Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Ψίθυροι στον Αι Βασίλη

22 Δεκεμβρίου 2014


Άγιε μου Βασίλη, είμαι κι εγώ εδώ... Μπορεί να μη με βλέπεις, αλλά υπάρχω. Ο μπαμπάς σίγουρα σου έχει μιλήσει για το παιδί του αλλά αμφιβάλλω αν ποτέ σου ζήτησε κάποιο δώρο για το παιδί που κρύβει μέσα του. Ε λοιπόν, εγώ είμαι αυτό το παιδί και προσπαθώ να ψιθυρίσω μέσα από τα έγκατα της ψυχής του, μήπως και με ακούσεις…
Άγιε μου Βασίλη, θα ήθελα να μου φέρεις ένα ψυχικό gps, από αυτά που σου δείχνουν το δρόμο, το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσεις ώστε να βγεις ξανά στο φως, στον προορισμό σου. Νομίζω πως με έχει ξεχάσει εδώ μέσα ο μπαμπάς κι ασχολείται μόνο με το παιδάκι του. Αλλά έχω κι εγώ ψυχούλα. Και μπούκωσε. Δεν θέλω να μου φέρεις παιχνίδια ή λεφτά. Θέλω να με κάνεις να βλέπω τον κόσμο όπως πριν. Θα ήθελα να με πάρεις από το χέρι και να ανέβουμε μαζί το έλκηθρό σου, πάνω στα σύννεφα και να εμφανιζόμαστε για να μοιράσουμε χαρά στον κόσμο, γιατί θυμάμαι πως παλιά μπορούσα να το κάνω. Θέλω να μου ανοίξεις τα μάτια για να ξαναβρώ το δρόμο και τον τρόπο.

Άγιε μου Βασίλη, δεν μπορώ να περιμένω κι άλλη χρονιά, φοβάμαι πως ο χρόνος θα αρχίσει να με κοροϊδεύει πια όταν αυτό-αποκαλούμαι το «παιδί» που κρύβεται μέσα στο μπαμπά. Δείξε μου πού κρύβονται οι άνθρωποι – παιδιά, που κρατάνε την ψυχή στο χέρι τους και την καρδιά στην κωλότσεπη για να ανέβουμε μαζί στο καρουζέλ αυτές τις γιορτές. Βοήθησε τον ψίθυρό μου να ξαναγίνει δυνατή χαρούμενη φωνή και δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Το υπόσχομαι.  

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα…

17 Δεκεμβρίου 2014


Και να που πέρασαν δυο χρόνια από τότε που μείναμε μόνοι. Πέρασε τόσος καιρός από το πρώτο κείμενό μου, με τίτλο «και να ‘μαι λοιπόν στη σκηνή, κι ο γιος μου δίπλα» που δήλωνε τη μετάβασή μας από τη φάση της πλήρους οικογένειας στη μονογονεϊκή φάση.
Κι έγινε ο μικρός σου ανθρωπάκος, πιτσιρίκος. Και μπορεί για κάποιους αυτά να είναι συνώνυμα, αλλά για κάποιους πιο ευαίσθητους σε λέξεις που ηχορραγούν, δεν είναι συνώνυμα. Η μικρή ανθρώπινη σκιά των 18 μηνών που γαντζωνότανε στο παντελόνι σου και πατούσε και με τα δύο του ποδαράκια πάνω στην πατούσα σου για να τον κουβαλάς πάντα μαζί σου μέσα στο σπίτι, ξεπετάχτηκε. Και δεν αγκαλιάζει ολόκληρο το πόδι σου όταν πλένεις πιάτα για να μη σε χάσει από τα μάτια του. Και δεν φοβάται μήπως η πόρτα της τουαλέτας είναι μία κρυφή είσοδος σε ένα άλλο σύμπαν για σένα, οπότε δεν σου ζητάει επιτακτικά να τον έχει αγκαλιά όταν κάθεσαι στο θρόνο που και ο Βασιλιάς πηγαίνει μόνος. Και κινείται πια ελεύθερα στο χώρο του σπιτιού, παίζει παιχνίδια με ιστορίες της φαντασίας του, κάνει διάλογο στο παιχνίδι και εναλλάσσει και τις δύο φωνές των πρωταγωνιστών που «μαλώνουν», σου λέει ψέματα και αμέσως μετά «πλάκα σε κάνω» (ναι, «ΣΕ κάνω», γιατί είναι και Θεσσαλονικιός, κι όσο κι αν προσπαθεί ο μπαμπάς να το διορθώσει, το αίμα νερό δε γίνεται κι είμαστε περιτριγυρισμένοι από παππουδογιαγιάδες που το δουλεύουν πολύ το «με» και το «σε» και ο γιος μου δεν θα ‘χει μούτρα να επιστρέψει ποτέ στον τόπο που γεννήθηκε.. στην πρωτεύουσα που του κέρασε ένα κομμάτι κόσμου, ένα απόγευμα Μαγιού, σε μια κλινική της Μεσογείων κάπου στη Μεσόγειο)..
