωπικής σου διαδρομής και ειδικά όσα από αυτά δεν έκλεισαν ποτέ την αγκαλιά τους, ούτε όταν ήσουν στην αρχή του ταξιδιού, φοβισμένος αλλά αποφασισμένος, ούτε τώρα στο τέλος της, που έχεις αλλάξει τόσο πολύ ώστε τελικά μοιάζεις στον πραγματικό σου εαυτό..
Και θα συνειδητοποιήσεις πως έπρεπε τελικά να αλλάξεις πολύ για να γίνεις αυτός που πραγματικά είσαι. Και δεν θα πείσεις ποτέ πια τον εαυτό σου ότι είσαι κάτι άλλο. Και δεν θα προσπαθήσεις, γιατί απλά δεν σε νοιάζει, να πείσεις κανέναν ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι πιο «αποδεκτό» από τα κλειστά κουτάκια τους.
Θα ήθελα να σου μιλήσω γιε μου για αυτή τη διαδρομή, αλλά δεν μπορώ ακόμα να βρω τον τρόπο… ίσως επειδή εγώ ακόμα δεν έχω φτάσει στο τέλος της, αλλά σίγουρα, μαζί σου, ξεκίνησα γυμνός και ξυπόλυτος την πιο όμορφη περιπέτεια της ζωής μου. Και σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μου κάνεις.


Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Δύο άνθρωποι μόνοι

28 Μαρτίου 2014


Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν εντελώς τυχαία και με τον πιο πρωτοποριακό τρόπο εκείνης της εποχής. «Συναντήθηκαν» χωρίς να ειδωθούν. Ανταλλάξανε μηνύματα. Σε κινητά. Και πολλά τηλεφωνήματα. Με τηλεκάρτες. Και πολλά ταξίδια διασταύρωσαν τις ζωές τους σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Και ήταν πολύ νέοι ακόμα. Είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους. Και όπως τυχαία συναντήθηκαν, τυχαία και, αναπόφευκτα πια, ερωτεύτηκαν.
Κι έγιναν οι δύο άνθρωποι μόνοι, ένας άνθρωπος. Κι ίσως δεν διασπάστηκε ποτέ αυτός ο άνθρωπος, όμως, όπως τυχαία συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν, έτσι «τυχαία» χάθηκαν… Και έμεινε ο έρωτας να τους θυμίζει μέσα τους, πως ο άλλος κάποτε πράγματι υπήρξε. Και το έζησαν. Με τη μορφή αγώνα αντοχής…
Και για αρκετά χρόνια δεν έζησαν τίποτα άλλο… όμως… κάποτε η ζωή έτρεξε κι έναν αγώνα ταχύτητας και….
Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν εντελώς τυχαία, με έναν ίσως κλασικό τρόπο. Οι ζωές τους διασταυρώθηκαν στη ρωγμή εκείνη του χρόνου που σκοντάφτει και πέφτει το λεγόμενο timing.. και για πολλούς προσωπικούς τους λόγους μάλλον ο καθένας, αποφάσισαν να το ζήσουν. Και το έζησαν. Λίγο σχετικά. Και πρόλαβαν να γίνουν ένας άνθρωπος, να παντρευτούν, να κάνουν ένα παιδί και να χωρίσουν πριν προλάβεις να πεις «Ερωτόκριτος». Και πήρε ο καθένας τον δρόμο του.
Ένας μπαμπάς κι ένας γιος…  δηλαδή…
            Δύο άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν όχι τυχαία, και αγαπήθηκαν. Και έγιναν ένας άνθρωπος. Και ο δικός τους αγώνας τους έλαχε μετ’ εμποδίων. Δεν τα πήγαν άσχημα όμως… Κι ακόμα αγωνίζονται. Δεν τους νοιάζει το μετάλλιο. Ούτε κανενός είδους αναγνώριση. Νοιάζεται ο ένας τον άλλον.
 Όπως τότε…
Δύο άνθρωποι μόνοι επιλέγουν βηματισμό. Γρήγορο, αργό, με σκυφτό κεφάλι ή με παρρησία. Σκοντάφτουν, πέφτουν, ξανασηκώνονται, γιατρεύουν τις πληγές τους και προχωράνε.
Δύο άνθρωποι μόνοι βρίσκονται μπροστά σε πολλές επιλογές χειρισμού της προσωπικής τους κατάστασης. Τα βήματά τους άλλοτε οδηγούν ευθεία μπροστά, άλλοτε λοξοκοιτάζουν προς τα πίσω μήπως ξέχασαν κάτι και ξανοίχτηκαν στο μέλλον λειψοί, άλλοτε κρύβονται ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για να περικλείσουν όλο τον κόσμο τους σε λιγότερο από ένα τετραγωνικό μέτρο.
Ίσως για δύο ανθρώπους μόνους, ένα τετραγωνικό μέτρο είναι ικανό να περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο.
Για έναν άνθρωπο μόνο όμως, ολόκληρος ο κόσμος είναι πολύ μικρός να τον χωρέσει.
Ο έρωτας εκεί που «ανήκει».
Ο μικρός αυτές τις μέρες με τη μαμά του.
Εγώ για δύο. Για δύο ανθρώπους μόνους. 

Άνθρωποι μονάχοι

24 Ιανουαρίου 2014


Εσύ μεγαλώνεις ως singleparent μόνο σου το παιδί σου, στον ενικό ή τον πληθυντικό αριθμό. Το «παιδί», όχι το «εσύ». Και το 24ωρο σου είναι γεμάτο, φορτωμένο και φορτισμένο. Ευθύνη. Στον ενικό αριθμό. Όπως κι εσύ. Και αισθάνεσαι πολλές φορές κουρασμένος, πιεσμένος, έτοιμος να εκραγείς… από τη δουλειά, το σπίτι, το παιδί, τα οικονομικά, τον καιρό ή το καινούριο σου τζιν που σε πνίγει στον καβάλο. Και σκέφτεσαι.. «αν δεν είχα το παιδί, θα είχα όλο το απόγευμα ελεύθερο, να κάνω ό,τι θέλω, με όποιον θέλω, να πάω όπου θέλω και να ξενυχτήσω όσο θέλω, ΑΜΑ θέλω… Ένα απόγευμα για μένα…».