Κι έλεγα λοιπόν, πως έφτασε ο ανθρωπάκος να γίνει πιτσιρίκος. Να έχει άποψη, εγωισμό, ευγένεια ή αγένεια (τα περισσότερα ένσημα τα κολλάμε προς το παρόν στη δούλεψη της αγένειας αλλά καλύπτουμε πολλά ρεπά κάποιου ντροπαλού υπαλλήλου της ευγένειας όταν έχουμε κέφι). Και ήρθε σιγά σιγά και η στιγμή, που αρχίζεις να εισπράττεις. Να εισπράττεις αποδοχή, αγάπη, χαμόγελα ή κατορθώματα. Όπως εισπράττεις και στενοχώριες από χτυπήματα, νεύρα, γκρίνια, αρρώστιες και αϋπνίες, αλλά αυτά τα είχες και τότε που ήταν ανθρωπάκος. Τώρα που έγινε πιτσιρίκος, η αλλαγή είναι εμφανής στο μέσα του. Σε κοιτάει με βλέμμα γεμάτο. Έχει νόημα το βλέμμα. Σε δικάζει αυτό το βλέμμα. Και άλλοτε σε απαλλάσσει των κατηγοριών άλλοτε συνηγορεί με τον εισαγγελέα των ενοχών σου και σε φορτώνει σιωπηλές ή γκρινιάρικες αποπνικτικές καταδίκες. Αρχίζει να γίνεται σαφές πως κάτω από τις φτερούγες σου, τόσο καιρό, μεγάλωνε ένας μικρός νεοσσός, που απλώνει τα μικρά του φτερά.
Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα.
Τα δικά μας μικρά φτερά νομίζω πως τα είδα να ανοίγουν μπροστά στα μάτια μου, κατά τη διάρκεια της χριστουγεννιάτικής μας γιορτής. Πολλοί μικροί νεοσσοί, πουλάκια έτοιμα να πετάξουν, άπλωσαν τα μικρά τους φτερά και μας άφησαν άφωνους σε μία θεατρική παράσταση στην οποία οι γονείς είχαν τη θέση που πραγματικά τους αξίζει. Ήταν απλά το κοινό στη ζωή τους παιδιού τους που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν, να στηρίξουν, να είναι με οποιονδήποτε τρόπο δίπλα του, πέρα από το να το κοιτάνε από τη θέση του θεατή και να ψιθυρίζουν «μπράβο». Κι εγώ ψιθύρισα πολλά μπράβο. Και βούρκωνα όταν το ψιθύριζα. Και δεν ντρεπόμουν που βούρκωνα. Ένα «μπράβο» που μόνο μερικώς απευθυνόταν ουσιαστικά στο παιδί… το υπόλοιπο «μερικώς» το είπα στον εαυτό μου για να το ακούσω κι εγώ. Γιατί προσπάθησα πολύ να χτίσω πούπουλο πούπουλο αυτά τα μικρά φτερά, ώστε να μπορέσω να τα δω να απλώνονται στον κόσμο. Όχι, μη φανταστείτε πως ο γιος μου ήταν πρωταγωνιστής σε μία πρόζα. Είχε ένα μικρό ποιηματάκι αλλά σε ένα μουσικο-τελετουργικό θεατρικό στο οποίο έπρεπε να θυμάται καλά τη θέση του, τις κινήσεις του, το πότε πρέπει να κάνει τι, και ταυτόχρονα είχε το άγχος να «στρώνει» τη στολή του αγιοβασίλη εάν του στράβωνε εξαιτίας της «σύνθετης κινησιολογίας» που του ανατέθηκε… Δηλαδή, δεν ήταν αντικειμενικά κάποιο «κατόρθωμα», δεν θα εκπλαγείτε αν δείτε τι έπρεπε να κάνει, δεν σας μιλάω για ένα παιδί – θαύμα… αλλά δεν καταλαβαίνετε?
 Ήταν το δικό μου παιδί. Το παιδί μου που «ξετσουτσούνισε». Το παιδί μου που σταμάτησε να γαντζώνεται από το παντελόνι μου κι έπαιζε σε μία παράσταση με εμένα θεατή. Όπως ακριβώς του αρμόζει. Το σκηνικό της ζωής θα είναι πλέον στημένο μπροστά του καλώντας τον να το γεμίσει με παραστάσεις που θα γεμίζουν την καρδούλα του κι εγώ απλά θα παραμένω θεατής. Ήρθε η ώρα που η απόστασή μου από τη σκηνή θα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ… αλλά πάντα θα κρυφοκοιτάω, όσο μακριά κι αν είναι η θέση μου!

Και να ‘τον λοιπόν στη σκηνή, κι ο μπαμπάς του δίπλα!

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Γιαλαντζί γονείς


20 Νοεμβρίου 2013 (ναι, γράφτηκε ένα χρόνο πριν σαν σήμερα, αλλά δεν είχε ανέβει στο blog μου)


Για τις κόρες τις ακαμάτρες ή έστω για όσους δεν έλκουν μια καταγωγή από την περήφανη και τιμημένη Μικρά Ασία, φοβάμαι πως θα πρέπει να εξηγήσω αρχικά τι σημαίνει «γιαλαντζί» κυριολεκτικά… Γιαλαντζί, λοιπόν, λέμε τα ντολμαδάκια που δεν έχουν κιμά, αλλά μόνο ρύζι, και ως εκ τούτου είναι νηστίσιμα μεν, δεν είναι ντολμαδάκια δε… Είναι «γιαλαντζί». Τάχα μου δήθεν. Ντε μεκ. Να ‘χαμε να λέγαμε. Η αυθεντική συνταγή θέλει όλα τα κομφόρ, και τους κιμάδες του και τα πάντα του.. Αρχίσαμε μετά να αφαιρούμε σιγά σιγά, φτάσαμε να αφαιρούμε και τα βασικά συστατικά (τον κιμά εν προκειμένω) και μας έμειναν τα ντολμαδάκια «γιαλαντζί». Τους λείπει δηλαδή η ουσία για να γίνουν πραγματικά ντολμαδάκια…
            Και όπως πολύ σωστά υποψιάζεστε, ΔΕΝ θέλω να σας μιλήσω για τις χαρές του ουρανίσκου, αλλά θα τις δανειστώ για να σας περιγράψω την εικόνα που αντικρίζω γύρω μου από διάφορων ειδών γονείς, εμού συμπεριλαμβανομένου, πρώτου και καλύτερου… Όχι, ούτε εδώ θα αφήσω την πρωτιά στα ξένα χέρια.. Τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια..
            Νομίζω πως δεν υπάρχει ορισμός που να περιγράφει τι σημαίνει το να είσαι γονιός.. Όμως, θυμάμαι καλά, πως όταν ήμασταν μικρά παιδιά, ήμασταν απόλυτα έτοιμα να απαντήσουμε στην ερώτηση «τι είναι γονιός» με περισσή σιγουριά και αυθεντία περί της κατανόησης της έννοιας της λέξης..
            Και πέρασαν τα χρόνια, και μας αξίωσε ο Θεός (ή για άλλους, όπως άκουσα, μας τιμώρησε επειδή κάναμε έρωτα χωρίς προφυλάξεις) να αποκτήσουμε κι εμείς ένα παιδί. Ορίτζιναλ. Κανονικό. Όπως όλα τα άλλα παιδάκια που βλέπαμε γύρω μας να τρέχουν, να γελάνε, να κλαίνε, να αρρωσταίνουν, να γκρινιάζουν, να μαλώνουν, να παίζουν, κι είχαμε πάντα γνώμη για τους γονείς τους και τη συμπεριφορά τους απέναντί τους.. Και ήρθε το δικό μας παιδάκι.. Ένα πραγματικό παιδί, της πραγματικής ζωής… Κι αν μας ρωτήσεις τώρα τι σημαίνει «το να είναι κανείς παιδί» έχουμε αμέσως να σου προσφέρουμε την απάντηση, γνωρίζουμε πολύ καλά τί σημαίνει, η έννοια της λέξης είναι μία και μοναδική.. Και δεν μου περνάει από το μυαλό κανένα «γιαλαντζί» παιδί…
Τελευταία όμως, σουλατσάρει στο μυαλό μου η φράση «γιαλαντζί» γονιός… Ένας γονιός, που του ‘πεσε λίγο βαρύς ο κιμάς, και προτίμησε να απαλλαχτεί από αυτόν, που μπορεί να φέρει και καούρες, και παχαίνει κιόλας, και δεν είναι και νηστίσιμος, και πρέπει να προσέξεις πολύ και από πού θα τον πάρεις, να ξέρεις το μοσχάρι, τη μάνα του, το Ε9 του, τη θεία του τη Γίτσα από το Γύθειο (που τραβιότανε μ’ έναν τράγο από το Δομοκό και μη του μετέφερε και τίποτα μεταδιδόμενα νοσήματα, γιατί είχανε στείλει και την κουνιάδα τους τη La vache qui rit στο Λονδίνο να σπουδάσει, και βρέθηκε η συγκάτοικός της να παραπατά και να ζαλίζεται και την έκλεισαν στο pet ψυχιατρείο και τη σφάξανε μετά από 2 μήνες… Ένα σωρό λεφτά πληρώσανε τότε η Γίτσα κι ο τράγος να την φέρουνε πίσω από τα Λονδίνα, τότε να φανταστείς, περίπου 45 μοσχάρια δώρο στείλανε.. Τότε!!! Εκείνα τα χρόνια!!), και σου λέει κι ο γιαλαντζί γονιός, να μείνω καλύτερα νηστίσιμος, απαλλαγμένος από τα πολλά πολλά, και στην τελική ποια η διαφορά? Πάλι γονιός είμαι!
Και γδύθηκε ο γονιός από τα βασικά συστατικά του.
Και «ξεμπέρδεψε με αυτά».
Και κάθε μέρα, σε διάφορα μέρη, από σημεία επαγγελματικά, φιλικά, κοινωνικά, στο δρόμο και αλλού, βλέπεις δίπλα σου πολλά παιδάκια, με τις ίδιες ή πολύ παρόμοιες ανάγκες… Και βλέπεις δίπλα σου πολλούς γονιούς με πολύ διαφορετικές ανάγκες ο καθένας.. Και για κάθε «θέλω» του παιδιού, μπορεί να δεις έναν γονιό να τρέχει να καλύψει την επιθυμία, έναν άλλο να κάνει πως δεν ακούει, έναν άλλο να μαλώνει το παιδάκι επειδή «θέλει», έναν άλλο να αντιτείνει άλλα τόσα δικά του «θέλω» στο «θέλω» του παιδιού του… Και μέχρι τώρα, έχουμε ασχοληθεί μόνο με τους γονιούς που ήταν μαζί με τα παιδιά τους εκείνη τη στιγμή που εκφράστηκε το «θέλω». Υπάρχουν και οι ρόλοι αυτών που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή εκεί… Μεγάλοι ρόλοι επίσης. Μπορεί να είναι και οι πρωταγωνιστικοί, εκείνοι οι αφανείς, ή απλά κομπάρσοι, ή απλά ανιματέρ για τα διαλλείματα, γονείς όμως επίσης.. 
Είμαι σίγουρος πως δεν σας λέω κάτι καινούριο…
«Λογιώ λογιώ είναι οι άνθρωποι παιδί μου», όπως λέει και η μάνα μου.. Εξακολουθεί όμως να υπάρχει κάτι που εμένα με εκπλήσσει πολύ… Το ότι πράγματα που πίστευα πως διατηρούνται «εις τους αιώνας των αιώνων», τελικά δεν είναι και πολύ έτσι.
Δεν ξέρω ποια αν υπάρχει ορισμός του «τι είναι γονιός». Σχεδόν άρχισα να πιστεύω πως και το «τι είναι παιδί» μπορεί να δεχτεί πολλούς διαφορετικούς ορισμούς.
Κρίμα όμως, γιατί ως γενιά, είχαμε στη διάθεσή μας πολλά μέσα (και μόνο το internet να σκεφτείς..) για να ενημερωθούμε, να ενδιαφερθούμε, να ασχοληθούμε… Αλλά μας πνίγουν πολλά φαίνεται… Και του σύγχρονου γονιού ο τράχηλος «τον ζυγό δεν τον αντέχει», μάλλον δεν μπορούμε να βάλουμε τον εαυτό μας σε δεύτερη μοίρα… Και γνωρίζουμε πολύ καλά και πώς να το απενοχοποιούμε μέσα μας… Ή μήπως μιλάει ο πιο ενοχικός μου εαυτός?
Είναι πολύ βαριά τα ντολμαδάκια τα αυθεντικά. Γιαλαντζί έχει άλλη χάρη. Και αφού είμαστε γιαλαντζί γονείς, δεν μπορεί παρά να είμαστε γιαλαντζί φίλοι, γιαλαντζί εραστές, γιαλαντζί επαγγελματίες, γιαλανζί πολίτες του κράτους, γιαλαντζί προσωπικότητες….
Μπήκε το lifestyle στη ζωή μας.. Για να βρει χώρο να μπει όμως, βγήκε όλη η ουσία της ζωής μας έξω…