Και σπάει ο διάολος το ποδάρι του, και γίνεται η ευχή σου πραγματικότητα… κι έρχεται αυτό το απόγευμα. Και γυρνάς από τη δουλειά πτώμα. Αλλά δεν πρέπει να περάσεις από τον παιδικό σταθμό να παραλάβεις το παιδί. Και πας κατευθείαν σπίτι. Και ανοίγεις την πόρτα… Και είναι σκοτεινό, κρύο και με απόλυτη σιωπή… Στον καναπέ είναι ακόμα ξαπλωμένος ο Teddy, η κουκουβάγια, τα αεροπλανάκια, η κουβερτούλα του, οι κάλτσες του οι ζεστές για το σπίτι… Στο δωμάτιό του, τα παιχνίδια όλα συμμαζεμένα (γιατί έμαθε να τα συμμαζεύει). Και σου λείπει.. Πολύ σου λείπει, αλλά ας πούμε σκέτο «σου λείπει…».

Έλα τώρα, μην πέφτεις, μην σε παίρνει από κάτω.. Μπορείς να βγεις αμέσως από το σπίτι για έναν καφέ, για μια βόλτα στα μαγαζιά, να πας σινεμά, για ποτό, να ντυθείς όμορφος, να κάνεις ένα μπάνιο χωρίς την πόρτα μισάνοιχτη, να ξυριστείς χωρίς να πρέπει πρώτα να πασαλείψεις και τη μούρη του μικρού με αφρό, να κάνεις ρε παιδί μου τα πλάνα σου ως «νέος» ελεύθερος άντρας… Για ένα απόγευμα…

Σινεμά ή φαγητό έξω? Ποτό ή καφέ? Νωρίς ή αργά? Βάζεις tick όπου βολεύεσαι και είσαι σχεδόν έτοιμος… Τέλεια.. Το μόνο που μένει, τελευταία λεπτομέρεια, να βρεις παρέα τώρα.. Ας ενημερώσεις λοιπόν πως σήμερα το απόγευμα δεν έχεις τον μικρό και μπορείς να κινηθείς ελεύθερα… Από το μυαλό δεν σου περνάει ξεκάθαρα ποιος θα είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα ήθελες να ενημερώσεις.. Λογικό, δεν έχεις ταίρι… Οπότε, κινητό ανά χείρας και διερεύνηση των «επαφών». Αυτοί που θα ήθελες να δεις άμεσα, είναι διασκορπισμένοι από την Νότια Ενδοχώρα και παράλια της Ελλάδας ως τη Νοτιοδυτική Ενδοχώρα και παράλια της Ευρώπης… Πάμε σε κάτι πιο «πρακτικό». Εξαιρούνται όσοι μένουν σε απόσταση πάνω από 20χλμ., διότι μία τέτοια συνάντηση χρειάζεται προγραμματισμό, δεν είναι της τελευταίας στιγμής…   

Με εκείνα και με τα άλλα, σου μένουν 5 πιθανοί άνθρωποι για μια πιθανή έξοδο… Και τα τσεκάρεις ξανά από την αρχή. Πέντε είναι, δεν είναι παραπάνω. Εξαιρώντας και αυτούς που έχουν ήδη κανονίσει, σου μένουν, στην καλύτερη, τρεις… Κι εκεί που είσαι έτοιμος να πάρεις το πρώτο τηλέφωνο, να στείλεις το πρώτο μήνυμα… κάπου κολλάει το δαχτυλάκι στο space (και «σύμπαν» θα το μετέφραζα), και σκέφτεσαι.. «Θέλω πραγματικά να δω αυτόν τον άνθρωπο σήμερα? Τι θα έχουμε να πούμε? Μήπως θα με μιζεριάσει περισσότερο? Μήπως πάλι εγώ θα πρέπει να είμαι το επίκεντρο της συζήτησης, ενδιαφέροντος κτλ? Μήπως τελικά περισσότερο θα αναλωθώ παρά θα διασκεδάσω?». Επαναλαμβάνεις τις ίδιες σκέψεις και για τα τρία πιθανά άτομα για συνάντηση… Σε όλα, για κάποιο λόγο κολλάς… Δεν υπάρχει πια αυτό το «γιατί όχι?» που είχες παλιά… Τώρα υπάρχει κυρίως το «γιατί ναι?» και πολλές φορές δύσκολα βρίσκεις απαντήσεις σε αυτό το «γιατί ναι?».

Στο μυαλό σου τριγυρνάει ο Καβάφης. Αξεπέραστος.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντας την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική


Η αρχική διάθεση για έξοδο σβήνει σιγά σιγά… Μπορείς να μπεις στο facebook και να δεις και να μιλήσεις ταυτόχρονα με πολλούς από τους ενδιαφέροντες ακόμα ανθρώπους που σε περιβάλλουν, αλλά δεν έχουν αυτό το απόγευμα ελεύθερο ή μένουν μακριά.. Ή να δεις μία ταινία στο dvd μόνος σου, με γαριδάκια και πίτσες και μπύρες. Ή να διαβάσεις εκείνο το βιβλίο σαν άνθρωπος, που το έχεις αφήσει μόνιμα πια στην τουαλέτα και το διαβάζεις 2 σελίδες τη φορά..

Ή απλά ψάχνεις μία δικαιολογία προς τον εαυτό σου, για ποιον λόγο δεν εκμεταλλεύεται όπως πρέπει τον ελάχιστο χρόνο που έχει για την πάρτη του.
Ο εαυτός σου έμαθε πια να λειτουργεί μόνο για το παιδί σου.
Ποτέ δεν μπόρεσε να σκεφτεί για σένα χωρίς το παιδί σου μαζί.
Ποτέ δεν προετοιμάστηκε για το ενδεχόμενο να πρέπει να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο μελαγχολικό απόγευμα…