Γιαλαντζί life, γιαλαντζί style

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Βροχερή Πέμπτη πρωί

13 Νοεμβρίου 2014


Πέμπτη πρωί. Βροχερό πρωί. Ετοιμαζόμαστε για το σχολείο. Κατεβαίνουμε στην πυλωτή της πολυκατοικίας για να μπούμε στο αυτοκίνητό μας. Ένα σκουληκάκι, έχει ανέβει στον τοίχο, έχει διπλωθεί σε ομόκεντρους κύκλους και «κουρνιάζει». Ο μικρός, θέλει να το πειράξει…
-          Μην το πειράζεις αγόρι μου το σκουληκάκι. Κι αυτό κρυώνει. Μπορεί να ψάχνει να βρει το δρόμο για το σπίτι του ή το σχολείο του.
-          Όχι μπαμπά, δεν θέλει να πάει πουθενά. Πολλές μέρες το βλέπω εδώ. Όλο κάθεται και μας παρατηρεί που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο.
-          Μήπως αγόρι μου περιμένει κι αυτό τον μπαμπά του με το αυτοκίνητό τους για να φύγουν από εκεί?
-          Άμα ο μπαμπάς του έχει αυτοκίνητο, τότε πρέπει να έχει διαλυμένες πόρτες.
-          Γιατί το λες αυτό παιδί μου?
-          Γιατί δεν έχουν χέρια τα σκουληκάκια, και δεν θα μπορούν να τις ανοίξουν…

…………………………………………………………………………………………..

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, βγαίνουμε από την πυλωτή, κατευθυνόμαστε προς το σχολείο. Βρέχει πολύ.
-          Είδες αγόρι μου, εμείς δεν βραχήκαμε καθόλου, μόνο το αυτοκίνητο βρέχεται.
-          Καλά να πάθει το αυτοκίνητό μας.
-          Γιατί βρε παιδί μου? Γιατί του λες καλά να πάθει? Νομίζω πως μας αγαπάει και μας προστατεύει. Νομίζω πως ταλαιπωρείται λίγο μέσα στη βροχή, επειδή δεν θέλει να βραχούμε εμείς.. Και άνοιξε την αγκαλιά του και μας έβαλε μέσα να κουρνιάσουμε, για να μην βρεχόμαστε…
-          Μπαμπά… όλο αυτό εδώ μέσα, η αγκαλιά του είναι?
-          Ναι αγόρι μου!
-          Και οι πόρτες είναι τα χέρια του?
-          Ναι παιδί μου!
-          Ναι αλλά έχουμε κάποιες κενές θέσεις, δίπλα σου και δίπλα μου, και τζάμπα κάνει αγκαλιά….

………………………………………………………………………………………

Μπαμπά, όταν είδαμε Καραγκιόζη στο σχολείο ήταν ένα παιδάκι του και τον έλεγε συνέχεια «μπαμπάκο». Χαχαχα… έτσι θα σε λέω «μπαμπάκο»! Κι εσύ θα με λες όπως λέγανε αυτό το παιδάκι του.. Κολλημβητήρι! (Κολλητήρι!)


………………………………………………………………………………………….

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Μύξες και βήχας

4 Νοεμβρίου 2014


Ο μικρός έχει μύξες που τον δυσκολεύουν στην αναπνοή και κατά τη διάρκεια του ύπνου τον πνίγουν στον λαιμό και βήχει. Πολύ. Κατά τη διάρκεια της ημέρας ευτυχώς φοράμε μακρυμάνικα μπλουζάκια οπότε οι μύξες έχουν πού να ξαποστάσουν, στο δεξί μανίκι από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό… αλλά τι γίνεται τη νύχτα οεο?
Þ    Κρεμμύδι κομμένο σε 8 κομμάτια σε ένα πιάτο κάτω από κρεβάτι του, check
Þ    Ευκάλυπτος που αχνίζει σε ένα κατσαρολάκι μέσα στο δωμάτιο, check
Þ    Ρύθμιση της ποιότητας του ύπνου μου στο scale 1, ώστε να μπορώ με κάθε στραβοπνίξιμο και γκουχ να ξυπνήσω, check (απαγορεύεται βαλεριάνα, πασιφλόρα, μαβένα σατίβα πριν την ξάπλα).
Þ    Πάνελ υπέρυθρης θέρμανσης στο δωμάτιο ρυθμισμένο στους 21 βαθμούς, check
Þ    Καλοριφέρ ανοιχτά στους 20 βαθμούς, check
Þ    Κουβέρτα χνουδωτή Mc Queen να τον αγκαλιάζει, check
Þ    Μοίρασμα με τον μπαμπά του πουπουλένιου παπλώματος, check
Þ    Ρύθμιση της απόστασης των μαξιλαριών μπαμπά – γιου στα 5 εκατοστά, ώστε αν το βράδυ ανέβει ανέλπιστος πυρετός να ζεσταθεί το ακρομαξιλάριο του μπαμπά και να χτυπήσει εσωτερικός συναγερμός, check
Και έρχεται η On line συμβουλή και μου λέει «να του δώσεις το σιροπάκι του Κορρέ για τον βήχα και να τον φιλάς στο μέτωπο να δεις αν ανεβάζει πυρετό».

Τι σου φταίω εγώ κούκλα μου αν είσαι εσύ υπερβολικιά σαν μάνα? 