Και δεν έχει άλλη εναλλακτική, από το να γράψει γι’ αυτό…

Αγάπης αγώνας άγονος & επιβίωσης βίος αβίωτος

22 Ιανουαρίου 2014


Τα πάντα σχεδόν έχουν την τάση να ξεθωριάζουν... μοιάζουν με τους ανθρώπους... που έχουν την τάση να εξελίσσονται μέχρι το ανώτερο σημείο της ανικανότητάς τους.. μαγκανοπήγαδο οι κύκλοι της ζωής... κι ενώ πάντα μου άρεσε μόνο η φυγόκεντρος δύναμη των κύκλων, αυτή που σε σπρώχνει μακριά, όσο πιο μακριά από εκεί που ξεκίνησες... εντούτοις, στον πυρήνα των κύκλων υπάρχει μία δίνη που με ρουφάει όλο και πιο δυνατά, και πιο επίμονα και με παραλύει... Αγάπης αγώνας άγονος, επιβίωσης βίος αβίωτος, χρόνος ανίκατε μάχαν, κι εσύ ό ίδιος ξυπνάς μια μέρα μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό σου, αυτόν που θυσίασες στον βωμό τόσων και τόσων θεοτήτων που κατά καιρούς εμφανιζόταν λαμπερές.. κι έλεγες καλύτερα να σκοτωθείς παρά να πεθάνεις από το φόβο σου... και ζεις πεθαίνοντας με τον φόβο σου, γιατί ενώ ο νους είναι αληταριό και δραπετεύει, οι φυλακές υψώνουν τα τείχη τους και σκοτεινιάζουν.. Αγάπης αγώνας άγονος, επιβίωσης βίος αβίωτος & χρόνος ανίκατε μάχαν... και δε θέλεις να θυμάσαι, δε ζεις για να έχεις μόνο μνήμες.. κι αν δεν θυμάσαι, τελικά δεν αξίζει να προχωράς.., αφού έτσι κι αλλιώς μετά δεν θα θυμάσαι... Και κάθε μέρα κόβεις τον εαυτό σου ψιλοκομμένο και τον προσφέρεις βορά σε κάθε είδους πεινασμένα θηρία, κι όλο λες "ακόμα έχω", μέχρι που μια μέρα, και δεν ξέρεις πόσο μακριά θα είναι, δεν θα έχεις να προσφέρεις τίποτα πια, παρά μόνο την άθλιά σου εικόνα, κομματιασμένο και φαγωμένο και ταλαιπωρημένο, από την "εθελοντική" σου προσφορά εαυτού. Όχι γιε μου, δεν θα μου μοιάσεις καθόλου. Δεν το επιτρέπω.

Super Market με τον μικρό

30 Δεκεμβρίου 2013


Ξυπνάς το πρωί και πλένεις τα δόντια σου με αλάτι, γιατί το σωληνάριο της οδοντόκρεμας έχει γίνει σα σαλιγκάρι από το στρίψιμο αλλά «κεφαλάκι και κερατάκια» δεν βγάζει… Ξυρίζεσαι «στεγνά» και βάζεις χυμό λεμονιού (λες πως έβαλες την παλιά καλή Μυρτώ του παππού). Για πρωινό έχεις ένα παξιμάδι, ένα αβγό (για τον μικρό) και λίγο γάλα (για τον μικρό). Αμέσως μετά χρησιμοποιείς και την τελευταία πάνα για να τον αλλάξεις… Φίλε πατέρα, όσο και να θες να το καθυστερήσεις πρέπει να το πάρεις απόφαση.. πρέπει να κουβαλήσεις τον σταυρό σου στον Γολγοθά του super market με τον μικρό παραμάσχαλα….
Περνάς την είσοδο. O πιτσιρίκος τρέχει να μπει στο καρότσι – αυτοκινητάκι, που το ενσωματωμένο καλάθι για τα ψώνια άνετα συγκρίνεται με το καλαθάκι της Κοκκινοσκουφίτσας…Ζήτημα να χωράει τα φρούτα της γιαγιάς… Και ξεκινάς την περιπλάνηση… Εκεί που είσαι στο ψυγείο για τα γάλατα, ο μικρός λίγο κρυώνει, λίγο βαρέθηκε να είναι σταματημένο το αυτοκινητάκι και βγάζει τα ποδαράκια «έξω» από τα πλαίσια του καροτσιού.. στα ποδαράκια του κοριτσιού… που περνάει δίπλα, ή μάλλον περνούσε.. τώρα σκουπίζει τα πάτωμα με τα ρούχα της γκρινιάζοντας… Ζητάς ευγενικά συγνώμη από τους γονείς της και μαλώνεις ευγενικά το παιδάκι σου… Ευγενικά. Επειδή είναι η πρώτη φορά για σήμερα. Στα πρώτα 10 λεπτά στην Υπεραγορά..
Και συνεχίζεις να οδηγάς από ψηλά το καρότσι – αυτοκινητάκι… και στα χαμηλότερα επίπεδα, ο μπόμπιρας δουλεύει σαν τη σκούπα Philips που ρουφάει τη σκόνη, και ρουφάει με τα δυο χεράκια τα γύρω ράφια που έχουν Kinder buenο, kinder αβγά, kinder σοκολατίτσες.. kinder να θεν τα μάτια σου… Και θέλουνε. Και τα ανοίξανε ήδη. Κα έγινε μούρτζος ο οδηγός της φόρμουλα του καροτσιού. Κι εσύ που ήσουν απασχολημένος να διαβάζεις την ετικέτα της μαύρης μουστάρδας αν περιέχει ίχνη γλουτένης, σόγιας και ξηρών καρπών, γυρνάς και βλέπεις τον Μάο Μάο που σου χαμογελάει και ξεχωρίζουν μόνο τα μισοάσπρα - μισοκαφέ δοντάκια και λέει «μπαμπά, νεράκι…». Παρ’ του καλύτερα σόδα να βοηθήσει και στη χώνεψη. Βέβαια, σε αυτήν την κατάσταση που τον βλέπεις, θυμήθηκες ότι δεν έχεις πάρει οδοντόκρεμα & δεν έχεις κάτι για πρωινό – γι’ αυτό έφαγε μισό κιλό kinder ενώ οδηγούσε…
Και το καλαθάκι το καροτσιού – αυτοκινήτου αρχίζει να μην χωράει άλλα πράγματα, αφού πήρες τυρί, ρύζι, γάλα, αβγά.. (όχι Καμπά.., ούτε Δεμέστιχα να φανταστείς..).
Και ζώνεσαι ένα ακόμα καλάθι, μικρό, κόκκινο κλασσικό, του χεριού.. του ποδαριού δηλαδή.. Και κρατάς το main καρότσι με το ένα χέρι, το δεξί, το καλό, για να σπρώχνεις το παιδί, και το καλάθι με το άλλο…
Περνάς από τα καλλυντικά και δήθεν για να δοκιμάσεις, ψεκάζεσαι με ένα after shave… δεν είχες να βάλεις το πρωί που ξυρίστηκες.. κι έβαλες λεμόνι.. και τώρα από πάνω axe Africa.. και μυρίζεις σαν την πουτάνα τη Σμυρνιά που σεργιανάει τουρλόκωλη με ένα καλάθι, και ένα καρότσι με ένα παιδί μέσα που την είδε ταξιτζής, με το αριστερό χέρι, έξω να κρέμεται…
Το κερασάκι της τούρτας είναι ότι ο μικρός είναι και κοινωνικός, μιλάει και στα άλλα παιδάκια, στα άλλα αυτοκινητάκια, οι γονείς σταματάνε, του μιλάνε, γελάνε, ρωτάνε «πόσο είναι?» ή το εκπληκτικότερο όλων «δικό σας είναι?» - «όχι μαντάμ, είδα που οδηγάει ταξί και το πήρα κούρσα να με σέρνει στο super market σαν δείγμα προς αποφυγή…».. Ευτυχώς οι άλλοι γονείς απομακρύνονται περίεργα, τους έρχεται το Africa Lemon μάλλον και φέρνει Ana Goula μάλλον…
Φτάνεις στο ταμείο. Και απαγορεύεται το καρότσι – αυτοκινητάκι να περάσει από το ταμείο. Πρέπει να ξεφορτώσεις πράγματα και παιδί εκεί μπροστά. Αλλά το παιδί βαριέται να περιμένει στο ταμείο, και δεν θέλει, ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΛΕΜΕ να βάλεις τα πράγματα σε σακούλες, γιατί το Kinder το θέλει τώρα, το γάλα το θέλει ΤΩΡΑ, θέλει κι αυτό να φτιάχνει σακούλες και σκίζει τις δικές σου, βγάζεις λεφτά να πληρώσεις και τα παίρνει αυτό και σου κάνει παράπονα «γιατί μόνο στην κυρία δίνεις λεφτό?»… Και όσο βάζεις πράγματα στις σακούλες, πηγαίνει στα διπλανά ταμεία και δείχνει τι πήραμε. Έρχεται στις σακούλες που ήδη ετοίμασες, και παίρνει ένα ένα τα πράγματα και τα δείχνει δίπλα… «κοίτα!!, πήραμε kinder, πήραμε οδοντ…οδκρεμα.., πήραμε γάλα, ΓΑΛΑ ΣΟΥ ΛΕΩ, κοίτα… πήραμε.. ΟΥΠΣ!! Παιδί μου άσε τα καουτσούκ μπαλονάκια του μπαμπά… τα πήραμε για τις απόκριες να τα φουσκώσουμε…».. Μα κι αυτοί, πάνε και βάζουν 12 προφυλακτικά σε ένα κουτάκι που λήγει σε 5 χρόνια! Ποιος είμαι κύριε, ο Γκουσγκούνης? Πού να τα ξοδέψω τα 12 προφυλακτικά σε 5 χρόνια… Έτσι μένουν και λήγουν, και τα κάνουμε μπαλονάκια τις απόκριες… Κι εκεί που η διπλανή κυρία είχε ενθουσιαστεί με τον μικρό, βλέπει τον «ανήθικο» μπαμπά και λακίζει…
Η ταμίας έχει μείνει με τα ρέστα στο χέρι να βλέπει την δωρεάν θεατρική παράσταση, και η ουρά από πίσω, μόνο τσιγάρο δεν κάνανε.. Όρθιοι χειροκροτούσανε αλαλάζοντες γιατί ΤΟΥΣ ΕΦΑΓΕΣ ΤΗ ΜΕΡΑ στο super market
Εγώ, ευτυχώς, τέτοια περιστατικά σαν το προαναφερθέν δεν έχω βιώσει. Άγιο είχα. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Αν ζούσα ποτέ κάτι τέτοιο, σίγουρα πάντως θα το έγραφα να το διαβάσουν κι άλλοι, να ξέρουν να φυλάγονται…

Μπαμπάδες με Like

28 Νοεμβρίου 2013


Πάει χάλασε ο κόσμος.. Τα πάνω κάτω έχουν έρθει.. Οι γυναίκες πια δεν είναι οι γυναίκες που ήταν κάποτε, πριν από 5-6 χρόνια.. Κάποτε, έβγαινες μια βόλτα, και όλο και κάποια σου χαμογελούσε, όλο και κάποια σου ζητούσε τη φωτιά σου (αναπτήρα για αρχή, αν ήθελες να την ανάψεις κι’ άλλο ήταν στο χέρι σου), όλο και κάποια σου έδινε την κάρτα του μαγαζιού με γραμμένο πάνω το τηλέφωνό της με μολύβι ματιών.. (θα μου πεις τώρα πια δεν υπάρχει μολύβι ματιών, ή μήπως υπάρχει?)
Και να πεις δεν προσπαθώ? Συνέχεια μέσα στο σπίτι είμαι, όλη την ημέρα facebook και twitter και Χάπι Daddy, και όλος ο κόσμος στον κόσμο του…
Το πιο αστείο είναι πως κάποιοι όταν είχαν πρωτακούσει ότι πήρα την επιμέλεια του παιδιού, μου έλεγαν «πωπω ρε φίλε, ένας μπαμπάς με το παιδί του, τραβάει πολύ τις γυναίκες…».. Πού είναι ρε παιδιά? Πού τις τραβάει? Μέχρι και google το έκανα, να δω πώς το εννοούν, κάτι καρτούν βγήκαν…
Ένα χρόνο ζωντόχηρος, ένα χρόνο ηλεκτρονικής ζωής κι ούτε ένα αισθηματικό έμφραγμα από ηλεκτροπληξία… Τίποτα.. Όλα τα έχω κάνει.. Ακόμα και στα dating σέρφαρα (αλλά σήκωσε πολύ κύμα κι έφυγα γρήγορα. Κόντεψα να πνιγώ, ήρθαν 2-3 ναυαγοσώστριες με το κόκκινο το μαγιώ και τη σανίδα ασορτί, αλλά εγώ έβγαζα μπουρμπουλήθρες από το στόμα, αυτές νόμιζαν ότι τις κορόιδευα, πάνε κι οι ναυαγοσώστριες…), και στα social media παρουσία έχω, και για φωτο προφίλ τη μία μέρα βάζω art, την άλλη vintage, την άλλη τη φάτσα μου, την επόμενη τοπίο, τίποτα… τη φάτσα μου την περνάνε για vintage..
Και poke κάνω, και like κάνω, και share κάνω, και tweet κάνω, και retweet κάνω, και με αλατόνερο σφουγγάρισα, και δυόσμο βάζω στο συρτάρι με τα εσώρουχα, και τα φανελάκι μου ανάποδα βάζω μην τυχόν και με ματιάζουν, και ζώδιο προτίθεμαι να αλλάξω, αλλά φως δεν βλέπω…
Και είμαι και πολίτης της παγκόσμιας κοινότητας, μιλάω ξένες γλώσσες, κάνω αναζήτηση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.. «Ντεν ψάχνει μπαμπά με παιντί καρντιά μου»…
Πολλή μοναξιά κυκλοφορεί ρε παιδιά.. Και συννεφιασμένα πρόσωπα (τουλάχιστον απ’ ότι βλέπω στις φωτο προφίλ). Και μιζέρια. Και αδιαφορία για τα θέματα τα μέσα μας. Και απουσία ενδοσκόπησης. Από νταχτιρντί όμως, Δόξα τω Θεώ, πήξαμε στην ανοησία…
Και αναρωτιέμαι και μου λέω σκεπτόμενος… Πού θα πάει αυτό φίλε Χάπι Daddy? Πολύ στο σκέτο Daddy το ρίξαμε, κι από Χάπι μόνο τα συνταγογραφούμενα. Όχι τα άλλα, τα happya… Οι μόνες happyές είναι όσες σχετίζονται με το παιδί… Μήπως παρατράβηξε το πράγμα? Έρχονται μέρες γιορτής, μέρες αγάπης, μέρες συντροφικές…
Μήπως να βγω από το σπίτι?