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ο φίλος μου ο Ουαγκαντούγκου

24 Οκτωβρίου 2014




            Όσοι έχετε ένα παιδάκι από 2 έως 4 ετών να σηκώσετε το χέρι. Οι υπόλοιποι ένα βήμα πίσω από τις οθόνες, μεταβολή και γρήγορα στο σαλόνι να βάλετε κανένα dvd να περάσει η ώρα σας ευχάριστα. Και για να μην ψάχνετε κανα 2ωρο στην κασετίνα με τα πολλά dvd που έχετε μαζέψει από κυριακάτικες εφημερίδες, θα σας βοηθήσω κι εσάς. Γιατί είμαι καλός άνθρωπος. Εξυπηρετικός. Το «αγάπη μου μεγέθυνα τα παιδιά» να δείτε. Να σας δω μετά πως θα τρέξετε με φόρα πίσω να διαβάσετε το κείμενό μου…
            Όσοι από την αρχή σηκώσατε χεράκι, έχετε ένα παιδάκι σε μια ηλικία «επικίνδυνη» και με μία συμπεριφορά ακόμα πιο επικίνδυνη, που πολλές φορές σας κάνει να αναρωτιέστε αν το DNA σας είχε επηρεαστεί άσχημα εκείνη τη νύχτα που συνδυάσατε red bull με αλκοόλ και είχε και καλό φεγγάρι και το σύμπαν είχε τα αυτιά του ανοιχτά και ήρθε το predictor με τα δώρα και το βλέπατε σαν terminator. Ναι, το παιδάκι σας (το δικό σας μόνο, όχι το δικό μου, το δικό σας που είναι ενοχλητικό και γκρινιάρικο, όχι το δικό μου, που είναι ένας άγγελος.. με κάποιες ανησυχίες και τσιριχτή φωνή..), το παιδάκι σας λοιπόν, έχει έρθει σε έναν κόσμο που είναι εντελώς εκτός της κουλτούρας του. Και πρέπει να το βοηθήσετε να προσαρμοστεί. Και θα μου πείτε, εσείς που έχετε απορίες, πώς θα μπορέσω να αντιμετωπίσω ένα παιδί που:
α) κάθε μέρα είναι σε μία διαρκή ένταση (ο δικός μου συνήθως έχει την ένταση στο 3, μερικές φορές στο 2, άμα πρέπει να ζητήσει συγνώμη ή να πει «σε παρακαλώ» την κατεβάζει στο 1 και το mute δεν το καταδέχεται ούτε στον ύπνο του),
β) ξεχειλίζει από ενέργεια (μπορεί ταυτόχρονα να τρώει, να παίζει, να κάνει τις φωνές ταυτόχρονα δύο χελωνονιντζακίων και να ζωγραφίζει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο που μέσα του έχει έναν κύκλο και με μπουκωμένο στόμα να γκρινιάζει που χαμήλωσες το ραδιόφωνο που έπαιζε το αγαπημένο του τραγούδι «μπορεί να βγω, μπορεί να μπω, μπορεί να φύγω και να ξαναρθώ»
γ) του λείπει κάθε ίχνος τακτ στο πώς αντιμετωπίζει τους άλλους (ωχωχ, ΚΟΙΤΑ ΜΠΑΜΠΑ, ένας κύριος με τεράστια κοιλιά και φαλάκρα που μοιάζει τον Κύκλωπα που έχουμε στο παραμύθι με τον Οδυσσέα!, με παρατεταμένο το δάχτυλο δείχνοντας έναν κύριο που μόλις κατέβηκε από το αγροτικό αυτοκίνητό του..)
            Αυτός λοιπόν φίλοι μου, δεν είναι ο γιος σας.. είναι ξεκάθαρα ο φίλος σας ο Ουαγκαντούγκου, που τον είχατε γνωρίσει σε εκείνο το περιπετειώδες ταξίδι στον Αμαζόνιο και ζει στα σύνορα του καλυβιού του και του «πολιτισμένου» κόσμου.
            Πείτε λοιπόν πως ο φίλος σας ο Ουαγκαντούγκου, απηυδησμένος από την ανεργία στον Αμαζόνιο, αφού αποψιλώθηκαν τα δάση στα οποία κυνηγούσε τροφή και έφτιαχνε τη στέγη του, ήρθε να σας δει με τα μπαγκάζια του, εγκαταστάθηκε στο σπίτι σας και έτσι όπως το βλέπει… μάλλον θα μείνει για πάντα…
            Ο φίλος σας λοιπόν, δεν μπορεί με τίποτα να συνηθίσει το πότε είναι μέρα και πότε είναι νύχτα στα μέρη μας. Κοιμάται και ξυπνάει όπως τον βολέψει ο οργανισμός του. Θα προσπαθήσετε να του εξηγήσετε, θα προσπαθήσετε να τον βάλετε σε πρόγραμμα και ίσως με τον καιρό το συνηθίσει. Αν μέχρι τότε δεν έχει καταφέρει αυτός πρώτος να σας ξεμάθει τι είναι ήλιος και τι φεγγάρι.
            Τα φαγητά της περιοχής σας δεν τον πολυβολεύουν. Δεν τρελαίνεται κιόλας. Και δεν έχει ίχνος «ντροπής» να σας το πει. Ακόμα κι αν είστε καλεσμένοι μαζί σε τραπέζι στη θεία σας. «Χάλια είναι αυτό το φαγητό, μπλιαξξξξξ». Θα θέλατε να ανοίξει η γη να σας καταπιεί, όμως είναι ο αγαπημένος φίλος σας. Δεν μπορείτε να του φωνάζετε, ούτε να τον μαλώνετε, πρέπει να του χαμογελάσετε, και να του εξηγήσετε πως το φαγητό στα μέρη μας είναι κάπως έτσι. Και αυτό το συγκεκριμένο φαγητό της θείας Τούλας, είναι copy paste από τη Βέφα Αλεξιάδου και πως όλος ο κόσμος το ξέρει τι ωραία που μαγειρεύει η θεία Τούλα. Πως στην τελική, και σας δεν σας αρέσει καθόλου ο κολοκυθοκεφτές, αλλά πρέπει όλοι μαζί να εκτιμήσετε το γεγονός πως η θεία Τούλα ξύπνησε αχάραγα και γυρνούσε τουρλόκωλη τις λαϊκές της γειτονιάς να βρει τα καλύτερα κολοκύθια, τα πιο φρέσκα, αυτά που έχουν και τον κολοκυθανθό επάνω (κάνεις ωραία πίτσα με αυτόν, πληροφορίες εντός) κι έφαγε τη μέρα της μόνο και μόνο επειδή θα ερχόταν στο σπίτι της ο Ουαγκαντούγκου. Και μόνο για αυτό θα πρέπει να το εκτιμάμε. Ο Ουαγκαντούγκου θα σφίξει τα δόντια, θα σας κοιτάξει καλά στα μάτια, θα κατεβάσει το κεφάλι, θα φτύσει ότι έχει στο στόμα πίσω στο κεντρικό πιάτο με όλους τους κολοκυθοκεφτέδες και κατά πάσα πιθανότητα θα σας ζητήσει συγνώμη που είπε «μπλιαξ».
            Επιστρέφετε στο σπίτι. Εσείς θέλετε να δείτε το «μην αρχίζεις τη μουρμούρα» γιατί πολύ καλά περνάτε με αυτό, αυτός θέλει να δει ένα ντοκιμαντέρ στη ΝΕΡΙΤ για την οδοντοστοιχία των κροκοδείλων, γιατί περιμένει μήπως φανούν κάπου στο πλάνο οι δικοί του, να τους στείλει χαιρετίσματα… Το τηλεκοντρόλ πάει αυτόματα στη «μουρμούρα» και ο Ουαγκαντούγκου πέφτει στο πάτωμα, χτυπάει χέρια και πόδια ρυθμικά αλλά ασυντόνιστα σε ό,τι μικροέπιπλο βρεθεί μπροστά του, χτυπάει στο κεφάλι, κλαίει, νευριάζει, θυμώνει, χτυπάει με τα χέρια του το στήθος του. Αυτό το έθιμο συναντάται από τα χρόνια της Κιβωτού του Νώε, τότε που του Νώε του φάνηκε υπερβολή να φορτώσει ΚΑΙ μαϊμούδες ΚΑΙ πιθήκους on board, και είπε να αφήσει τις μαϊμούδες πίσω.. Εκείνες τότε, ακολούθησαν ακριβώς αυτό το έθιμο, με το πέσιμο στο πάτωμα και τα χτυπήματα τα ρυθμικά αλλά ασυντόνιστα (μόνο τα μικροέπιπλα προσπέρασαν, γιατί η Κιβωτός ήταν από τον Βαράγκη και δεν έλεγε με τίποτα να της ξεριζωθεί καμιά παρανυχίδα από την πρύμνη, ούτε οι ασφαλιστικές θα την αναλάμβαναν.. φήμες λένε πως ακόμα ο Νώε ξεπληρώνει εκείνο το διακοποδάνειο στην Kataklysmos Bank). Αυτό λοιπόν το αρχέγονο έθιμο, δηλώνει απλά διαφωνία με την επιλογή σας. Τόσο απλό. Οπότε κι εσείς, με απλά και συνάμα ξεκάθαρα λόγια, κάνετε μία μίνι διαπραγμάτευση με τον φίλο σας τον Ουαγκαντούγκου για το πώς θα μοιράσετε την ώρα στην τηλεόραση. Και με δίκαιο τρόπο συναποφασίζετε πως είναι καλύτερα να δείτε το ντοκυμαντέρ  - προσφορά της Lacoste. Δεν ωφελεί σε τίποτα να αρχίσετε να φωνάζετε και να χτυπιέστε. Τουλάχιστον γλυτώσατε το πορτ μαντό και την καπελιέρα την vintage, εκείνα τα 150 ευρώ που δώσατε για να την πάρετε ήταν τα τελευταία του ορίου της πιστωτικής σας, και τα βγάλετε με «ανάληψη μετρητών», 23% τόκο πληρώνετε για την καπελιέρα, κι άλλα τόσα τόκο για ένα καπέλο που πήρατε να βάλετε επάνω, γιατί αλλιώς θα βάζατε κάτι ελεφαντάκια ξυλόγλυπτα που έχετε από δώρο γάμου και τέτοια κιτσιά δεν την αντέχει το είναι σας.
            Το παιδί μας είναι ο Ουαγκαντούγκου. Δεν είναι κακός, είναι πρόσχαρος, με αγάπη, ανοιχτόκαρδος, αλλά δεν ξέρει πώς είναι εδώ τα πράγματα. Αν φωνάζουμε και τιμωρούμε μόνο να τον φοβίσουμε μπορούμε. Θα πάρει τον πρώτο κροκόδειλο και θα επιστρέψει στη χώρα των θαυμάτων του. Είναι φιλοξενούμενός μας για όσο καιρό χρειαστεί. Κι εμείς είμαστε φιλόξενοι άνθρωποι. Θα του ανοίξουμε το σπίτι μας, θα τον προστατεύσουμε από τα άγρια θηρία του τόπου μας, θα του μάθουμε να προστατεύεται και μόνος του, θα του δείξουμε τον δρόμο και θα σταθούμε δίπλα του για όσο καιρό θελήσει να χρησιμοποιήσει τη φιλοξενία μας. Θα μοιραστούμε μαζί του. Θα γελάσουμε μαζί. Θα κλάψουμε μαζί. Θα διαπαιδαγωγηθούμε μαζί. Θα διασκεδάσουμε μαζί. Αλλά και ο καθένας μόνος. Γιατί είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Με διαφορετικές ανάγκες. Και πάλι μαζί θα προχωρήσουμε μέχρι ο Ουαγκαντούγκου μας να νοιώσει τον κόσμο μας πια δικό του και να μη χρειάζεται πια τη φιλοξενία μας ή τη βοήθειά μας, παρά μόνο τη σιγουριά ότι όποτε μας χρειαστεί εμείς θα είμαστε πάντα παρόντες για εκείνον.
            Σε λίγα χρόνια άλλωστε, έτσι όπως αλλάζουν οι εποχές, εμείς θα έχουμε ανάγκη τη δική του καθοδήγηση στον κόσμο που εκείνος θα μεγαλώνει κι εμείς θα χάνουμε σημάδια επαφής ή κατανόησης… Είμαστε οι γέροντες Ουαγκαντούγκου του μέλλοντος που θα είναι γεμάτο από νέους εργαζόμενους και δραστήριους, πρώην Ουαγκαντούγκου, που γαλουχήθηκαν από εμάς. Ό,τι σπείρουμε θα θερίσουμε.