Και να ‘μαι λοιπόν στη σκηνή… Κι ο γιος μου δίπλα…

14 Σεπτεμβρίου 2013


Εμείς απλά είχαμε έρθει στα παρασκήνια, να δούμε τις πρόβες, να γνωρίσουμε τους συντελεστές, να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα και θέλαμε να έχουμε κοντά μας την πρωταγωνίστρια.. Κι εκεί που όλα φαινόταν να κυλάνε ρολόι, κάτι μάλλον ψιθύρισε ο σκηνοθέτης, και ξαφνικά υπήρξε μία ανακατωσούρα… Στα παρασκήνια μία «κρύα» σιωπή, οι θεατές ξεσηκώθηκαν γιατί ενημερώθηκαν ή αντιλήφθηκαν τη βαβούρα, δεν κατάλαβα, δεν μπορούσα να καταλάβω καλά τι ακριβώς συνέβαινε.. Η πρωταγωνίστρια θεώρησε μικρό το ρόλο της κι επέλεξε άλλο θίασο, έτσι κι αλλιώς δεν είχε μάθει καλά τα λόγια της.. Ένα όμορφα στημένο σκηνικό φαινόταν τώρα ξεφτισμένο, ρόλοι άλλαζαν χέρια, υπήρχε πολύ έντονη κινητικότητα χωρίς όμως καθόλου κίνηση, όλα σε slow motion.. υπήρχαν αναμφίβολα κραυγές.. αλλά δεν είχαν ήχο, σιωπηλές κραυγές σχεδόν απόγνωσης, τα καμαρίνια άδειαζαν, οι θεατές λίγο κουράστηκαν, λίγο εκνευρίστηκαν, λίγο δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν, λίγο αμήχανοι, άρχισαν ένας ένας να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους… Σκοτείνιασε, ο χειμώνας πλημμύρισε την αίθουσα που ήταν πλέον τόσο άδεια ώστε να κάνει αντίλαλο.. Είχα όμως φως, ένα φως περίεργο που ακτινοβολούσε από τα γαλάζια μάτια του γιου μου… Μάτια τουλάχιστον απορίας… Κι εκεί που η καρδιά μου ακολουθούσε το ρυθμό του σκηνικού, εκεί που ένιωθα τους παλμούς της να σβήνουν, κοιτάω τον μικρό στα μάτια, τον παίρνω αγκαλιά.. και..

Και να ‘μαι λοιπόν στη σκηνή… Κι ο γιος μου δίπλα…

Δεν έχω κείμενο, δεν έχω λόγια, δεν έχω κάνει πρόβες, δεν ξέρω καν αν έχω ρόλο.. αλλά τώρα πια αφού είμαι εδώ, είμαι στη σκηνή, είμαι μπροστά στους θεατές που πίστεψαν σε μένα και μείνανε και στήριξαν αυτή την αλλόκοτη προσπάθεια, τώρα λοιπόν, θέλω να είμαι ο πρωταγωνιστής. Και κείμενο θα βρω, και λόγια θα βρω, και πρόβα δεν θέλω γιατί έχω τον ρόλο μέσα μου. Κι ας τον αποδώσω με δικά μου λόγια.

Θα χτίσω το σπιτικό μου σε αυτή τη σκηνή, ό,τι δεν μου αρέσει θα το αλλάξω, ό,τι με πλήγωσε θα το ξεχάσω, θα το βάψω κίτρινο, το ωραίο το κίτρινο του φωτεινού φωσφορίζοντος καναρινιού με λίγες ανταύγειες στο χωλ και στα σοβατεπιά, αυτά θα τα κάνω μπορντώ φθαρμένο vintage πορφυρό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, γιατί έχω κι έναν Μικρό Πρίγκηπα να του χαρίσω χρώμα αυτοκρατορικό, χρώμα καρδιάς, το χρώμα του αίματος που μας δένει, και θα βάλω καινούριες κουρτίνες, κοιτάξτε κόσμε, καινούριες κουρτίνες, ωραίες, με σχέδια που μου αρέσουν, κι εδώ κάτω από τον προβολέα θα φτιάξω το παιδικό δωμάτιο για το χρυσόμαλλο τέρας μου, αποφεύγοντας κάθε κλασσική κοινοτοπία και πολυφορεμένες ιδέες, θα το βάψω γαλάζιο!, επειδή είναι αγόρι!, και θα ήθελα κι ένα χρώμα να βάψω τα όνειρά του, τις ελπίδες του, τον ορίζοντά του.. αλλά μάλλον θα του δώσω τα πινέλα και τα χρώματα να τα βάψει αυτός..  Ήθελα να φορέσουμε και τα καινούρια μας χαμόγελα, αλλά δεν ήξερα ότι σήμερα ξαφνικά θα βρισκόμασταν στη σκηνή, είχα πάει χτες να τα προμηθευτώ και η πωλήτρια μου είπε «τι νουμεράκι θέλετε? Αχ μόλις μας τελείωσαν τα χαμόγελα στο νούμερό σας, μισό λεπτό να τηλεφωνήσω στο άλλο κατάστημα να ρωτήσω αν έχει μείνει κάτι στοκ, αλλιώς μην ανησυχείτε, μπορούμε να τα παραγγείλουμε, σε 2 μέρες θα τα έχετε.. Αν πάλι βιάζεστε, εγώ θα σας πρότεινα να πάρετε αυτό το σετ «αγκαλιάς – ενσυναίσθησης», το έχουμε σε προσφορά, είναι από τα τελευταία μας κομμάτια, πολύ θα σας εξυπηρετήσει, το έχει πάρει η ξαδέρφη μου, το καταφχαριστήθηκε, πλύνε βάλε το ‘χει…» Δεν ήθελε και πολύ να με πείσει, θα έπαιρνα σίγουρα κάτι αφού βγήκα για ψώνια χωρίς λεφτά, πήρα την «αγκαλιά-ενσυναίσθηση» και πραγματικά την καταφχαριστηθήκαμε.. Βγαίνει μόνο one size, οπότε τα φοράμε εναλλάξ εγώ κι ο μικρός κι έχουμε σωθεί! Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα..