            Α, μια που σας βρήκα εύκαιρους: μήπως πήρε το μάτι σας κάπου εδώ κοντά τη Γκουνάντα μου?    

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Παιδοτόπινγκ

5 Οκτωβρίου 2014




Εδώ στον παιδότοπο, τα βάλαμε κάτω με τη Γίτσα από το Γύθειο, μητέρα του Αρίστου, και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Apple έχασε πάρα πολλά χρήματα από τη δυσφήμιση ότι το I Phone 6 λυγίζει, που δεν θα τα βγάλει ποτέ τα λεφτά της επένδυσης για την παραγωγή του. Επίσης, ότι η πραγματική Apple πέθανε μαζί με τον Steve Jobs. Επίσης, ότι δεν πρέπει να τσιγαρίζεις το κρεμμύδι ποτέ. Κι αν έχεις το θερμοσίφωνα μονίμως ανοιχτό πληρώνεις λιγότερο ρεύμα απο ότι αν τον ανοιγοκλείνεις κάθε τόσο. Ότι οι εξωσωματικές σπάνια πιάνουν με την πρώτη. Ότι ο Κλούνει είναι γκέι και ο γάμος ξεκάρφωμα. Και κατέληξε πως δεν της αρέσουν οι ειδήσεις και τα κουτσομπολίστικα έντυπα. Και καλά έκανε που δεν σπούδασε γιατί είδαμε και τους σπουδαγμένους πολιτικούς πού μας καταντήσανε. Οι αλήτες. Δεν θα πληρώσει τον Ενφια. Δεν φταίει αυτή που της άφησαν οι γονείς της κληρονομιά ένα δίπατο εξ'αδιαρετου με τον αδερφό της τον χαραμοφάη. Που δεν δούλεψε ποτέ. Και μετά μας φταίει η ανεργία. Πάντως Σαμαρά θα ψηφίσει. Μια χαρά τα έχει πάει μέχρι τώρα. Έσκαψαν και στην Αμφίπολη με εντολή Σαμαρά. Σπουδαίο πράγμα οι αρχαίοι βρε παιδί μου. Όχι σαν κι αυτούς που έχουμε τώρα. Τους αλήτες. Τελικά θα το δώσει το i phone 4 στην κουνιάδα της που έχει μπακατέλα, λες και είναι καμιά πίσω από τον κόσμο. Το 6 πλας θα πάρει. Δεν μπορεί, για να μιλάνε όλοι γι'αυτό, αξίζει να βγάλει μία νέα πιστωτική της citibank σε συνεργασία με τη media markt. Ε τι στο καλό. 1500 ευρώ όριο σου δίνουν. Φτάνουν δε φτάνουν τόσα? Αν δε φτάνουν θα σπάσει και τον κουμπαρά του παιδιού. Τη χολόσκασε όλο το 2014. Όλο γκρίνια και γκρίνια. Κι αυτή έγινε μια ζωή θυσία γι αυτό. Να μην του λείψει τίποτα. Και ποιο το ευχαριστώ? Σάμπως θα τα θυμάται όταν μεγαλώσει? Πάλι όλο θα ζητάει. Το 6 πλας. Το δίχως άλλο. Ο μπαμπάς του θέλει να πάρουμε το playstation στον μικρό μόλις ανοίξουμε τον κουμπαρά. Αμ δε. Για τον εαυτό του το θέλει, εμένα δε με γελάς. Ντε μεκ για να παίζει το παιδί. Εμένα δε με γελάς σου λέω. Μπορεί να φαίνομαι έτσι αγαθιάρα αλλά τα έχω τετρακόσια. Καλή καλή μέχρι να σκάσω. Γιατί να σκάσω είμαι. Μία φορά δεν τον πήρε ένα απόγευμα, να μου πει «ρε γυναίκα, κάτσε εσύ στο σπίτι να ηρεμήσεις, να πας για καφέ με τις φίλες σου, να ξεσκάσεις βρε αδερφέ», να μου τον απασχολήσει ένα απόγευμα μόνος του. Ποτέ. Και δεν ξεσκάω. Και σκάω. Και πού με χάνεις πού με βρίσκεις με ένα παιδί να τραβάει τη φούστα μου, τώρα που τη φτάνει, γιατί πέρσι δεν την έφτανε, τα φοράω και κοντούλικα, άμα δεν τα βάλω τώρα πότε θα τα βάλω, όταν δεν θα βλέπομαι? Θα μου πεις και τώρα που βλέπομαι, ποιος με βλέπει? Το σπίτι μου, η δουλειά μου και ο παιδότοπος. Γιατί τα παίρνω κι εγώ τα ωραία τα φορεματάκια τα κοντά? Τόσα λεφτά που έδωσα από εδώ κι από εκεί για να με βλέπει να με χαίρεται, θα έπαιρνα τώρα το 6 πλας, να έβγαζα και ωραίες σέλφι. Αλλά και η σέλφι θέλει την περιποίησή της. Κομμωτήριο, νύχια, ντύσιμο, κραγιόν ματ αλλά να γυαλίζει, το κάνω με κόλπο εγώ, τα παίρνω ματ και μετά βάζω λίγο ελαιόλαδο, ούτε τα χείλη σκάνε ούτε γυαλίζει άσχημα, μερικές φορές μόνο μου φαίνεται πως μυρίζω σαν φρεσκοτηγανισμένη αθερίνα αλλά σάματις θα με φιλήσει κανείς? Μόνο για τις σελφι το παίρνω το κραγιόν. Η κουνιάδα μου δεν ξέρει να βγάζει σέλφι. Με κάτι φόρμες βγαίνει και με τη νυχτικιά. Αχτένιστη. Μου λέει «πρέπει να φαίνεται φυσική». Κι εγώ της λέω κουνάω λίγο το κεφάλι μου να ανακατευτούν