Δεν ήξερα πως σήμερα θα βρισκόμασταν εδώ, αφού μείνατε μέχρι τώρα και έργο δεν καταφέρατε να δείτε, και κείμενο δεν έχω, και λόγια δεν έχω, θα αγόραζα όλο το στοκ «αγκαλιάς – ενσυναίσθησης» να σας το μοίραζα να έχετε ένα ενθύμιο, κάτι σαν «πρόγραμμα».

Όσοι θέλετε μπορείτε να ανέβετε στη σκηνή! Ελάτε να μοιραστούμε μαζί το έργο της ζωής μας χωρίς πρόβες. Η ζωή είναι ωραία γιατί δεν έχει πρόβες, έχει κατευθείαν πρεμιέρα, και οι αποφάσεις σου, οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι εναλλάσσονται στη σκηνή ακόμα και με μία απλή σκηνοθετική σου σκέψη.

Και στο τέλος του έργου, που ποτέ δεν ξέρεις πότε και πώς έρχεται, μπορεί να μην έχουν μείνει όλοι οι θεατές, μπορεί κάποιοι να βαρέθηκαν και να αποχώρησαν στη μέση, άλλοι να αρνηθούν να ζητωκραυγάσουν για σένα, αλλά πιστεύω πως χειροκρότημα σίγουρα θα υπάρξει.. Και το πιο σημαντικό είναι το χειροκρότημα που θα δώσεις εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου, γιατί – κατά βάθος – μόνο εσύ γνωρίζεις…

Και να ‘μαι λοιπόν στη σκηνή… Κι ο γιος μου δίπλα… 

Κι είναι κάτι μέρες σαν κι αυτές!

10 Οκτωβρίου 2013


Καμιά μέρα που θα αισθάνεστε κουρασμένοι, θυμίστε μου να σας περιγράψω πώς ήταν το τελευταίο μου 24ωρο. Αρχίζω να φοβάμαι πως η Αφροδίτη Μάνου άμα με έβλεπε θα τραγουδούσε νέα version της Μαίρης Παναγιωταρά σε πιο Χάπι Daddy εκδοχή. Όχι, μην απογοητεύεστε όσοι δεν έχετε ακόμα παιδιά, δεν είναι όλες οι μέρες έτσι, οι περισσότερες μόνο… Αλλά τι είναι «οι περισσότερες»? Το 100% της κάθε μιας ημέρας από αυτές…
Όμως, ως γνωστό από τα αρχαία χρόνια της Μεσοποταμίας τουλάχιστον κι εντεύθεν, πάντα για να κερδίσεις κάτι, κάτι άλλο πρέπει να «χάσεις», να το αφήσεις πίσω σου, να το απορρίψεις ως επιλογή.. Οι προτεραιότητες παίζουν ρόλο, αλλά και πάλι, αυτό δε σημαίνει ότι δεν είσαι άνθρωπος και δεν σε πιάνει και απελπισία, και απογοήτευση και πολλή, αλλά μιλάμε για πάρα πολλή, κούραση…Και ναι, το ομολογώ, υπάρχουν στιγμές που κωλώνεις (από το «κολώνα» βγαίνει, όχι από τίποτε άλλο..). Και ξέρεις ότι το κάνεις για σένα και μόνο για σένα κυρίως και όχι για το παιδί σου, για να είσαι εσύ καλά με τον εαυτό σου.. Ούτε αναγνώριση περιμένεις (ούτε πολλώ δε μάλλω την απαιτείς), ούτε να το θυμάται περιμένεις, ούτε θρέφεις ψευδαισθήσεις πως θα σε «αγαπάει» περισσότερο γι’ αυτό.. Ίσα ίσα, με σένα ζει τη σκληρή καθημερινότητα, με σένα έχει και τις περισσότερες διαμάχες, από εσένα ακούει και τα περισσότερα «όχι», γιατί σε σένα έλαχε ο πολύτιμος κλήρος της διαπαιδαγώγησης, όχι της απασχόλησης – διασκέδασης… Αλλά είναι και ακριβώς αυτό, που σε κάνει να δένεσαι… Και δένεσαι πολύ.. Θα μου πεις «παιδί σου είναι, δε θα δεθείς»? .. Ε, μαντέψτε.. ένα μυστικό θα σας πω, άλλος δε θα σας το πει.. Σκύψτε λίγο, να σας το πω στο αυτί, γιατί τελευταία κυκλοφορούν και κοριοί και δεν μπορώ να σας τα λέω όλα αυτά από το ηλεκτρονικό μας μονόφωνο, ε λοιπόν.. Ούτε τόσο φυσικό είναι, ούτε τόσο φυσικά έρχεται, ούτε τόσο self-explanatory είναι αυτό το δέσιμο που σας περιγράφω.. Όποιος το έχει νιώσει καταλαβαίνει για τι πράγμα μιλάω.. Χρειάζεται τριβή, έντονη και «σκληρή» καθημερινότητα, η δύσκολη επαναλαμβανόμενη σα μαγκανοπήγαδο καθημερινότητα είναι που χτίζει αυτό το δέσιμο και μπορεί και δίνει άλλου είδους χαρά στις στιγμές και μέρες κοινής χαλάρωσης και διασκέδασης. Η «κακιά» καθημερινότητα χτίζει αγαπησιάρικα ρεπό από αυτήν…  γιατί είναι βία να του έχεις κάνει μόλις μπάνιο, να του βάζεις πάμπερς, να τον ντύνεις, να τον χτενίζεις, να του ετοιμάζεις πρωινό, να ετοιμάζεσαι παράλληλα κι εσύ, μπάνιο με ανοιχτή την πόρτα του μπάνιου, αγχωμένο ξύρισμα, ακόμα πιο αγχωμένο ντύσιμο, και στην πόρτα, 9 η ώρα το πρωί, με το κλεδί στο χέρι και την καρδιά στην κωλότσεπη, να ακούς  «μπαμπά, έκανα κακά…». Θα προτιμούσες να σου είχε πει «μπαμπά, νομίζω δεν είμαι δικό σου παιδί», που δεν έγινε και κάτι, συμβαίνει σε πολλούς, εγώ εσένα αγαπάω αγόρι μου, εσένα θα κρατήσω και θα το πάμε μια χαρά το παραμύθι μέχρι τέλους.. Αλλά όχι ξανά από την αρχή όλη την διαδικασία που κάνω από τις 8 το πρωί!! Όχι, όχι, όχι!!! Ναι είναι σκληρή η καθημερινότητα όταν το βράδυ ξυπνάει 4 φορές (είδατε πόσο εύκολα ξεγλίστρησα από τη «σκληρή» καθημερινότητα στη δουλειά? Πρέπει να μου δώσετε τουλάχιστον ένα credit για αυτό, να ανέβω σε άλλο level, γιατί κι αυτή είναι απερίγραπτη, αλλά στο ΌΛΟΝ φαντάζει τόσο σαν game.. μέχρι να δεις το game over..), έλεγα λοιπόν πως ξυπνάει 4 φορές το βράδυ, τη μία επειδή βήχει και τον αναστατώνει, την άλλη επειδή είδε όνειρο τον αρκούδο του να φέυγει (… true story), ην άλλη επειδή ξανακατούρησε και το πάμπερς του ξεχείλισε και η τσεπούλα της πιτζάμας του παπάριασε, την άλλη παραμιλάει να μην του φάω εγώ τα μακαρόνια που άφησε, την άλλη επειδή «η κοιλίτσα του πείνασε» και θέλει γάλα και τελικά στις 6 το πρωί, σε χτυπά, σε κλωτσά, σου τραβάει τα πόδια, γιατί «μπαμπά ξύπνα, καλημέρα, γάλα, να παίξουμε, να δω τον Μικρό Πρίγκηπα, να παίξουμε με τα τουβλάκια, να μου κάνεις αβγό, να μου φέρεις το γάλα στο κρεβάτι», και του ετοιμάζει το γάλα, και θέλει να το πιει στο κρεβάτι δίπλα σου, αφού δεν αντέχεις να ξυπνήσεις από τις 6, και μόλις τελειώνει το γάλα.. τρέμει σύγκορμος και αδειάζει από το στόμα το γάλα που ήπιε μόλις, αυτό που είχε πιει πριν κανα 3μηνο στη Χαλκιδική, αυτό που θήλασε, το βυζί της αγελάδας που γελά και ένα playmobil πειρατή, με τα σπαθιά του, τον θησαυρό του αλλά.. χωρίς το καπέλο του.. Έσκασα!! Τι να έγινε το καπέλο του άραγε? Και σηκώνεσαι στις 6 σε αυτήν την κατάσταση, με ρούχα, παπλώματα, στρώματα, παιδί και εαυτό να μυρίζουν σα στάνη που παράγει αιγοπρόβεια μυζήθρα, και αρχίζεις τα μπάνια και τα πλυντήρια, και τις μετακομίσεις κρεβατιών και στρωμάτων στο μπαλκόνι.. και το παιδί τελικά πεινάει, δεν έφαγε.. Και το παιδί γελάει, γιατί ΟΚ, λύνονται τα θέματά του.. Ο μικρός Πιστεύει εις Ένα Θεό, ΠΑΤΕΡΑ παντοκράτορα … και εγώ τον βλέπω που μου χαμογελά, και αναρωτιέμαι τι σκέφτεται και παίρνω κουράγιο και μάλλον Πιστεύω εις το Πνεύμα του το Άγιο, το κύριο, το ζωοποιό… το.. ίσως.. εκ πατρός εκπορευόμενο…