τα μαλλιά να φαίνεται πως ήρθα με το μηχανάκι και πάνω στη φούρια μου πατάω και μία σέλφι. Και την κοινοποιώ. Και κάνω και like. Γιατί να μην κάνω? Αφού μου αρέσω. Πήγα στη νυχού προχτές με το παιδί. Να μου κάνει γαλλικό. Ακόμα αναρωτιέμαι αν πέρασε η μόδα του. Αυτή ήθελε να μου κάνει τρεντιές. Εγώ δεν ήθελα να μου ζωγραφίζει πεταλουδίτσες και σαλιγκαράκια στα νύχια. Μάνα είμαι. Τι θα λέει ο κόσμος. Είσαι πολύ όμορφη μου λέει, αλλά το παιδί δε σου μοιάζει. Της φάνηκε ασχημούλης ο δικός μου. Την ακούς? Δεν θα ξαναπατήσω. Έτσι κι αλλιώς χάλια τα κάνει τα νύχια. Και να φανταστείς ούτε πιάτα πλένω ούτε τίποτα. Λέω στον άντρα μου «θα μου χαλάσουν τα νύχια», και τα πλένει αυτός. Δεν είναι για να παίρνουμε γυναίκες στο σπίτι τώρα. Δεν βγαίνουμε οικονομικά καθόλου. Και αναγκάζεται να πλένει πιάτα και να σιδερώνει αυτός. Αφού όλη μέρα είμαι έξω. Δουλειά, κομμωτήριο, νύχια, παιδότοπο. Τι να προλάβω κι εγώ. Δε μιλάς ε? Τι να πεις? Σας ξέρω εσάς τους άντρες. Μόνο τον εαυτούλη σας κοιτάτε. Εσείς να είστε καλά κι όλοι οι άλλοι ας τρέχουν σαν τις υπηρέτριες γύρω σας. Τι ώρα πήγε? Οκτώμιση? Δεν μπορώ να φύγω ακόμα, κι έχω κουραστεί να στέκομαι σε μία καρέκλα τόση ώρα. Αλλά δεν μπορώ να φύγω. Μόλις θα έχει τελειώσει το σφουγγάρισμα ο άλλος και δεν με αφήνει να πατήσω. Η κουνιάδα μου φταίει. Αυτή του τα έμαθε αυτά. Να γυρνάω πτώμα κουρασμένη και να μην μπορώ να πατήσω στο σπίτι μου αν δεν έχει στεγνώσει. Αυτή που έχει ακόμα τη μπακατέλα. Αλλά θα της το δώσω το I phone 4. Το βαρέθηκα. Όχι, στον άντρα μου δεν το δίνω. Αυτός έχει ένα nokia παλιό αλλά αντέχει ακόμα. Δεν είμαστε τώρα για να ξεσηκώνεται και να μου θέλει facebook και να τσιλιμπουρδίζει. Εγώ μόνο με κάτι παλιούς συμμαθητές μιλάω και κάνουμε reunions. Βρήκα και αυτόν που αγαπούσα στη 2α γυμνασίου. Χωρισμένος με δύο παιδιά. Αλλά νοικοκύρης. Το σπίτι του το έχει λαμπίκο. Ο δικός μου άραγε θα έχει μαγειρέψει τίποτα ή θα πρέπει πάλι εγώ να φορτωθώ να κουβαλάω και τον μικρό και την τσάντα του ΚΑΙ φαγητά από γυράδικο για να γυρίσω σπίτι? Αλλά ποιος με σκέφτεται εμένα? Ο μικρός μεγάλη αδυναμία έχει στον μπαμπά του. Έτσι είναι τα παιδιά. Αχάριστα. Τίποτα δεν εκτιμάνε. Θα τα μαζέψω όλα μια μέρα και θα γυρίσω στο Γύθειο. Μόλις με χάσουν τότε θα με εκτιμήσουν. Αν δεν ήμουν εγώ να τρέχω από πίσω τους να τους θυμίζω συνέχεια τις υποχρεώσεις τους, θα είχαμε βρωμίσει σ’ αυτό το σπίτι. Άμα δεν ήμουν εγώ να ρωτάω «σκούπισες», «σφουγγάρισες», «έπλυνες τα πιάτα», «μαγείρεψες», «σιδέρωσες τα ρούχα του παιδιού»?, ήθελα να ‘ξερα τι θα κάνανε. Θέλει ο άντρας μου κι άλλο παιδί. Απορώ πού σας έρχεται η όρεξη. Εδώ με ένα δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, θέλει και δεύτερο. Αλλά θα μου πεις, βέβαιαααα, τι θα κάνει αυτός? Μία ακόμη διασκεδαστική νύχτα. Εγώ θα τα τραβήξω πάλι όλα. Του το ξεκαθάρισα. Δεύτερο παιδί δεν κάνω. Τον αγαπάω όμως. Και τον άντρα μου και το παιδί. Η κουνιάδα μου του βάζει ιδέες για το δεύτερο παιδί. Επειδή αυτή έχει δύο, και να μην μείνει μόνος του ο Αρίστος και γίνει κακομαθημένος, και του λείπουν αδέρφια.. Είδαμε και τα δικά της τα χαΐρια. Δύο παιδιά που κάνουν φασαρία σαν έξι. Αγγελούδια τα ανεβάζει αγγελούδια τα κατεβάζει. Πού τα είδες καλέ τα αγγελούδια? Δυο τύραννοι είναι, πάμε επίσκεψη στο σπίτι και δεν αντέχω πάνω από δεκάλεπτο. Ωχ! Δεν μελετούσα κανένα λαχείο? Νατη έρχεται, με τα «αγγελούδια» στον παιδότοπο… Αχ τη γλυκιά μου, κοίτα την πόσο κορδωμένη περπατάει… Έλα χαμογέλα της λίγο και πήγαινε στο τραπέζι σου αγόρι μου, έχεις κι εσύ τα δικά σου…
Χάρηκα που τα είπαμε Αλέξανδρε και μου άνοιξες την ψυχή σου…