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Εκείνο τον κούκο που προσπαθούσε να φέρει την άνοιξη, τον θυμάστε?

17 Σεπτεμβρίου 2013


Εκείνο τον κούκο που προσπαθούσε να φέρει την άνοιξη τον θυμάστε? Ε, πάει πέταξε.. Καλοκαίριασε κι εμείς εδώ, στη σκηνή μας..
Τελικά πολύ βολευτήκαμε σε αυτή σκηνή, φέραμε και τα μπαγκάζια μας ντάλα κατακαλόκαιρο, ο Τζίτζίκας όλη τη μέρα μας κορόιδευε που κουβαλούσαμε σαν τους χαμάληδες, ακόμα κι ο Μέρμηγκας μου ψιθύρισε πως μάλλον το παρατραβάμε κι ο Αίσωπος έσκισε τα πτυχία του, και ανοίξαμε βαλίτσες.
(Βλέπω κι εσείς βολευτήκατε, όσοι μείνατε ακόμα θεατές, έχετε τουλάχιστον την άπλα σας, πιάσατε από ένα στασίδι κανονικό κι από ένα άλλο για να απλώσετε τα πόδια, κι αρχίσατε τα Πατερημά και τις λιτανείες με τα τάπερ κι έγινε ξαφνικά interactive το σκηνικό…)
Οι βαλίτσες ήταν τακτοποιημένες με απόλυτη προσήλωση στις Αρχές Οργάνωσης και Διοίκησης Εκτάκτων Κρίσεων: έτσι βρήκα τα πάμπερς μαζί με τα cd του Νταλάρα, τα βιβλία μου φιλοσοφίας και ψυχολογίας μαζί με σουρωτήρι για τα μακαρόνια (καλά, είχα εγώ σουρωτήρι? Α ναι, θυμάμαι τότε που το είχα γεμίσει άχνη και πασπάλιζα την κατεψυγμένη μπουγάτσα ΠΡΙΝ τη βάλω στο φούρνο και τελικά φάγαμε καραμελωμένη σφολιάτα), και πάνω που είχα πιστέψει ότι δεν υπάρχει Θεός αφού περνάω τέτοια ταλαιπωρία, βρίσκω σε μία παιδική βαλιτσούλα τα μπιμπερό μαζί με έναν ξεχασμένο κατάλογο της Victoria Secret ( ο οποίος με ταρακούνησε για τα καλά, τελικά ΠΡΕΠΕΙ να υπάρχει ένα υπέρτατο Ον, ένας υπέρτατος Δημιουργός, που μάλλον εμένα με σχεδίασε στα ρεπά του…).
            Κουτσά στραβά, στήθηκε το σκηνικό και εμείς αρχίσαμε να μαζεύουμε τα διασκορπισμένα κομμάτια μας και υπάρχοντά μας γιατί το καλοκαίρι τελειώνει και πρέπει να μπούμε στους ρυθμούς μας..

Άνοιξαν οι παιδικοί σταθμοί! Έκλεισαν οι παιδικές φωνές από τα κλάματα!
«Παιδί μου, ξύπνα, πρέπει να πάμε … στον παιδικό.. στο σχολείο!!» Οι αντιδράσεις του μικρού είχαν το εξής αποτέλεσμα: η πολυκατοικία άρχισε να μαζεύει υπογραφές γιατί θεώρησαν πως υπάρχει κάποιο παράνομο σφαγείο πουλερικών στον 2ο όροφο και το σόι της κάθε κότας που σφάζεται, σφάζεται για τα κληρονομικά…

Αααα, δε σας είπα και τα δικά μου!! Εγώ, εργάζομαι!!! Ναι, ναι, αφήστε , πού να σας τα λέω… οπότε θεωρητικά μέσα μου καίγομαι να ετοιμαστούμε, έξω μου όμως, Βούδας, όλο το τσι της παγκόσμιας θετικής αύρας φουσκώνει τα πνευμόνια μου και με κάνει να βγάζω φωνούλες ευνούχου μπάτλερ «τι θα ήθελε ο Κύριος? Να μην πάει σχολείο? Μάλιστα Κύριε, ελάτε να αλλάξουμε πάμπερς τώρα, να χαϊδευτούμε με τα μωρομάντηλα, να απλώσουμε κολώνια στα μαλλάκια σας και να τραγουδήσουμε του Μανώλη την ταβέρνα …» ενώ παράλληλα ετοιμάζω πρωινό, και βρίζω από μέσα μου που για ακόμα μία φορά ξέχασα να συνεννοηθώ με την κοπέλα πότε θα έρθει να καθαρίσει και πρωινιάτικα πρέπει να πλύνω τα μισά γαμήλια δώρα που κείτονται στο νεροχύτη διαζευγμένα..

-          «Μπαμπά, πού είναι ο ήλιος? Δεν είναι πρωί…»
-          «Άσε πού να στα λέω γιε μου, ο ήλιος έπρεπε να κλείσει τα λογιστικά του βιβλία για το καλοκαίρι αλλά του την έπεσε το ΣΔΟΕ γιατί βρήκαν κάτι πλαστά ηλιόλουστα τιμολόγια από τις μέρες του Πάσχα και είναι υπό κράτηση.. Έστειλε τα σύννεφα να καλύψουν τη ντροπή, αλλά κάτι μου λέει πως σύντομα θα αφεθεί ελεύθερος για να έρθει να σε χαιρετήσει κι επίσημα, γιατί από εδώ και πέρα μάλλον θα νυστάζει πολύ όλη μέρα και θα πάει να την πέσει στο κρεβάτι του μαζί με τις αρκούδες…»
-          «Κι εγώ να πάω στο κρεβάτι μου, νύστατσα, μαζί με τα αρκουδάκια μου, αυτά δεν πάνε σχολείο».. και γκρίνια ρεπετισιόν…

Σε αυτό το σημείο, θυμάται όλο το κοντινό και μακρινό σόι και κάποιον που είχαμε γνωρίσει κάτω από μια γέφυρα κι είχε πει «τι γλυκό αγοράκι» ως εναλλακτικές λύσεις για πρωινή επίσκεψη αντί για τον παιδικό σταθμό.

Κι εκεί που είσαι σε καλή φάση, τον έχεις πείσει πως τουλάχιστον πρέπει να αλλάξετε πάνα, εκεί που είναι τελείως γυμνός θυμάται όλες τις κρεμούλες που κατά καιρούς βάζουμε.. όχι αυτή, την άλλη την άσπρη, όχι λίγο, πολύ να βάλεις, και μωρομάντηλα και το άλλο το πάμπερ με τον Diego & τη Dora

Ήρθε η ώρα μου να ετοιμαστώ.. Ο μικρός μπορεί να είναι δυομισάχρονος αλλά δεν είναι κανένας yesterderian, τη δουλεύει την πολυλογία και το κεφαλάκι του κατεβάζει ιδέες καθυστέρησης της αναχώρησης όπως εγώ κατεβάζω τα κουρκουμπίνια τα σιροπιαστά. Καταιγιστικά.
- «Μπαμπά, τσιμπάς, να τσιριστείς..» (συνοδεία γκρίνιας γιατί τον φίλησα.).
 Έχει δίκιο εν μέρει.. Βάζω αφρό στο πρόσωπο..
- «Μπαμπά, έχεις κι άλλα γένια, κι εδώ, κι εδώ, και στην κοιλιά, και στα χέρια και στα πόδια…»
- «Άκουσε παιδί μου, στον παιδικό θα σε πάω έτσι κι αλλιώς, και το ‘χω λίγο γρουσουζιά να εμφανίζομαι τη μία μέρα σαν τον Καραγκούνη βαρυστομαχιασμένο και την επόμενη σαν την υπέρβαρη μετεμψύχωση του Νουρέγιεφ, δεν έχω κόψει κι εισιτήρια για να σε πηγαίνω παιδικό! Θα κάνουμε μία συμφωνία: εγώ θα ξυρίσω μόνο πρόσωπο κι εσύ θα πας στον παιδικό χωρίς γκρίνια. Είναι η τελευταία μου προσφορά, κι εγώ στο κόστος το δίνω, μη νομίζεις. Έκλεισε? Κόλλα το!»

 Α, όλα κι όλα, μπορεί να ζω ζωή μονοκοτυλήδονου, αλλά στις διαπραγματεύσεις μου είμαι αναρριχητικός κισσός… Κι ίσως… Ίσως λέω, ένας μονοκοτυλήδονος κούκος να φέρει την άνοιξη χειμωνιάτικα..

Σάββατο απόγευμα στον παιδότοπο

24 Αυγούστου 2013

Σάββατο απόγευμα στον παιδότοπο. Μόνος μπαμπάς ανάμεσα σε 8 μάνες... και μόνο τραπέζι που κάθομαι μόνος... και το κλίμα και το περιβάλλον φουντώνουν πολλές σκέψεις... το γυμναστήριο, οι σχολές χορού, οι βόλτες για καφέ, σινεμά, θέατρο, τα παλιά φλερτ... ανταλλάχτηκαν με παιδότοπο, στην καλύτερη περίπτωση.. ο παιδότοπος είναι το ευτυχές ενδεχόμενο.. όπως ευτυχές είναι και το "ευχαριστώ μπαμπά" που βλέπεις στα μάτια του ή που μπορεί και να ακούσεις..